Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017

Παρρησία κι ελευθεριότητα

Οι περισσότερες επαναστάσεις και οι περισσότερες θρησκείες που απευθύνονταν σε φτωχούς αντιπαθούν και την παρρησία, πολύ περισσότερο την ελευθερία του λόγου, και την ερωτική ελευθεριότητα. Η εύκολη ερμηνεία αυτού του γεγονότος είναι να πει κανείς ότι δογματικές και μονολιθικές κοσμοθεωρίες δεν ανέχονται τίποτε που επεκτείνει τον χώρο της ανθρώπινης ελευθερίας. Και φυσικά τίποτε δεν επεκτείνει, εμμέσως συνήθως, τον χώρο της ανθρώπινης ελευθερίας από την παρρησία και τον έρωτα.

Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση. Διαχρονικά και η παρρησία και η ελευθεριότητα υπήρξαν προνόμια των πλουσίων ανδρών και, πολύ σπανιότερα, γυναικών. Ταυτόχρονα, όσοι δεν ανήκαν σε κάποια ελίτ βρίσκονταν συστηματικά και διαρκώς αποστερημένοι από τη δυνατότητα να μιλούν ελεύθερα (εννοείται) αλλά και από την ευχέρεια να λαγνουργούν έξω από κάποια πολύ σαφώς και στενά καθορισμένα πλαίσια: αυτά ήτανε για τους έχοντες.

Η κατάσταση αυτή θα μπορούσε να μεταβληθεί με δύο τρόπους: είτε να γίνουν αγώνες (τίποτε δεν παραχωρείται, όλα κατακτώνται) ώστε η παρρησία και η ελευθεριότητα να γίνουν αγαθό και δικαίωμα των πολλών, είτε η παρρησία και η ελευθεριότητα να γίνουν αντιληπτές ως βίτσια και προνόμια των προνομιούχων και άρα να επιδιωχθεί η περιστολή και η κατάργησή τους. Βεβαίως γνωρίζουμε ότι ξανά και ξανά η λύση που επιλέγεται είναι η δεύτερη: η παρρησία και η ελευθεριότητα γίνονται αντιληπτές ως διαστροφές, "αστικά βίτσια", ντιλεταντισμοί, σημεία διαφθοράς και παρακμής, δανδισμός και σαπίλα...

Ας πιάσουμε πρώτα τις ήττες της ελευθεριότητας: πώς καταλήξαμε δηλαδή να γίνει πανανθρώπινη αξία ο ασκητισμός; Η απάντηση είναι απλή: πατριαρχία. Στην πατριαρχία ο γυναικείος έρωτας δεν διατίθεται αυτοβούλως παρά προσφέρεται έναντι αντιτίμου: είτε χρηματικού ποσού, είτε δέσμευσης (ή, έστω, σταθερής σχέσης), είτε και των δύο μαζί. Άρα λοιπόν η ελευθεριότητα μέσα στην πατριαρχία προϋποθέτει είτε οι άντρες να έχουνε χρήματα και οι γυναίκες να εκπορνεύονται, είτε τη δημιουργία μιας πρόσκαιρης φούσκας που θα οροφουργούν η απόλυτη εχεμύθεια και η υποκρισία. Όσον αφορά τους ομόφυλους έρωτες, τα πράγματα είναι ξεκάθαρα: διατίθενται μόνον έναντι αντιτίμου, άρα επίσης χρειάζονται χρήματα και γυναίκες ή άντρες να εκπορνεύονται καθώς και απόλυτη εχεμύθεια και τη σκέπη της υποκρισίας. Παράλληλα αναλογιστείτε ότι οι εκπορνευόμενοι συνήθως δεν εκπορνεύονται προθύμως. Δεν είναι τυχαίο ότι και αι πόρναι προάγουσιν ημάς εις την Βασιλείαν των Ουρανών: είναι οι ταπεινές και καταφρονεμένες οι οποίες υποφέρουν ακριβώς ακριβώς λόγω του πώς λειτουργεί η (όποια) ελευθεριότητα μέσα στην πατριαρχία. Συνεπώς η ελευθερία των (συνήθως) ανδρών με κάποια οικονομική επιφάνεια (συνήθως) να λαγνουργούν σχετικά ανενόχλητοι γινόταν αντιληπτή ως η ελευθερία της αλεπούς μέσα σε κοτέτσι.

Στην εποχή μας λοιπόν φτάνουμε από τη μια να έχουμε δύο στοιχεία προοόδου: αφενός την αποσύνδεση του γυναικείου και του ομόφυλου έρωτα από τη λογική του αντιτίμου ή του ανταλλάγματος (όπως κι αν εξιδανικευτούν αυτά) και αφετέρου τη σχετική χειραφέτηση των γυναικών. Από την άλλη έχουμε έναν σοβαρο παράγοντα οπισθοδρόμησης: την τάση να κανονικοποιηθούν όλες οι ερωτικές αλληλεπιδράσεις ως σχέσεις και δη ως μακροχρόνιες και θεσμικά αναγνωρισμένες σχέσεις. Εννοείται πως είμαι υπέρ της επέκτασης του δικαιώματος στον γάμο, αλλά με ανησυχεί η επανερμηνεία κάθε μα κάθε ερωτικής αλληλεπίδρασης οπωσδήποτε ως σχέσης: δυνάμει σχέσης, αποτυχημένης σχέσης ή συμβίωσης.

Η παρρησία είναι μια ακόμα πιο πονεμένη ιστορία. Όχι μόνον παραδοσιακά οι ελίτ είχαν το αποκλειστικό προνόμιο της ελευθεροστομίας αλλά επιπλέον διατηρούν ακόμα τη δυνατότητα να ακούγονται δυνατότερα, διαρκέστερα και μακρύτερα. Αυτό ενεργοποιεί και πάλι αντιδραστικά αντανακλαστικά, λογοκρισίας αυτή τη φορά: όπως στην πατριαρχία δεν γίνεται όλοι να λαγνουργούμε (οι άντρες· οι γυναίκες να κάτσουν να φτιάξουν χαρακτήρα κατάλληλο "για σχέση σοβαρή"), έτσι και σε οποιαδήποτε ιεραρχική κοινωνία, όσο κι αν μας παραμύθιασε κάποτε η κίβδηλη δημοκρατία των σοσιαλμήντια, οι προνομιούχοι θα ακούγονται (επαναλαμβάνω) δυνατότερα, διαρκέστερα και μακρύτερα. Πολλοί λοιπόν σκέφτονται ότι η λογοκρισία είναι η λύση για την ανισομερή κατανομή της παρρησίας μέσα σε μια κοινωνία. Ωστόσο η λογοκρισία είναι σαν υπερσύγχρονα όπλα: προτού φτάσει στα χέρια των (όποιων) επαναστατών, η λογοκρισία έχει ήδη στοκάρει τα οπλοστάσια των ελίτ· εάν λοιπόν ανεχόμαστε τη χρήση της λογοκρισίας, ταυτόχρονα παραδεχομάστε ότι οι ελίτ θα διαθέτουν υπεροπλία.

GatheRate

Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

Η ζούγκλα των πόλεων

Στο ελληνικό σινεμά μέχρι την έλευση του ΝΕΚ και στην ελληνική επαρχία μέχρι λίγο πιο μετά, η πόλη είναι τόπος απωλείας. Στην πόλη χάνεσαι, μαρκαλεύεσαι, στην πόλη σε πιάνουνε κώτσο οι επιτήδειοι.

Η εικόνα της πόλης που προβαλλόταν αδιάκοπα στα αναρίθμητα σινεμά της δύσοσμης επαρχίας του '50 και του '60 ήτανε λοιπόν εικόνα τουλάχιστον αποθαρρυντική: καλύτερα στο χωριό με τον χωροφύλακα και τον παπά, παρά σε αυτή τη ζούγκλα. Ώσπου ο μαιτρ του προφανούς και του εξώφθαλμου ονόμασε την ταινία του "Ζούγκλα των πόλεων" και λίγο μετά το ελληνικό σινεμά άλλαξε σελίδα. Όμως η ελληνική κοινωνία θα έπρεπε να περιμένει από τη μια την Πολιτιστική Πρωτεύουσα για να αποδεχθεί την αμαρτωλή Σαλονίκη των αόρατων νεκρών και της βυθισμένης τοπογραφίας και από την άλλη τους Ολυμπιακούς για να κοιτάξει την Αθήνα κατάματα χωρίς να μινυρίζει "τσιμεντούπολη, τσιμεντούπολη, τσιμεντούπολη".

Γιατί η Ελλάδα της αστυφιλίας μισούσε τόσο πολύ τις πόλεις; Κάποιες απαντήσεις προσπάθησα να δώσω εδώ, κυρίως με ιδεολογικούς όρους: προσπάθησα να καταλάβω αυτό το μίσος ως έναν συλλογικό ιδεασμό. Υπάρχουν όμως κι άλλοι τρεις παράγοντες:

Η πόλη γινόταν αντιληπτή στον κόσμο της επαρχίας ως τόπος ελευθεριότητας. Και ναι μεν για τους άντρες, παντρεμένους ή μη, αυτό δεν ήταν ακριβώς μεμπτό ή ιδιαιτέρως προβληματικό τις δεκαετίες του '50 και του '60. Άλλωστε οι επαρχιώτες που κατεβαίνουνε στην πόλη για δουλειές ήτανε κοινός τόπος τουλάχιστον από τη δεκαετία του '20. Το πρόβλημα ήταν ότι στην πόλη υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες για να αναπτυχθεί -- όπως και όσο -- και η γυναικεία ελευθεριότητα, και μάλιστα μπροστά σε χιλιάδες αδιάφορα μάτια αλλά ταυτόχρονα μακριά από το πανοπτικό του χωριού.

Επίσης, τουλάχιστον αν πιστέψουμε όσα λέγαν οι παλιότεροι και όσα έβλεπαν στο σινεμά -- και πώς αυτά τα δύο αλληλεπιδρούσαν, οι πόλεις ήταν επικίνδυνες για ακόμα έναν λόγο: επειδή εκεί όλοι έκαναν ναρκωτικά. Μην πάει ο νους σας στην κόκα ή στην πρέζα ή έστω στο μαυράκι· αυτά τα έμαθε το σινεμά τη δεκαετία του '80: τότε εννοούσαν το βερμούτ και την μπύρα, το κρασί και το τσιγάρο. Κι αυτά ήταν επικίνδυνα ναρκωτικά γιατί έριχναν τις αναστολές κι οδηγούσαν στην ελευθεριότητα αλλά κυρίως γιατί η κατανάλωσή τους λειτουργούσε ως διαπίστευση χειραφέτησης. Κι αν μισεί κάτι η ελληνική κοινωνία, με τα βαθιά αγροτοποιμενικά ήθη της, είναι να αυτοπροσδιορίζεσαι ("ψώνιο") και να είσαι ελεύθερος: να κάνεις "ό,τι σου καπνίσει".

Ο τρίτος παράγοντας που έκανε τις πόλεις μισητές είναι δίκοπος. Από τη μια στις πόλεις δεν είχες όνομα, ήσουν ευάλωτος. Αξίζει να θυμόμαστε ότι οι περισσότεροι θεατές των ελληνικών ταινιών θα ταυτίζονταν (θέλοντας και μη) με την Παγώνα, δούλα και ψυχοκόρη στο διαμέρισμα, ή με τον απλοϊκό βλάχο που κουβαλάει κότες στο ΚΤΕΛ. Αυτό έλεγε ολόκληρη η ποπ κουλτούρα τότε: "πήγαινε στην πόλη άμα κοτάς και γίνε τύπος, χάσε το όνομά σου και γίνε καρικατούρα". Με δυο λόγια: στην πόλη είσαι ευάλωτος. Αν όμως η ανωνυμία και η αδιαφορία των πόλεων είναι η μία κόψη, η άλλη είναι η πολύ πραγματική συνωμοσία σιωπής των μικρών χωριών και των όχι και τόσο μικρών πόλεων: τη μοίρα του Άλεξ στη Βέροια, των γυναικών που βιάστηκαν στην Ξάνθη και του Γιακουμάκη στα Γιάννενα δεν την έγραψε ούτε η ανωνυμία ούτε κάποιος μέσα στην "απρόσωπη τσιμεντένια ζούγκλα".

Ο πίνακας είναι του Mitch Griffiths με τίτλο Inebriated Nation.

GatheRate

Τετάρτη, 6 Σεπτεμβρίου 2017

Ταμπού, λογοκρισία και πολιτική ορθότητα


Η πολιτική ορθότητα συγχέεται με τον ευφημισμό και με τη λογοκρισία ("να μη λέμε κακές λέξεις") ή την κορρεκτίλα ("να μην προσβάλουμε κανέναν / να μην ενοχληθεί κανένας").

Η πολιτική ορθότητα, κατά τον ορισμό του Φ. Παναγιωτίδη, είναι η προσπάθεια να απαλλάξουμε "τον λόγο από λέξεις και εκφράσεις που φέρουνε το βάρος της μισαλλοδοξίας, του ρατσισμού, του σεξισμού και, γενικότερα, ιδεολογιών που νομιμοποιούν τον αποκλεισμό, την εκμετάλλευση και την καταπίεση συνανθρώπων μας".

Με άλλα λόγια, η πολιτική ορθότητα έχει νόημα και σκοπό ως πολιτική στάση, στον βαθμό που, ονοματίζοντας τους άλλους και τις πράξεις τους, τους πατρονάρουμε, τους καθορίζουμε, ή ασκούμε πάνω τους αυταρχικά την εξουσία μας: την εξουσία της ελίτ που καμώνεται την πλειοψηφία.

Πολιτική ορθότητα και ευφημισμός

Η πολιτική ορθότητα είναι στάση και πράξη πολιτική και καθόλου καλολογική. Άρα δεν μπορεί να είναι απλός ευφημισμός. Όπως σημειώνεται στο παραπάνω απόσπασμα του Παναγιωτίδη, "ποικίλοι φορείς, με προφανέστερους αλλά όχι μοναδικούς την πολιτική εξουσία και τη διαφήμιση, καταχρώνται τον ευφημισμό ως μηχανισμό για να πουν μισές αλήθειες, δηλαδή ψέματα, αφού η απόκρυψη συναφούς μέρους της αλήθειας αποτελεί ψέμα".

Στην πραγματικότητα, ο ευφημισμός έχει σκοπούς πολύ διαφορετικούς από την πολιτική ορθότητα, αφού πασχίζει να ωραιοποιήσει μια πραγματικότητα αλλάζοντας τις λέξεις: ονοματίζει παράπλευρες απώλειες τους αμάχους νεκρούς, σωφρονιστικό κατάστημα τη φυλακή, κ.ο.κ. Είναι πάγια πρακτική του νεοφιλελεύθερου απολίτικου και ρηχού δικαιωματισμού να προσπαθεί να καταστήσει αόρατη κάποια αδικία ή κάποιο κοινωνικό πρόβλημα καταφεύγοντας στον ευφημισμό και στην καλολογία, ορμώμενος από έναν αφελή οργουελισμό, κατά τον οποίο εξαφανίζεις την έννοια άμα απαλείψεις τη λέξη. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, αν πάψω να λέω τους Τσιγγάνους Τσιγγάνους θα γίνουνε "Αθίγγανοι" (...) ή και Ρομά, άρα κανονικοί πολίτες και κανονικοί άνθρωποι και καθόλου θυματα αιώνων συνεχιζόμενου ρατσισμού.

Ο ευφημισμός προσπαθεί να υποκαταστήσει πραγματικούς κοινωνικούς αγώνες και πραγματική κοινωνική δράση. Η πολιτική ορθότητα απεναντίας εντάσσεται σε αυτούς τους αγώνες. Ο ευφημισμός ενδεχομένως αναγνωρίζει σιωπηλά τις σχέσεις ηγεμονίας και εξουσίας στον λόγο αλλά πασχίζει να τις κουκουλώσει ή και να τις ωραιοποιήσει. Ένα έμφυλο παράδειγμα είναι και το εξής: αν πω την πόρνη "ιερόδουλη", παριστάνω ότι οι γυναίκες με τη συγκεκριμένη εργασία και με συνήθως συγκεκριμένα ταξικά χαρακτηριστικά, γυναίκες αποσκορακισμένες από την πατριαρχία αλλά και αναγκαίες για αυτήν, επιτελούν ιερό λειτούργημα όπως οι γυναίκες των ναών της Αφροδίτης. Απεναντίας, η πολιτική ορθότητα προσπαθεί (αποτελεσματικά ή όχι) να κάνει φανερές τις ταξικές πραγματικότητες και να σταθεί απέναντι στις ετικέτες που κολλάει η πατριαρχία, προτείνοντας το "εργάτρια / εργάτης του σεξ" ή και την επαναοικειοποίηση του όρου "πουτάνα" -- δεν έχουμε να κάνουμε με φιλολογίες εδώ, παρά με μια δυναμική διαδικασία (εκ νέου) αυτοπροσδιορισμού.

Με δυο λόγια, η πολιτική ορθότητα αντιλαμβάνεται το πώς ασκούμε ηγεμονία πάνω στους αδύναμους και μη προνομιούχους ετεροκαθορίζοντάς τους και προσπαθεί να καταστήσει αυτή τη διαδικασία ορατή ή και να την ανατρέψει. Αντίθετα, ο ευφημισμός προσπαθεί να ωραιοποιήσει και να κουκουλώσει: είναι το γλωσσικό αντίστοιχο των ψεύτικων προσόψεων του Ποτέμκιν.

Εδώ υπεισέρχεται το θέμα του ετεροκαθορισμού: κάθε κοινότητα δικαιούται να αποκαλείται όπως εκείνη επιθυμεί να αποκαλείται, ιδίως όταν υφίσταται καταπίεση ή διακρίσεις. Συνεπώς, η καούρα των Ελλήνων να αποκαλείται η χώρα μας Hellas (λες και φτάνει μέχρι τον Όλυμπο και τη Δωδώνη) είναι χαριτωμένος (;) ακκισμός, η απαίτηση όμως των τρανς να λέγονται τρανς είναι το λιγότερο στο οποίο μπορούμε να ανταποκριθούμε.

Επίσης, το ζήτημα του ετεροκαθορισμού είναι και υπόθεση περικειμένου, κόντεξτ: ο Ρομ που επιθυμεί να αποκαλείται "Τσιγγάνος" (επανοικειοποιούμενος τον όρο) ή "Ρομ" έχει ως εναλλακτική ετικέτα το υβριστικό "Γύφτος" ή το πατερναλιστικό "Αθίγγανος". Ο Έλληνας όμως που θέλει να λέγεται Hellene έχει ως εναλλακτικό ετικέτα το τιμημένο Greek. Επίσης, το Άτομο με (Ειδικές) Ανάγκες -- όρος που υπογραμμίζει την ευθύνη της κοινωνίας απέναντι στις ανάγκες του και δεν αξιολογεί τις ανάγκες καθεαυτές -- έχει ως εναλλακτικές ετικέτες τα "ανάπηρος", "προβληματικός" και άλλα χειρότερα, ή το χυδαία ευφημιστικό ψεύδος του "Άτομο με Ειδικές Ικανότητες"...

Πολιτική ορθότητα και κορρεκτίλα

Η πολιτική ορθότητα δεν είναι υπόθεση ίσων αποστάσεων: ο λόγος ύπαρξής της είναι να χειραφετήσει όσους καταπιέζονται· μέρος του "καταπιέζω κάποιον" είναι και το "τον ονομάζω όπως θέλω κι όχι όπως θέλει" και το "οικειοποιούμαι τη φωνή του". Συνεπώς, το να αποκαλείς τις γυναίκες συλλήβδην "μουνιά" δεν είναι το ίδιο με το να αποκαλείς συλλήβδην τους άντρες "ψωλές" -- δείτε και μόνοι σας πόσο άκυρο είναι το δεύτερο ως απόπειρα προσβολής ή σβησίματος.

Τα παραπάνω αποσιωπώνται συχνά κι έτσι καβάλα πάνω στο κίνημα της πολιτικής ορθότητας πάνε διάφορες καλολογίες. Άλλοτε αγνοούμε τη διάσταση της εξουσίας και της ανισότητας, άλλοτε (όπως είδαμε) καμωνόμαστε ότι μπορούμε να απαλείψουμε αυτή τη διάσταση αν δεν την κουβεντιάσουμε. Και στις δυο περιπτώσεις καταλήγουμε να καλολογούμε· από την πολιτική ορθότητα εκπίπτουμε στην κορρεκτίλα, στη λογοκρισία της καλολογίας.

Κι έτσι φτάνουμε να προγράφουμε κάθε προσβολή και κάθε λέξη-ταμπού, κάθε "κακή λέξη". Η "πολιτική ορθότητα" -- που σε αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι πια καθόλου political αλλά σκέτη correctness -- καταντάει να ασχολείται με trigger, δηλαδή με όρους και αναπαραστάσεις ταμπού: με οτιδήποτε μπορεί να προσβάλει ή να αναστατώσει οποιονδήποτε. Δυστυχώς όμως, ό,τι και να πει και ό,τι και να δείξει κανείς θα προσβάλει τουλάχιστον έναν άνθρωπο. Το ζήτημα δεν είναι να ειμαστε όλοι αγαπημένοι και να μη μαλώνουμε· ποσώς. Το ζήτημα είναι, επαναλαμβάνω, πολιτικό: να μην στοχοποιούνται με τον λόγο ομάδες και μέλη τους χωρίς φωνή και χωρίς εκπροσώπηση (ή, εννοείται, εξουσία).

Η επέλαση της κορρεκτίλας έχει τρεις συνέπειες: μας εθίζει στο προφανές, νομιμοποιεί τη λογοκρισία και βλάπτει την ίδια την υπόθεση της πολιτικής ορθότητας.

Το προφανές

Η ερμηνεία στο αρχικό επίπεδο, στο προφανές κι επιδερμικό, γίνεται σταδιακά η νόρμα: "αυτό που βλέπω είναι αυτό που βλέπω και όλα τα υπόλοιπα είναι θεωρίες". Αν μια φωτογραφία δείχνει κώλους είναι τσόντα, αν μιλάει για φτωχούς είναι αριστερή κλάψα, αν αφηγείται το 1922 είναι εθνικιστικό κήρυγμα. Και τέλος. Στην Ελλάδα το γύρισμα στην αποκλειστική κυριολεξία έγινε (ανεπαισθήτως) με τον Τελευταίο Πειρασμό του Σκορσέζε. Σιγά σιγά κάθε συζήτηση για οποιοδήποτε δημιούργημα δεν ήταν άνοστο, ανώδυνο κι ανεπαίσθητο, έπρεπε να διεξάγεται με όρους "ναι μεν αλλά": από την παιδοκτονική Μήδεια μέχρι τους οριακά παιδοφιλικούς πίνακες του Μπαλτύς, από καρναβαλικά γαμοτράγουδα μέχρι το μπουρλέσκ, από τον χριστόληπτο Μπαχ και τους σατανολάτρες Σάμπαθ μέχρι τα γυμνά του Μανιερισμού και του Μπαρόκ.

Η κορρεκτίλα παραγνωρίζει επίσης ότι όλοι οι όροι κι όλες οι αναπαραστάσεις λειτουργούνε μέσα σε συμφραζόμενα: τι λέει από πάνω και τι λέει μετά, και μέσα σε ποιο περικείμενο βρίσκεται. Η κορρεκτίλα δηλαδή αγνοεί μια θεμελιώδη διάσταση της επικοινωνίας: ποιος και πότε λέει τι και γιατί, ως τι και με ποιον σκοπό, από ποια θέση κτλ Η κορρεκτίλα αγνοεί τις διαφορές κυριολεξίας, χιούμορ, σάτιρας, παραθέματος, μεταφοράς, του να βάζεις λόγια στο στόμα άλλου κ.ο.κ. ... Η αγνόηση των συμφραζομένων και του ευρύτερου περικειμένου οδηγεί π.χ. το ελεεινά πουριτανικό Facebook, το οποίο πασχίζει να μη δημιουργεί αντιπάθειες φιμώνοντας ό,τι δεν αφορά γάτες και καρδούλες, να μπλοκάρει κάθε ανάρτηση που περιέχει τη λέξη nigger, ακόμα και αν είναι το τραγούδι του Λέννον ή κάτι που ανεβάζει ένας μαύρος πιτσιρικάς στη Βαλτιμόρη...
 
Λογοκρισία και προκατάληψη

Υπάρχει πολύ μεγάλη διαφορά μεταξύ του να μην ασκείς γλωσσική ηγεμονία και του να λογοκρίνεις "για χάρη" των μη προνομιούχων. Δυστυχώς για πολυ κόσμο, αυτή η διαφορά δεν είναι ευδιάκριτη: πολλοί λοιπόν λένε "χαλάλι η λογοκρισία άμα προστατεύει τους μη προνομιούχους". Ωστόσο, όσο πεφωτισμένα και καλοπροαίρετα και να ασκείται η λογοκρισία (για μένα η πεφωτισμένη λογοκρισία είναι οξύμωρο), όσο και να γίνεται προς όφελος των αδύναμων και κατατρεγμένων, είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι με το πέρασμα του χρόνου καταλήγει να γίνει ξανά όπλο στα χέρια της εξουσίας. Αν η λογοκρισία είναι λ.χ. DDT, καθόλου τυχαία επιλογή εντομοκτόνου, ενδεχομένως να σκοτώνει κουνούπια αλλά όχι όλα τα κουνούπια, ενώ στο μεταξύ σκοτώνει και πολλά άλλα...

Συνεπώς, ενώ με ευκολία μπορούμε να λογοκρίνουμε κάποιον που είπε "αράπηδες βουλευτές" ή "πουτάνα δημαρχίνα", σκεφτείτε ένα σεξιστικό "πρέπει να τη βάλουνε κάτω να τη γαμάνε δεκα με το στανιό" που απευθύνεται σε κάποια γυναίκα χωρίς εξουσία και άντε να αποδείξετε ό,τι θέλετε στα περισσότερα δικαστήρια αυτού του πλανήτη εν έτει 2017. Ταυτόχρονα, θα έχετε κανονικοποιήσει τη λογοκρισία προς όφελος και λευκών βουλευτών, ανδρών δημάρχων κ.ο.κ.

Γενικότερα, όταν την πολιτική ορθότητα, την αναίρεση κακοδοξιών και τους αγώνες τούς υποκαθιστά η λογοκρισία και η κορρεκτίλα, έχουμε τέρατα. Δείτε για παράδειγμα την υπό θεσμοθέτηση σε πολλές χώρες ταύτιση του αντισημιτισμού με την κριτική στην ισραηλινή κυβέρνηση, δείτε επίσης σε συμβολικό επίπεδο την εξίσωση σφυροδρέπανου και σβάστικας ως απαγορευμένων εμβλημάτων στην Ουγγαρία και αλλού.

Επί της ουσίας, όποιος θέλει να αγωνιστεί κατά του σεξισμού, του φασισμού, του αντισημιτισμού, της ισλαμοφοβίας, της ομοφοβίας, της τρανσφοβίας, κτλ. κτλ. καλό είναι να μη λησμονεί πως οι νόμοι και οι δίκες (πρέπει να) έπονται των κινητοποιήσεων και των αγώνων από κάτω: θυμηθείτε τους αγώνες για τα πολιτικά δικαιώματα στις ΗΠΑ του '60 ή αναλογιστείτε γιατί χρονίζει η δίκη των ναζί δολοφόνων μας.

Ανοίγοντας τη συζήτηση, είμαι υπέρ της απόλυτης ελευθερίας του λόγου όταν δεν υποκινεί ανοιχτά σε βιαιοπραγία κατά των μη προνομιούχων. Με άλλα λόγια: "φάτε τους πλουσίους", οκέι. "Οι Εβραίοι είναι σατανικοί", οκέι. "Φάτε τους Εβραίους", μάντρωμα. Βεβαίως, η ελευθερία του λόγου δεν συνεπάγεται ανοχή ή συναίνεση: θα αντιτάξω τον δικό μου λόγο στο μιαρό "οι Εβραίοι είναι σατανικοί" και θα χλευάσω ακόμα και το "φάτε τους πλουσίους", αφού δεν τρώγονται με τίποτα.

Το ζητούμενο λοιπόν δεν είναι ούτε να λογοκρίνουμε ούτε να αυτολογοκριθούμε. Παράλληλα, πλανώμαστε αν πιστεύουμε ότι η διασφάλιση της ελευθερίας του λόγου συνεπάγεται ότι θα πούμε κάτι όμορφο, καλό και κόσμιο· τουναντίον. Η πλάνη μας όμως αυτή προκύπτει από την απολίτικη ταύτιση τριών παραγόντων: της ελευθερίας του λόγου, της πολιτικής ορθότητας (η επίκληση της οποίας εισάγει στη συζήτηση τις παραμέτρους της αυθεντία και της εξουσίας) και των "ανθρωπιστικών αξιών", ιδίως όταν γίνονται αντιληπτές με το αίτημα να είμαστε όλοι καλά και να μη στενοχωριέται κανείς.
 
Ως συνήθως, το βαθύτερο πρόβλημα εντοπίζεται στην προσπάθειά μας να κατανοήσουμε τα ανθρώπινα πράγματα με τρόπο απολίτικο, αγνοώντας τους παράγοντες Εξουσία και Προνόμιο, αλλά και η απροθυμία μας να κάνουμε λεπτές μα αναγκαίες διακρίσεις.  Καταλήξαμε λοιπόν να ταυτίζουμε την πολιτική ορθότητα (μέθοδο πυρόσβεσης της γλωσσικής ηγεμονίας) με τη νεοσυντηρητική κορεκτίλα (που ενίοτε παριστάνει την αστική αβρότητα) ενώ καταντήσαμε να θεωρούμε την ανθρώπινη ευγένεια ομόλογη με εμμονικές απόπειρες να αποφύγουμε να προσβάλουμε οποιονδήποτε (ακόμα και τους φασίστες π.χ.).

Κι αυτό τελικά βλάπτει την ίδια την υπόθεση της πολιτικής ορθότητας

Όσο εθιζόμαστε στην κυριολεξία και στο αυτονόητο, όσο γινόμαστε πρόθυμοι να λογοκρίνουμε και να αυτολογοκριθούμε, τόσο περισσότερο καθίσταται αναγκαίο να κατανοήσουμε τι σημαίνει ανισότητα, καταπίεση, (γλωσσική) ηγεμονία. Ο αγώνας δεν είναι μεταξύ ελευθερίας του λόγου και πολιτικής ορθότητας, παρά μεταξύ νεοσυντηρητικής κορρεκτίλας από τη μία και κάθε μορφής καταπίεσης και ετεροκαθορισμού από την άλλη, εντός κι εκτός κειμένων, τέχνης και κουλτούρας.

Η χονδροειδής ταύτιση πολιτικής ορθότητας, κορρεκτίλας και "ανθρωπιστικής καλοσύνης" σε συνδυασμό με την ανοχή μας στη λογοκρισία επιτείνει τον ηθικό πανικό που επικρατεί γύρω από την πολιτική ορθότητα. Για πολύ κόσμο το "PC" είναι πλέον συνώνυμο της (αυτο)λογοκρισίας και του ευφημισμού και από πολιτική στάση η πολιτική ορθότητα γίνεται αντιληπτή ως ηθική κορρεκτίλα: κωμικοί φοβούνται ότι δεν θα μπορούν να λένε χοντρά ανέκδοτα, γυναίκες αναρωτιούνται αν είναι πρέπον να κραυγάσουν "γάμα με!" και άντρες ορρωδούν μπροστά στη ροπή να ανακράξουν "καριόλα!", ρέκτες του ύφους και της ακριβολογίας αγανακτούν με νεολογισμούς και άκομψες καινοτομίες, Εβραίοι καταλήγουν να αποκαλούνται "self-hating Jew", λάτρεις της τέχνης βλέπουν να έρχονται παπικά βρακάκια και ετικετούλες Parental Advisory... Αυτοί και όλοι μας (θα έπρεπε να) μισούμε τη λογοκρισία.

Άρα;


Τι να κάνουμε λοιπόν; Νομίζω ότι υπάρχει μια απλή συνταγή: πρώτα σκέφτομαι ποια σχέση προνομίων, ιεραρχίας ή κι εξουσίας έχω με εκείνον στον οποίο θα απευθυνθώ ή (χειρότερα) με εκείνον εξ ονόματος του οποίου θα μιλήσω. Αντιστρέφω αυτή τη σχέση και μπαίνω στη θέση του. Αν στο ίδιο περικείμενο θα έλεγα τα ίδια ή παρόμοια (αστεία, σκωπτικά, χυδαία, διδακτικά, βαρύγδουπα, εξυπναδίστικα, ζουμερά, στεγνά, κτλ. κτλ.), είμαι μια χαρά και προχωρώ.

Το ουσιώδες είναι να μη συγχέουμε τον νεοσυντηρητικό ηθικισμό (για την αναίρεση του οποίου απαιτούνται μεταμέλειες κι εξιλεώσεις κτλ.) με μια πολιτική στάση, η οποία υπόκειται σε κριτικό και διαλεκτικό έλεγχο μέσα στην κοινότητα και μέσα στην κοινωνία. Εκεί ακριβώς τελικά διαφέρει η πολιτική ορθότητα από τις ηθικιστικές και λογοκριτικές διαστρεβλώσεις της.

GatheRate

Κυριακή, 3 Σεπτεμβρίου 2017

Πεδίον Άρεως


Γεννήθηκα το 1973. Μέχρι το 1985 πηγαίναμε τακτικά στο Πεδίον Άρεως και παίζαμε μέχρι πολύ αργά. Είχε κύκνους στις κούνιες προς τη Μαυρομματαίων, τις μεγάλες, είχε τη διαδρομή με τα ηρώα των λιγοζωισμένων επαναστατών -- αλλά εμείς ως Γκυζιώτες προτιμούσαμε την πάνω πλευρά, τους λαβυρίνθους προς την Μπούσγου, τα μονοπάτια της ΓΥΣ, τη μεγάλη πλατεία μπροστά από το αναψυκτήριο.

Επειδή τελικά δεν ήμουνα του ποδοσφαίρου, γύρω στα 1985 το ξέκοψα το Πάρκο (έτσι το λέγαμε), τις τελευταίες μέρες της εκεί δράσης μου κάναμε ρεσάλτα και κλέβαμε χρωματιστές λάμπες από το αναψυκτήριο Άλσος, που πότε λειτουργούσε και πότε όχι. Το Πεδίον Άρεως το ξανανακάλυψα το 1992 γιατί και εκεί έβγαινα ραντεβού με την Κυψελιώτισσα της ζωής μου.

Ποτέ δεν αισθάνθηκα να απειλούμαι. Ποτέ δεν με πείραξε κανείς. Ποτέ δεν μου συνέβη τίποτα. Ποτέ δεν άκουσα να συμβαίνει σε κανέναν τίποτα. Μια φορά βρήκαμε ένα προφυλακτικό κάτω από έναν θάμνο (ήμουνα στο Δημοτικό τότε), μια φορά είδε η αδερφή μου μια σύριγγα (ήτανε στο Δημοτικό). Ότι ψωνίζονταν άντρες μεταξύ τους εκεί το έμαθα στα 1995, γιατί ήθελε να δοκιμάσει την εμπειρία ένας ντροπαλός φίλος μου. Αυτά.


Μετά το 1991, που ήρθαν οι πρώτοι μετανάστες, το Πάρκο γέμισε περισσότερα παιδιά με πολύ πιο κουρασμένες μανάδες. Μαζί με τους ημερήσιους ταβλαδόρους και τη νυχτερινή φρουρά (τύπους που σε ρώταγαν "τι ώρα είναι;" όπως έμαθα αργότερα) έδιναν ζωή στο Πάρκο. Και λέω "έδιναν ζωή" διότι επί Ισχυρής Ελλάδας άρχισαν να μη συχνάζουν οι γηγενείς περίοικοι με τα βλαστάρια τους. Είχε αλλάξει πια το τι θεωρούνταν αναψυχή: η φάση παγκάκι με παγωτό ή αναψυκτικό (το ένα περίπτερο είχε κι ωραία πλαστικά νεοϋορκέζικα χοντόγκ) άρχισε να γίνεται ντεπασέ· ο κόσμος ήθελε να πληρώνει για να καθήσει κάπου, να καταναλώνει "σαν άνθρωπος". Κυρίως όμως ο κόσμος δεν ήθελε να συγχρωτίζεται με "ξένους", σου έλεγαν ότι δεν ήθελαν να παίζουνε "με αλβανάκια και ποντιάκια" τα παιδιά τους και σου έλεγαν ότι δεν ακούς πλέον ελληνικά στο Πάρκο. Σιγά σιγά όντως δεν άκουγες ελληνικά στο πάρκο, αφού εγκαταλείφθηκε από τους περιοίκους. Έκλεισαν και τα περίπτερα.


Κατόπιν επήλθε ο ηθικός πανικός: στο γύρισμα του αιώνα μάθαμε σοκαρισμένοι στη γειτονιά ότι στο Πάρκο "ψωνίζονται άντρες πίσω από τους θάμνους", λες και ήτανε κάτι καινοφανές. Παράλληλα άρχισε η διαδικασία ανάπλασης του Πεδίου Άρεως.

Όσο διαρκούσε η διαδικασία ανάπλασης, το Πάρκο ήτανε σχεδόν κλειστό. Σε αυτό κατέφευγαν πια πολλά πρεζόνια ενώ ο ηθικός πανικός γιγαντώθηκε όταν δίπλα στους πούστηδες που το λυμαίνονταν προστέθηκαν άστεγοι Κούρδοι πρόσφυγες από το Ιράκ που κατασκήνωναν εκεί όπως όπως: ξαφνικά είχαμε βρει τους δικούς μας Τσιγγάνους. Εκεί έγινε χαμός. Το Πάρκο ανακηρύχθηκε άβατο και εστία μολύνσεως, κάποιοι (μάλλον όχι αφιλοκερδώς) έκραζαν ότι πρέπει να το πάρει ο Μίνως να το αξιοποιήσει, οι Κυψελιώτες και οι κυριλέ Γκυζιώτες κάτω από την οδό Γκύζη θρηνολογούσαν ότι πήραν το Πάρκο πήραν το οι Ξένοι και τα Πρεζόνια.


Κανείς ποτέ δεν έχασε φέρνοντας ηθικό πανικό. Αφού ολοκληρώθηκε η ανάπλαση, το καγκελόφραχτο Πεδίον Άρεως φιλοξενεί μαστροπούς και δουλέμπορους, χρήστες πρέζας και σχεδόν κανέναν άλλο. Τουλάχιστον εκδιώχθηκαν οι "πρόσφυγες που αποπατούσαν πίσω από τις προτομές των ηρώων".



Και όλοι πια είναι ικανοποιημένοι που αποκτήσαμε ένα κενό στην καρδιά της Αθήνας, που ακόμα ένα δημόσιο αγαθό απαξιώθηκε (από τους περιοίκους), ευτελίστηκε και είναι έτοιμο να αξιοποιηθεί και να γίνει χώρος κατανάλωσης.

Όλες οι φωτογραφίες είναι δικές μου, του 2005.

GatheRate

Σάββατο, 26 Αυγούστου 2017

Κολακεία και Διακόσμηση


Κάποιες καθόλου πρωτότυπες σκέψεις.

Ι.
Δεν έχουμε ανάγκη άλλα άτολμα έργα, μας πνίγει η έλλειψη αισθητικής τόλμης. Μιλάμε για τόλμη, οχι για πρωτοτυπία με κάθε τίμημα και για εντυπωσιασμό. Η πρωτοτυπία ούτε είναι αυτοσκοπός ούτε από μόνη της δικαιώνει ένα έργο. Ο εντυπωσιασμός και το κάθε λογής γκραν γκινιόλ δεν αφορούν κανέναν σε βάθος χρόνου, ιδίως σε έναν κόσμο χορτάτο από εντυπωσιασμούς και από σοκαριστικά ερεθίσματα, ενώ τελικά δεν υπάρχει τίποτε πιο κουραστικό από την προσπάθεια να εντυπωσιάσεις το κοινό σου·

όμως

δεν μας αφορά ποσώς τίποτε που να κολακεύει ό,τι είναι προνομιούχο, καθεστηκός και εδραιωμένο ή ό,τι είναι προϊόν καθεστηκυίας και εξουσιαστικής κατάστασης: τον λεγόμενο ρομαντικό κι αποστειρωμένο έρωτα, τον γάμο, την τεκνογονία, τον Χριστό, τον Αλλάχ, την πατρίδα που υφίσταται ως εθνικό κράτος, τη δόξα των πατέρων και των προγόνων, το να είσαι στρέιτ λευκός άντρας, την "αριστεία και σεμνότητα", τον φιλεύσπλαχνο πλούτο, την τίμια εργασία που σωφρονεί και σωφρονίζει, το προϊόν, τις όποιες βεβαιότητες.

Κάθε κολακεία για οτιδήποτε καθεστηκός και πεθαμένο είναι διδακτισμός. Το πρόβλημα δεν είναι η στράτευση, άλλωστε όλη η δημιουργία είναι στρατευμένη σε κάτι, ακόμα και αν αυτό το κάτι είναι η αγωνία μας. Το πρόβλημα είναι σε ποια συμφραζόμενα στρατεύεσαι και πόσο πεθαμένο είναι αυτό για το οποίο στρατεύεται η τέχνη σου. Εκτός κι αν είσαι ο Μπαχ. Αλλά δεν είσαι ο Μπαχ.

Με άλλο λόγια:

Η Κολακεία, οποιαδήποτε κολακεία κι οποισδήποτε πινδαρισμός για θέμα ασφαλές ή εδραίο, είναι αισθητικά νεκρή. Κολακεία είναι ό,τι εξυμνεί χωρίς επίγνωση των σχέσεων εξουσίας ή και καταπίεσης.

Απεναντίας, μας αφορά κάτι που μας μετατοπίζει και μας μετακινεί και μας προκαλεί αμηχανία και ίσως τσαντίλα. Που μας προσβάλλει ενδεχομένως, αποκαλύπτοντας τα προνόμιά μας. Η τόλμη βρίσκεται στη ματιά που κοιτάζει το θέμα από εκείνη τη μεριά που το κοινό νομίζει ότι κανείς δεν κοιτάζει: αυτή ακριβώς η ματιά θα ενοχλήσει και (τελικά) θα βρει τον τρόπο να υλοποιηθεί.

ΙΙ.

Είναι επίτευγμα να παντρέψει κανείς δύο μεταξύ τους ξένες μορφές, π.χ. την φολκ και το ροκ εν ρόλ ή τη βυζαντινή ζωγραφική με τη δυτική μανιέρα, ή την ποίηση με το φέισμπουκ -- αλλά μόνον αν έχει να πει κάτι πραγματικά ενδιαφέρον. Δεν χρειάζεται αυτό που θα πει να είναι πρωτότυπο ή καινούργιο, αλλά πρέπει να είναι ενδιαφέρον. Τελικά κανείς δεν ενδιαφέρεται για την πρωτοποριακή σου φόρμα αν το θέμα σου είναι λ.χ. να μιλήσεις για τις δόξες του Ελληνισμού εν έτει 2017 (εν έτει 1917 είχε κάποιο νόημα).

Πάντως, να υπάρχει κάποια μορφή, κάπως ή έστω κάπου: αν η περιγραφή ή ερμηνεία που έγραψες ο ίδιος για το έργο σου είναι εκτενέστερη ή συνθετότερη από το ίδιο το έργο σου, παράτα το έργο σου και γύρνα το στα δοκίμια.

Και φυσικά θα κλέψεις, όλοι κλέβουν, οπωσδήποτε να κλέβεις. Αλλά και πάλι: θα κλέψεις μόνον αν έχεις να πεις κάτι πραγματικά ενδιαφέρον. Δεν χρειάζεται να είναι κάτι πρωτότυπο ή καινούργιο, αλλά πρέπει να είναι ενδιαφέρον.

ΙΙΙ.

Η Διακόσμηση ως πρόθεση ή ως μέθοδος ή ως μέσο δεν συγκινεί κανέναν πια. Αν θέλουμε να ακούσουμε "κάτι όμορφο", υπάρχουν ο Rieu και οι Nouvelle Vague, αν θέλουμε να δούμε "κάτι όμορφο" υπάρχουν πανέμορφες διαφημίσεις και ωραίες εικόνες στο ίντερνετ, αν θέλουμε να διαβάσουμε "κάτι όμορφο"... κ.ο.κ. Αν δεν μπορείς να φανερώσεις την ομορφιά στο θέμα σου και πρέπει να την παστώσεις από πάνω, και μάλιστα σε παχειές στρώσεις, καλύτερα να αφοσιωθείς στις τεχνοτροπίες, τις οικοδομικές εννοώ.

IV.

Ισχύει παντού ισχύει και στην τέχνη: πρέπει να παίρνει κανείς στα σοβαρά το έργο του αλλά καθόλου τον εαυτό του.

Άλλωστε

Όσοι πάσχουν από υπερβολική αυτοπεποίθηση αδυνατούν να καταλάβουν πόσο γελοίοι είναι επειδή πάσχουν από υπερβολική αυτοπεποίθηση.

Όσοι πάσχουν από υπερβολική αυτοπεποίθηση αδυνατούν να καταλάβουν πόσο γελοίοι είναι, επειδή πάσχουν από υπερβολική αυτοπεποίθηση.

GatheRate

Τρίτη, 22 Αυγούστου 2017

Λίγο Κάφκα, λίγο Πεσσόα, εντελώς Old Boy


Η Πεζή Αλφαβήτα του Κώστα Κωστάκου (κατά κόσμον Old Boy) βρίσκεται πέρα από ένα ορόσημο, το ορόσημο της ωρίμανσης. Αν τα μπλογκ θησαύρισαν και πρόκοψαν με το λογοπαίγνιο και την αυτοαναφορικότητα, αργότερα παραδίδοντας τη μεν στο τουίτερ και τη δε στο φέισμπουκ, το ορόσημο της ωρίμανσης βρίσκεται ακριβώς στο να βάλει κανείς λογοπαίγνιο και αυτοαναφορικότητα στην τσέπη (γιατί τίποτε δεν πετιέται ποτέ) και να προχωρήσει παραπέρα. Στην Πεζή Αλφαβήτα δεν θα βρείτε τον Ποιησού και της fuckές του μπλογκ του Old Boy, αλλά καταστάσεις και διαθέσεις πολύ πέρα από αυτά.

Ο καθένας έχει το δικό του παραπέρα. Το παραπέρα της Πεζής Αλφαβήτας βρίσκεται στη δυσφορία της ύπαρξης. Στη σελίδα 101 το λέει καλύτερα ο ίδιος ο Κωστάκος: "Δεν είναι ο θάνατος το θέμα, δεν είναι η θνητότητα, δεν είναι η φθορά. Είναι η συνείδηση, είναι η νόηση, είναι ο εαυτός".

Τα κείμενα διατρέχει δυσφορία και σαφής αίσθηση παρατεταμένης ασφυξίας η οποία όμως δεν τελεσφορεί ποτέ: η λύτρωση του τελικού πνιγμού ποτέ δεν επέρχεται. Τα κείμενα του βιβλίου κατοικούνται από εναλλακτικούς εαυτούς της ίδιας περίπου ανησυχαστικής περσόνας, η οποία υλοποιοιεί κάθε κείμενο από τα 24 αλφαβητικά μέσα από την πήξη και την αποκρυστάλλωση της ματιάς της.

Πιο συγκεκριμένα, καθε ένα από τα 24 κείμενα πραγματώνει κι από ένα ιδιωτικό και περίκλειστο, ουσιαστικά μονοπρόσωπο, σύμπαν. Σε καθένα από αυτά τα 24 κείμενα δεν υπάρχει κανεις άλλος που να μετράει εκτός από την εκάστοτε περσόνα που αυτοβιογραφείται· ή μάλλον όλοι οι υπόλοιποι (ο ψιλικατζής στο Νι λόγου χαρη) υπάρχουν ως υποθέματα, αφορμές ή προσχήματα για να μιλήσει η περσόνα και να αποκαλύψει το εύρος και το βαθος πεδίου της ματιάς της και της ένδον εμπειρίας της. Κάποιες ματιές είναι αναγνωρίσιμες και οικείες, κάποιες πιο ραιβές από άλλες -- σε κάθε περιπτωση, προσωπικά ξεχώρισα εκείνες στα Γάμα, Μι, Πι και Ταφ.

Επίσης, κάθε κείμενο είναι στην πραγματικότητα ένα συνεπτυγμένο σενάριο. Η αίσθηση σεναρίου γίνεται ακόμα εντονότερη στα τρία τελευταία κείμενα, που κείνται εκτός αλφαβήτας. Εκεί πια έχει κανείς την αίσθηση ότι διαβάζει την περίληψη ενδιαφέρουσας κι αλλοκοτης ταινίας: η πρώτη μιλάει (χωρίς να το αντιλαμβάνεται μάλλον) για την ιστορία της πατριαρχίας, η δεύτερη αποτελεί διασκευή της Δίκης του Κάφκα, η τρίτη είναι μια ιλιγγιώδης επαναδιαπραγμάτευση του κουρασμένου θέματος της zombie apocalypse -- αλλά πολύ πιο ενδιαφέρουσα από οποιαδήποτε άλλη τέτοια διαπραγμάτευση θα μπορούσαμε να έχουμε δει στο σινεμά.

Το βιβλίο είναι μονόχνωτο, μονότροπο και μονοφωνικό με φροντίδα και συνέπεια. Δίνει πολλές και διαφορετικές προβολές στον κόσμο ενός εαυτού, οριακά διαφορετικού κάθε φορά, ενός εαυτού που σε κάθε μικρή ιστορία καταλήγει να επεκτείνεται σε ένα μικρό περίκλειστο σύμπαν και να το καταλαμβάνει πληρώντας το,

Περιμένουμε πια μια διαφορετική έκφανση αυτής της διάθεσης, αυτής της ικανότητας κοσμοπλασίας, ενδεχομένως με τη μορφή ενός κανονικού κινηματογραφικού σεναρίου.

GatheRate

Ναζισμός, σταλινισμός και ιστορίες για αγρίους


Τι ακριβώς καταδικάζουμε όταν καταδικάζουμε τον ναζισμό και τον σταλινισμό;
  • Την κατά Άρεντ βιομηχανοποίηση της γενοκτονίας; Τότε καταδικάζουμε μόνο τον ναζισμό και τον φασισμό που τον συμπλήρωσε και τον στήριξε, και τώρα και όσο υπάρχουν άνθρωποι.
  • Την ποσότητα των εγκλημάτων και την ευρηματικότητα της βαρβαρότητας; Τότε καταδικάζουμε και τους δύο αλλά και την αποικιοκρατία και τον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ -- όπως και κάθε κρατική οντότητα η οποία (υπό κλίμακα) έκανε τις εθνοκαθάρσεις και σφαγές που πέρναγαν από το χέρι της (τσαρικά πογκρόμ, γενοκτονία των Αρμενίων, σφαγές απεργών κτλ. κτλ.).
  • Την αιτιοκρατική σύνδεση ιδεολογίας-αρχών και εγκλημάτων; Τότε πρωτοστατούν ο ναζισμός και ο φασισμός σε απόλυτο βαθμό, έπεται η αποικιοκρατία και ακολουθεί μόνον υπό συγκεκριμένες ερμηνευτικές παραδοχές ο σταλινισμός. Άλλωστε το μονοπώλιο της νόμιμης βίας το λαγνεύονται και οι φιλελευθερες (ή "αστικές") δημοκρατίες.
(Παρένθεση: οι νοσταλγοί του σταλινισμού ισχυρίζονται ότι ο σταλινισμός δεν είναι σύστημα αρχών, παρά "μέρος του ιστορικού προτσές" και ετικέτα μιας εποχής και ενός ηγέτη. Όχι βέβαια· ο σταλινισμός δεν τελείωσε το '53: σταλινικές ήταν η Βουλγαρία, η Αλβανία, η ΛΔΓ, σταλινικός ήταν ο Πολ Ποτ. Ας μην παίζουμε με τις λέξεις: οι ρίζες του σταλινισμού βρίσκονται στις πρώτες μέρες της Οκτωβριανής Επανάστασης, όταν ο Λένιν κατάργησε κάθε ίχνος ελευθεροτυπίας -- όπως καταγγέλλει η Ρ. Λούξεμπουργκ. Σταλινισμός είναι η εγκαθίδρυση ενός διαρκούς καθεστώτος απολυταρχίας που συντηρεί ένα συγκεντρωτικό-γραφειοκρατικό κράτος στο όνομα της επανάστασης και του σοσιαλισμού εγκαθιδρύοντας μια νομενκλατούρα. Ο σταλινισμός είναι ιδεολογία (με την μαρξιανή έννοια) και έχει τόση σχέση με τον κομμουνισμό όση τα auto da fé με την επί του Όρους Ομιλία.)

Καταδικάζουμε μήπως με την αναφορά στον "σταλινισμό" την εποχή 1945-1968; Ήτανε μια σκατά εποχή παντού: μακαρθισμός, μαζικές σφαγές κομμουνιστών στην Ινδονησία, Κορέα, Βιετνάμ, σταλινισμός, Φράνκο (μπα! τον ξέχασαν τον σκούληκα), μακρονήσια-ξερονήσια-χαφιέδες-ανωμαλία στην Ελλάδα, εξουσία παπά και καραμπινιέρου στη Νότια Ιταλία, η Γαλλική Δημοκρατία δήωνε την Αλγερία, ενώ η μεγάλη δημοκρατία του Ηνωμένου Βασιλείου έκανε τον νταβατζή του Σουέζ, κρέμαγε Κυπρίους κατά συρροή, έσφαζε "μαύρους" και γενικά πάσχιζε να κρατήσει ζωντανή την αγαθοεργή αυτοκρατορία της. Καταδικάζουμε; Κάργα: ποτέ ξανά!

Η συζήτηση καταντάει ανόητη. Πιο ανόητη είναι η προθυμία της "αριστεράς" να συμμετάσχει σε αυτή με τους όρους που θέτει η παραδοσιακά ανιστόρητη και ημιμαθής ελληνική Δεξιά -- όπως κάνει ξανά και ξανά. Πιο γόνιμο θα ήταν να πάει σε αυτό το συνέδριο των Εσθονών και, αφού απαιτήσει να ξεκαθαριστούν οι όροι με τους οποίους ναζισμός και σταλινισμός γίνονται αντιληπτοί ως ομοειδείς, να ζητήσει να μπει και η αποικιοκρατία στη συζήτηση -- άλλωστε όλες οι σημαντικές αποικιοκρατικές δυνάμεις του 20ου αιώνα (η Πορτογαλία μέχρι το 1975) είναι μέλη της ΕΕ. Γιατί όχι;

Κλείνοντας, σχετικά με τους ανατολικούς εταίρους της ΕΕ: είτε μας αρέσει είτε όχι, η "επιρροή" της ΕΣΣΔ μεταξύ 1945 και 1991 γίνεται αντιληπτή από τους λαού τους ως κατοχή. Αυτό δεν είναι ρεβιζιονιστικό παραμύθι: το επισήμαιναν μη σοβιετοεξαρτώμενοι μαρξιστές επί δεκαετίες. Είναι αναμενόμενο να θέλουν αυτές οι χώρες, ιδίως τώρα που τις κυβερνούν νεοφιλελεύθερα ξόανα, να επαναπροσδιορίσουν αυτήν την περίοδο ως ρίζα κάθε κακοδαιμονίας τους, όπως κάνουμε εμείς με την Τουρκοκρατία, π.χ. Τουλάχιστον εμείς, που δεν χρειάστηκε να πολεμήσουμε στο πλευρό του Γερμανού κατά του Ρώσου (κι όχι "των ναζί κατά των κομμουνιστών") θα έπρεπε να έχουμε στείλει στον διάολο ταγματασφαλίτες, δοσίλογους και μαυραγορίτες από τις 13 Οκτωβρίου 1944 -- όπως τα υπόλοιπα δυτικά έθνη...

GatheRate

Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017

Αριστεία και πάλι

Αν θα πρέπει να μιλήσω εγώ για αριστεία θα πρέπει να γίνω κάπως μελό και ελαφρώς Ξανθόπουλος.

Οι ικανότητές μου ήταν αδιαμφισβήτητες από την πρώτη δημοτικού. Οι δάσκαλοι, πάντα πρόθυμοι να γίνουν Αριστοτέλης εκ των υστέρων, έστω και από την πορεία κάποιου Αλεξανδρέως, με ανακήρυσσαν διάνοια και "παιδί θαύμα". Υπερβολές· καλόπιστες μεν, αλλά υπερβολές. Στην τρίτη δημοτικού η δασκάλα ρώτησε τον πατέρα μου αν θα έπρεπε να ζητήσει από το Υπουργείο να προαχθώ κατευθείαν στην πέμπτη, "όπως κάνουνε στην Αμερική". Άλλες εποχές τότε, είχαμε ΠΑΣΟΚ κι όλα ήτανε δυνατά, ακόμα και τάξη μπορούσες να πηδήξεις.

Η οικογένειά μου είχε σχετική άνεση τότε (έτσι νομίζαμε) αλλά ο πατέρας μου βασανιζόταν από τη σκέψη ότι αν ζούσαμε "στην Κουμμούνα", το Κράτος θα αναλάμβανε την εκπαίδευσή μου και δεν θα εξαρτιόταν αυτή από την οικονομική άνεση της οικογένειας. Κι είχε δίκιο να ανησυχεί γιατί όταν έγινα δεκαπέντε άρχισε η οικονομική κάτω βόλτα.

Όταν ετοίμαζα το μηχανογραφικό για τις εξετάσεις μού έγινε σαφές ότι δεν υπήρχανε χρήματα να με στείλουνε Σαλονίκη κι ότι αν δεν δεν πέρναγα Αθήνα απλώς θα ξανάδινα. Εγώ ήθελα να πάω να σπουδάσω στη Σαλονίκη γιατί εκεί ήτανε καλύτερο το πανεπιστήμιο (αληθεύει) αλλά αυτή ήταν η ες το φανερόν λεγομένη αιτία: ήθελα να φύγω από το πατρικό αλλά όχι να χωθώ σε κανα χωριό όπως η Πάτρα ή (θεμουσχώραμε) τα Γιάννενα. Ήθελα να φύγω ένεκα κυρίως το σεξ -- όμως τι άλλο περιμένατε από μένα;

Πέρασα στην Αθήνα δέκατος από το τέλος γιατί η έκθεσή μου ήταν αναβαθμολογημένη με 15/20. Οι σπουδές μου ήταν κυρίως απογοήτευση, με εξαίρεση κάποιους δασκάλους. Αμέσως μετά την αποφοίτηση δούλεψα σε φασφούντ για εννιά μήνες, μαζεύοντας λεφτά για το μάστερ. Ευτυχώς δεν ήξερα τότε ότι οι 500.000 δρχ που κατάφερα να βάλω στην άκρη θα έφταναν για να επιβιώσω περίπου δυόμισυ μήνες στο Λονδίνο.

Πήρα την υποτροφία του ΙΚΥ ως επιλαχών. Έκανα το μάστερ. Ξεκίνησα διδακτορικό. Στο τρίτο έτος κόπηκε η υποτροφία. Ζούσα με διδασκαλία δώθε-κείθε και με τη φροντίδα κι υποστήριξη της κοπέλας μου. Δύο απόπειρες να δουλέψω ως ερευνητής δεν ευοδώθηκαν, η δεύτερη λόγω κάποιας γραμματέως στο Καίμπριτζ που δεν έκανε σωστά τη δουλειά της κι έτσι πήγε όλη η πρόταση στον βρόντο.

Μετά το διδακτορικό, 74 κιλά (τώρα είμαι 95), έψαχνα οποιαδήποτε δουλειά: για βιομηχανικός εργάτης δεν είχα αμάξι, για δούλος που περνάει δεδομένα σε βάσεις δεδομένων ήμουν overqualifed. Επειδή δεν είχα λεφτά να πηγαίνω σε συνέδρια κατά τη διάρκεια του σύντομου (ακριβώς τρία χρόνια) διδακτορικού μου, κανείς δεν με ήξερε για να μου δώσει δουλειά στον τομέα μου, "you have no exposure whatsoever". Το διδακτορικό μου ήτανε σύντομο γιατί δεν είχα, όπως είπαμε, άλλα λεφτά. Τουλάχιστον ακόμα τσιτάρουν τη διατριβή μου, δεν με χάλασε.

Μετά ανεργία. 82 αιτήσεις συνολικά για δουλειά, 5 συνεντεύξεις, 2 δεύτερες θέσεις. Μετά βρήκα δουλειά στα Τρίκαλα στα δυο στενά, χαμαλεύοντας και παριστάνοντας και δύο χρόνια το middle management· μετά από 5 χρόνια βρήκα μια πολύ καλύτερη. Κι έτσι έγινα ο Αρχηγός που είμαι τώρα. Βεβαίως, όπως λέει και φίλος χειρουργός: "ό,τι έκανα στα 41 το κάνω και στα 51, τότε όμως ήμουν 'νεαρός' τώρα πια 'θεός': έτσι πάει". Περιμένω λοιπόν να πάω 51 κι εγώ, ξέροντας πόσο τυχερός υπήρξα, αφού κανονικά έπρεπε μόλις να είχα διοριστεί στην Κίμωλο, έχοντας φάει τα νιάτα μου κι άλλα πολλά σε φροντιστήρια.

Τι δηλοί ο μύθος; Τι θέλει να πει ο ποιητής; Ευγενικά: "η αριστεία είναι πολυπαραγοντικό ζήτημα και ο ταξικός παράγοντας είναι ενδεχομένως ο σημαντικότερος". Λιγότερο ευγενικά: "όποιος έρθει να σταθεί μπροστά μου να μου μιλήσει για αριστείες και πίπες θα του πάρει ο διάολος το κορόλλα".

Η φωτογραφία του Lee Materazzi.

GatheRate

Τετάρτη, 16 Αυγούστου 2017

Χλευασμός Δεκαπενταυγούστου

Τι είδους γιορτή είναι ο Δεκαπενταύγουστος; Γιατί τόσος ντόρος; Μη δίνετε σημασία σε καινοφανείς ετικέτες όπως "το Πάσχα του καλοκαιριού" κτλ, αυτά είναι σλόγκαν χριστομάρκετινγκ τόσο πρόσφατα, ώστε να θυμάμαι εγώ (νέο παιδί) την εποχή πριν από αυτά.

Παλιότερα υπήρχαν οι εορτάζουσες και οι εορτάζοντες, καθώς και η Μεγαλόχαρη για όσους είχαν τέτοιες κλίσεις. Η Παναγία Σουμελά εμφανίστηκε στον κόσμο έξω από την ποντιακή κοινότητα επί ΠΑΣΟΚ, οι λιτανείες και κάτι επιτάφιοι ακόμα πιο μετά. Θλιβερές ευχές όπως "Καλή Παναγιά" δεν θυμάμαι να είχαμε τον περασμένο αιώνα. Ο Δεκαπενταύγουστος δεν ήταν τότε παρά ένα ημερολογιακό ορόσημο: ο αρσενικός οργασμός του καλοκαιριού με τον οποίο αποθεώνεται κι αμέσως μετά μαραίνεται.

Θα εξαναστείτε: Μα γιορτάζει η μισή Ελλάδα, εκτός από τις παρθένες, που γιορτάζουνε τα Εισόδια· όπως και του Αγιαννιού, του Αη Γιώργη, ή στις 21 Μαΐου. Μα είναι θεομητορική γιορτή· όπως τόσες άλλες. Μα έχει δική της νηστεία· όπως και των Αγίων Αποστόλων, π.χ. Μα είναι δυνατόν;

Την ύστερη πρώτη χιλιετία μ.Χ. οι χριστιανικές εκκλησίες κατάλαβαν πολύ καλά πως μια πίστη όπου υπάρχει ένας Πατέρας κι ένας Γιος (με σχέση όπως αυτή που έχουν οι γιοι με τους πατεράδες τους) δεν πρόκειται να κερδίσει τις καρδιές των ανθρώπων και θα επιστρέφουν σε ξωθιές και νεράιδες κι αστάρτες και βένερες. Ναι, πατριαρχία και ξέρω γω τι, αλλά πατριαρχία χωρίς γυναίκες, τοποθετημένες στη "σωστή" τους θέση, δεν υπάρχει. Χρειαζότανε λοιπόν μια γυναίκα στο συνοπτικό πάνθεον του χριστιανισμού.

Η κατάλληλη θεολογία υπήρχε, ήδη από τη Σύνοδο εκείνη με τους Μονοφυσίτες, που ανακηρυξε τη Μαρία Θεοτόκο. Κι η απαραίτητη εν προκειμένω παρθενία της Μαρίας υπήρχε ήδη από τις ανατολίτικες καταβολές της πίστης, όπου οι συλλήψεις είναι άσπορες ή (έστω) κατόπιν πολλής και ωρίμου σκέψεως άμωμες. Αυτό που οι Δυτικοί ονομάζουν μαριανή λατρεία και εμείς "τιμή στο πρόσωπο της Θεοτόκου" (που αν έχει δει ο Χριστός τέτοια τιμή στο δικό Του πρόσωπο, εγώ έχω χασαποταβέρνα δίπλα σε μονή) ήτανε ζήτημα χρόνου και κατάλληλου πλασαρίσματος.

Χαρακτηριστικό είναι ότι η θηλυκή ημίθεος της χριστιανοσύνης, ημίθεος όχι ως τέκνο θεού και μισή θεά, παρά ως μητέρα του Θεάνθρωπου -- που ομως είναι ολόκληρος Θεός -- είναι μάνα. Αυτή είναι η ιδιοσυγκρασία της μονοθεϊστικής-τριαδικής πίστης μας: όχι εργάνη, όχι διδασκάλισσα, όχι σύζυγος, όχι αμαρτοσφάχτρα, όχι ψυχοπομπός, όχι γιάτρισσα αλλά πρωτίστως μάνα και μάλιστα χαροκαμένη μάνα σε διαρκή οδύνη, που εικονίζεται έτσι στο διηνηκές. Μόνον η Αναγέννηση θα επανεφεύρισκε τη Μαντόνα ως περήφανη μάνα και ως mulier amicta sole, με το κυκλικό στέμμα από δώδεκα άστρα. Κατά τα άλλα και για τους άλλους, εμάς, πάντοτε χαροκαμένη.

Εν πάση περιπτώσει, αυτή την Παναγία μάς έδωσαν, με αυτή θα πορευτούμε. Αυτή είναι το πρότυπο, έχει εξαχθεί και σε όλον τον κόσμο, και εκτός Μεσογείου, με χαρακτηριστική επιτυχία: στη Λατινική Αμερική, στην Αφρική και αλλού. Μόνον οι εντελώς Βορειοευρωπαίοι δεν συγκινήθηκαν ποτέ ιδιαιτέρως από μια γυναίκα που η μπαρόκ εικονογραφία τοποθέτησε ψηλά στην ουράνια νομενκλατούρα ακριβώς από κάτω από έναν πολιό γέροντα με τριγωνικό φωτοστέφανο, έναν γενειοφόρο Ιταλό κι ένα περιστέρι· μόνο και μόνο γιατί ήταν η μαμά του γενειοφόρου Ιταλού (μπορεί και Προβηγκιανού). Στον τόπο μας, τη Μεσόγειο, ο Γιος της συμβασιλεύει με τη Μαρία την Παναγία, όπως οφείλει να κάνει κάθε μεσογειακό παλληκάρι.

Ο Δεκαπενταύγουστος υπάρχει παλαιόθεν λοιπόν. Στην Ελλάδα η νηστεία του υπήρξε αποθέωση της ντοματοσαλάτας και αποχή από τα γενετήσια εν μέσω πνιγηρού καύσωνα, για όσους λίγους ασχολιόντουσαν με τα αγιωτικά και τα θεωτικά. Για τους υπόλοιπους ο ίδιος  ο Δεκαπενταύγουστος λειτουργούσε ως ημερομηνία βαθμονόμησης αδειών και πανηγυριών, ή για όσους βρίσκονταν σε θλίψη, οδύνη ή ανάγκη γινόταν αφορμή επίκλησης της Παναγίας στην Πάρο και στην Τήνο, κυρίως στην Τήνο.

Η σταδιακή μετατροπή της γιορτής σε "Πάσχα" και σε θερινό αντικατοπτρισμό του Ευαγγελισμού (πατρίδα και θρησκεία και μάνα μαζί) συντελέστηκε μετά το 1981 σταδιακά μέσα σε ένα τοπίο πυρίκαυστο, όπου οι πεφτοσυννεφάκηδες (κυρίως άνθρωποι των πόλεων) καταριούνται ως άλλοι Ζαχαρίες Παπαντωνίου τον εμπρηστή, αγνοώντας πώς πλάστηκε το ελληνικό τοπίο με τη μαύρη πέτρα του και το ξερό χορτάρι ή πώς ανακατανέμεται η έγγεια ιδιοκτησία στην Ελλάδα όταν δεν γίνονται αναδασμοί και προσαρτήσεις.

Η αναγωγή του Δεκαπενταύγουστου σε "μεγάλη γιορτή της χριστιανοσύνης" γίνεται ώστε να τέρπονται χουντικοί απόστρατοι υπαξιωματικοί, μικρομεσαίοι πασόκοι καταχραστές, οικογενειάρχες και καταστηματάρχες γαλουχημένοι από τους δίδυμους μαστούς Ζωή-Σωτήρ.

Η έμφαση στον Δεκαπενταύγουστο επιτείνεται περαιτέρω σε μια χώρα όπου οι μόνες φωνές που ακούς πια είναι εκείνες που αρθρώνουν όλο στόμφο κάτι εσωτερικοί αποικιοκράτες, ευρωπαϊστές ανιστόρητοι κι αστοιχείωτοι, μια ντουζίνα ιταμοί δεσποτάδες που έχουνε ξεθαρρέψει γιατί δεν είναι πια μόνο φολκλόρ-βάφτιση-γάμος-εγκαίνιο, τηλεοπτικές περσόνες νταγκλαρισμένες από την κοινοτοπία που ζουν, πού και πού κανας αριστερός με τσιτάτα στα σοσιαλμήντια, χυδαίοι γέροντες στα καφενεία και μπροστά στις τηλεοράσεις τους.

Σε μια κοινωνία όπου οι κοινωνικοί αγώνες αυτοκαταργήθηκαν, όπου οι εναλλακτικές λύσεις διακυβέρνησης εξαντλήθηκαν και όπου τίποτε δεν αλλάζει (πρός τέρψη των "μια χαρά είμαστε" και εις απώλεια των συνήθων υποζυγίων) τον χαβά τον παίζουν η θρησκεία και οι φασίστες. Και εδώ και αλλού.

GatheRate

Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

Οι επίγονοι του Ζάχου Χατζηφωτίου


Οι Μένουμε Ευρώπη (και οι πνευματικοί προπάτορές τους) αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της τριτοκοσμικής εικόνας που καταγγέλλουν: απαρτίζουν μια ομάδα που περνιέται για αστούς κι αφρόκρεμα και που παρακαλάει τους πεφωτισμένους ξένους (αφέντες ή μη) να σώσουνε την πατρίδα τους και να την κάνουνε "κανονική χώρα".

Η ύπαρξή τους λοιπόν είναι ένα είδος αυτοεκπληρούμενης προφητείας αφού, αν έλειπαν, δεν θα υπήρχε τίποτε τριτοκοσμικό σε αυτή τη χώρα. Όχι βεβαίως γιατί θα έλειπαν τα κακώς κείμενά της, όπως π.χ. η αδιαφορία για τον δημόσιο χώρο και η άλωσή του, η πολεοδομική ακαταστασία κτλ. Όμως αν δεν είχαμε τις ελληνοκεμαλικές θείες και τους γυμνασιάρχες της εσωτερικευμένης αποικιοκρατίας, αντί να επικαλούμαστε παθολογίες της φυλής, τις κατάρες του έθνους ή το μύθευμα της "αριστερής ηγεμονίας", θα κοιτάγαμε να εξηγήσουμε και να αντιμετωπίσουμε τα όποια κακώς κείμενα με ορθολογικούς και μη-αποικιακούς όρους

Η εικόνα είναι κολλάζ του Pantelis Bagos.

GatheRate

Η άχαρη γυμναστική του σεξ


Όταν ήμουν μικρός το γαλλικό μυθιστόρημα έχαιρε πολύ μεγαλύτερης εκτίμησης απ' όσο σήμερα. Ιδίως κάτι μυθιστορήματα με ήρωες εύπορους αστούς που τους κατατρύχουν ασαφή υπαρξιακά αδιέξοδα -- πολύ πριν τις εστέτ μισανθρωπίες του Ουελμπέκ δηλαδή.

Όταν ήμουν μαθητής είχε πέσει στα χέρια μου η Οικογένεια Εγκλετιέρ του Ανρί Τρουαγιά. Η υπόθεση ήταν απλή σε γενικές γραμμές αλλά θυμάμαι μόνο την ατάκα πατέρα προς γιο να μη σιχαίνεται το αίμα γιατί δεν υπάρχει τίποτε πιο καθαρό από το αίμα, μια θεία σε ρόλο μητρικής φυσιογνωμίας και μια πιστή καθολική φοιτήτρια που τα είχε με ένα πιστό καθολικό παλληκάρι και πήγαιναν μαζί σε περιπάτους κι εσπερινούς (κάτι που θα ζούσα αργότερα με μια λουθηρανή αλλά τεσπά). Το ζεύγος, στο πρότυπο των αγνών νιάτων, δεν είχε ερωτικές σχέσεις, μάλιστα τότε δεν έκαναν ζαβολιές με δακτυλισμούς και καταγλωττισμούς τα αγνά νιάτα. Βεβαίως η πιστή κοπέλα τελικά κερατώνει τον ευσεβή νέο με κάποιον εμιγκρέ καθηγητή της -- ή κάτι τέτοιο. Μετά την πλησμονή και κένωση παραπονιέται για την "άχαρη" ή "κωμική" γυμναστική που είναι η ερωτοπραξία -- και γενικώς μελαγχολεί μετά.

Έχω γνωρίσει πολλούς ανθρώπους που αισθάνονται ότι η ίδια περίπτυξη, το old in-and-out, το γαμήσι τέλος πάντων, έχει κάτι το αντιαισθητικό καθεαυτό. Και για αυτούς η ερωτική πράξη μοιάζει σαν αντιαισθητική γυμναστική, την αντιλαμβάνονται σαν το σπασμωδικό κι επαναλαμβανόμενο μπρος-πίσω που κάνουν οι φιγούρες στο θέατρο σκιών ή, άλλοι, ως κάτι δεμένο πάνω στα κρουστά ρυθμικώς αφελούς μουσικής. Οι διατάσεις και οι επικύψεις, οι τανύσεις και οι εκτάσεις, οι γονυκλισίες και τα σπαγγάτα τούς θυμίζουν όντως άχαρη γυμναστική. Χώρια όλα τα άλλα βεβαίως: τα σάλια και τα λοιπά υγρά, οι λαβές και οι θηλασμοί και χώρια όσα λέγονται κι ακούγονται.

Δεν πρόκειται απαραιτήτως για ανθρώπους που φοβούνται ή σιχαίνονται τη λάγνευση και τις συνέπειές της. Πολύ περισσότερο δεν μιλάμε για ανθρώπους με κάποιο "πρόβλήμα", όπως συνηθίζουμε να διαγινώσκουμε τους διαφωνούντες και αλλόνιωθους. Μάλλον όσοι βρίσκουνε το σεξ κωμικό κι άγαρμπο συνήθως προτιμούν όσα γίνονται αλλά δεν λέγονται ή και δεν αναπαρίστανται γενικότερα. Όπως δεν θα ήθελαν να ξέρουν πώς αντιδρούν ή τι γκριμάτσες κάνουν όταν παρακολουθούν κάτι που τους συναρπάζει, άλλο τόσο δεν θέλουνε να ξέρουνε πώς παράγονται μαζί τους ηδονές και οργασμοί. Ανθρώπινο κι αυτό, βεβαίως.

Αν και δεν ανήκω στους παραπάνω, αλλά και χωρίς να εξιδανικεύω το σεξ σαν Ιταλός σκηνοθέτης σοφτ πορνό, τους νιώθω τελικά: δεν είμαστε πολύ εξοικειωμένοι με την εικόνα ή την αλληλουχία του γαμησιού (ούτε καν με την ορολογία του), ενώ η σωματικότητα παραγκωνίζεται ακόμα και από τα εξόχως αισθητά, αφού η αναπαράσταση του έρωτα περιορίζεται συνήθως στο πριν, στην αλληγορία ή τη μετωνυμία και στο μετά. Επίσης σχεδόν κανείς μας δεν αισθάνεται απολύτως ικανοποιημένος με την εικόνα του σώματός του -- εκτός βεβαίως από κάτι απάλευτα πληκτικούς νάρκισσους, αρσενικούς και θηλυκούς, που περιπτύσσονται σαν γκιφάκια ή σαν κουρδιστά κουνέλια καθώς μπανίζουν την κορμάρα τους σε καθρέφτες κι οθόνες.

GatheRate

Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Αποφθέγματα

Οι παγκόσμιοι νόμοι της έλξης


Πρώτος νόμος: Όλοι οι άνθρωποι είμαστε πολυγαμικοί μέχρι αποδείξεως του εναντίου κατά περίπτωση.

Δεύτερος νόμος: Μετά από χρόνο t όλες οι σχέσεις τείνουν ασυμπτωτικά προς το it's complicated.

Τρίτος νόμος: Ούτε η αγάπη ούτε το σεξ είναι ικανές ή αναγκαίες συνθήκες για διαρκείς και ευτυχισμένες σχέσεις.


*

Οι δύο όροι της ευτυχίας


Α.
Κάθε εποχή ευτυχίας περιέχει ένα πικρό κουκούτσι τρυφερής μελαγχολίας. Ίσως η ευτυχία να δένει γύρω του όπως το μαργαριτάρι γύρω από έναν κόκκο άμμου.

Β.
Τελικά μαθαίνεις, ποτέ ικανοποιητικά, πώς να είσαι ευτυχισμένος, ασχέτως αν τα καταφέρνεις να είσαι ευτυχισμένος. Μετά ενηλικιώνεσαι και σε απασχολεί να κάνεις ευτυχισμένους τους άλλους, κάτι που είναι ευκολότερο.

GatheRate

Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017

Η αβάσταχτα κολωνακιώτικη ποίηση της Λίνας Νικολακοπούλου


Είναι κάπως αλλόκοτο που κάθε τόσο κράζουμε τον Σαββόπουλο, και δικαίως τον κράζουμε, αλλά ότι η Λίνα Νικολακοπούλου βρίσκεται στο απυρόβλητο. Η προαναγγελία αυτού εδώ του σημειώματος στο φέισμπουκ αντιμετωπίστηκε και με συγκατάβαση και με απορία για τη στριφνότητα ή και την αμάθειά μου.

Αλλά πάμε από την αρχή.

Ανοικείωση all over my body


Η Λίνα Νικολακοπούλου έχει γράψει τραγούδια που επάξια κέρδισαν τη θέση τους μέσα στον Κανόνα της ελληνικής στιχουργίας. Ποια είναι και πόσα είναι αυτά τα τραγούδια ούτε με νοιάζει ούτε με αφορά. Πολλά τραγούδια της, συνήθως τα λιγότερα γνωστά και όχι απαραιτήτως ερωτικής θεματολογίας, είναι λυρικά με τρόπο μετριασμένο και ψύχραιμο στα όρια του ρίγους.

Η Λίνα Νικολακοπούλου είναι επίσης επίγονος του Νίκου Γκάτσου, στη διαρκή προσπάθειά της να στοκάρει το κενό μεταξύ λαϊκού στίχου, ποπ στίχου, ελαφρού στίχου και μελοποιημένης ποίησης. Η μέθοδός της στο στοκάρισμα θυμίζει παλιό καλό Cole Porter και λέγεται ανοικείωση: σπάσιμο των συμφράσεων ("παραδέχτηκα ζωή και θάνατο", το σχεδόν πια δόκιμο "θα πάθεις έρωτα"), διαψευση κειμενικών προσδοκιών ("ηφαίστειο... εφτά γενιές σβηστό"), απρόσμενες παρηχήσεις και ρίμες ("βύσματα / πείσματα", "λοιπόν / ντεπόν").

Η μέθοδός της βασίζεται τόσο στέρεα στην ανοικείωση, που πριν χρόνια ο Μπαμπινιώτης επαίνεσε την ποίησή της ακριβώς για αυτόν τον λόγο. Σε αυτό ο δάσκαλος ακολούθησε τους Ρώσους φορμαλιστές που θεωρούσαν ότι η λογοτεχνική έκφραση ισούται με την ανοικείωση. Αν αυτό βεβαίως ίσχυε, αν λογοτεχνία ήταν η ανοικείωση, τότε η Κική Δημουλά, που ανοικειώνει κατά κόρο και κατ' εξακολούθηση, θα ήταν η δύσθεώρητη κορυφή της ελληνικής ποίησης, γνώμη που δεν συμμερίζονται όλοι. Επειδή όμως ο τελευταίος που εκίνησε την πτέρναν κατά της Δημουλά βρέθηκε στες κάμαρες τες κρυφές (όχι της ηδονής δυστυχώς), ας το θέσω ως εξής: αν η ανοικείωση συνεπαγόταν λογοτεχνία, τότε αυτό θα ήταν ποίηση:
Μοιραία σού αποστέλλω μυθοποίηση
μα εσύ αναμηρυκάζεις απόξεση,
λαξεύω τις στιγμές τις βαρθολίνειες
με σύκα για να πήξω νέα ποίηση·
στον δρόμο κατευνάζονται δικαιοπραξίες πειθήνιες
που βρίσκουν τις ζωές μας με πρόστυχη τόξευση.
Βεβαίως το παραπάνω μπορεί και να περάσει για ποίηση, αλλά κάνω μια στάση εδώ, παίρνω μιαν ανάσα και σας παραπέμπω στον miglior fabbro για τα περαιτέρω.

Η μανιέρα λοιπόν στη Νικολακοπούλου έχει τρεις λειτουργίες. Την πρώτη την υπαινίχθηκα: υποκαθιστά με γλωσσικά μέσα τα ποιητικώς λοξά κεντήματα της μελοποιημένης ποίησης: αντί για φέρτε μου ένα μαντολίνο και μετά θα γίνω κρίνο, για μύρισε το σκοτάδι κι όλη η Άβυσσο, για τα ματόκλαδά σου λάμπουν σαν τα λούλουδα του κάμπου ή και αντί για η οθόνη βουλιάζει έχουμε να 'ταν η χαρά οικόπεδο, έχουμε εγώ το φως μετάλαβα κι εκεί σε πάει η καρδιά συνήθως, έχουμε μια πίστα από φώσφορο. Με άλλα λόγια: η ανοικείωση σε επίπεδο λεξιλογικό και συντακτικό υποκαθιστά, εν μέρει επιτυχώς, τη λοξή ματιά της ποίησης.

Η δεύτερη λειτουργία της ανοικειωτικής μανιέρας είναι να "ανοίγει" το τραγούδι ώστε ο καθένας να ακούσει και να βρει μέσα του αυτό που τον τρώει ή έστω αυτό που του ταιριάζει. Βεβαίως όσοι θέλουν να ανοίγουν πολύ όσα γράφουν και να εξακτινώνουν το νόημα των κειμένων τους πρέπει να προσέχουν μην τους ξεφύγει από την πολλή εξακτίνωση και το νόημα από πανανθρώπινο καταντήσει ασαφές ή από χρησμός καταντήσει ωροσκόπιο. Επίσης, στην περίπτωση της Νικολακοπούλου, ενίοτε δεν βγάζεις άκρη από την πολλή ανοικείωση:
Αν ήτανε το έδαφός σου πρόσφορο
θα σου 'φτιαχνα μια πίστα από φώσφορο
με δώδεκα διαδρόμους
δώδεκα τρόμους
με βύσματα κι εντάσεις φορητές
με πείσματα κι αεροπειρατές
Πίστα χορού, αεροδρομίου ή παιχνιδιού; τρόμους, βύσματα (η πίστα) και εντάσεις φορητές;
κοιμήσου εδώ προσωρινά
κι αν ρίξει χιόνι στα ορεινά
θα πούμε το πιστεύω.
 Ε; Γιατί;
Το φεγγάρι απ’ τη μια
και του κόσμου η ζημιά
βάλαν βέρες
Τι δηλοί εδώ το φεγγάρι;

Και πάει λέγοντας.

Η τρίτη λειτουργία της ανοικειωτικής μανιέρας και του παιχνιδιού με τη γλώσσα είναι να ξεσκίζει (με την κακή έννοια) ωραία κατά τα άλλα τραγούδια, για να γίνει το ρεφραίν πιο διανοητικά τσαχπίνικο. Παράδειγμα, το Υπερωκεάνειο, το οποίο ξεκινάει με ένα από τα πιο ιδιοφυή κουπλέ που έχουνε γραφτεί ποτέ στα ελληνικά:
Τόσο καπνό που πίνω μέσα μου
άμα τον είχα ταξιδέψει,
θα 'χα γυρίσει όλη τη γη
από τη νύχτα ως την αυγή
παρά που λες πως μ’ αγαπάς
να 'χα πιστέψει.
Και μετά...
Γιατί τώρα είναι σπάνιο
να ξοφλήσω το δάνειο
που 'χα πάρει απ’ το χθες
για να ελπίζω
Ο σολοικισμός, προκειμένου να της βγει ο ακκισμός, είναι τρομακτικός. Τι διάολο σημαίνει "είναι σπάνιο να ξοφλήσω το δάνειο"; Πώς κατάφερε να συντάξει αυτόν τον αχταρμά με το μη-εξακολουθητικό ξοφλήσω να κάνει παρέα στο σπάνιο; Γιατί; Γιατί; Και μετά τι γυρεύουν στο τραγούδι οι Παναγιές του Νοτιά, εκτός από βλαστήμιες αγανακτισμένου ακροατή; Γιατί;

Άλλο ένα παράδειγμα μόνο, αφήνοντας στην άκρη περιπτώσεις όπως το είτε ευτελές είτε μυστηριώδες ρεφραίν "Το πάθος που διώκεται / δεν πάει να επιδιώκετε / εσείς θα βγειτε λάθος": στο κατά τ' άλλα οκέι ερωτικό τραγούδι "Καρδιά μου εγώ" υπάρχει πάλι ένα ρεφραίν ογκόλιθος:
Καρδιά μου εγώ, φωτιά μου εγώ
στεριά μου εγώ, νύχτες βουνά.
Φιλιά μου εγώ, σταλιά μου εγώ
παλιά μου εγώ, παντοτινά.
Οκέι, αν το πιάσει κανείς φιλολογικώς βγάζει άκρη με "τα παντοτινά παλιά εγώ", ως αντιλογία τον Λύκο της Στέππας του Έσσε, ξέρω γω. Το υπόλοιπο; σουρεάλ νηών κατάλογος: εγώ καρδιά και φωτιά (νταξ), στεριά (!), νύχτες βουνά (;;;). Φιλιά εγώ (οκέι πάλι), σταλιά (από τι;).

Ε και;


Η ανοικειωτική μέθοδος της Νικολακοπούλου, που πατάει κυρίως στη γλώσσα κι όχι στα νοήματα, στις εικόνες κτλ., είναι η μανιέρα που έχουνε ξεσηκώσει πολλοί από το έντεχνο καθώς και στρατιές ποιητιζόντων μπαλαντιστών και σοφτροκάδων (που δεν θα κατονομάσω, αλλά τους ξέρετε). Στο κενό, ή τη ρωγμή, μεταξύ λαϊκού στίχου, ποπ στίχου, ελαφρού στίχου και μελοποιημένης ποίησης που έκανε το στοκάρισμά της η Νικολακοπούλου ήρθανε και κάρφωσαν κορνίζες και (δυστυχώς) εικονίσματα ένα σωρό παιδιά που δεν έχουν τη μαστοριά της στο στοκάρισμα. Για αυτό δεν φταίει η ίδια, παρά η τεράστια επιτυχία της.

Πού οφείλεται όμως η επιτυχία της; Σίγουρα και στους υπόλοιπους συντελεστές των τραγουδιών της. Σίγουρα επειδή κάλυψε με στόκο το κενό μεταξύ των πρωτεϊκών μπουζουκονταγλάν, της αφρώδους ποπ σάχλας και του Άξιον Εστί. Αλλά και γιατί έπιασε μια άλφα διάθεση, το ιδεώδες μιας συγκεκριμένης εποχής.

Η διάθεση αυτή είναι αυτή της χωρισμένης μεσοαστικής ψυχής που κυκλοφορεί στη Σκουφά. Σκεφτείτε το Διθέσιο. Κάποιος ή κάποια αγοράζει ένα διθέσιο και του πειράζει κινητήρα και πλαίσιο (άρα γκαφρά) και μετά οδηγεί μάλλον αεροπλανικά και ίσως αλκοολικά μα πάντως επικίνδυνα. Γραμμένο το 1997, αυτό το τραγούδι μάς μεταφέρει στην καρδιά της Εποχής του Σημίτη. Παρόμοιους συνειρμούς δημιουργεί το Μακό του 1991: κάποια ή κάποιος κλείνεται σπίτι λόγω χωρισμού (άρα δουλεύει π.χ. στο γραφείο της μαμάς ή στο μαγαζί του μπαμπά, οπότε μπορεί να λουφάρει), πληγώνει το καινούργιο παρκέ (το έχω πάθει κι εγώ με τακούνια) και παίρνει κομμένο ντεπόν για να κοιμηθεί -- εδώ μάλλον υπνωτικά, πονστάν ή μπουσκοπάν ήταν, εξού και οι δυο φωτιές στο ταβάνι όταν την ακούς, αλλά δεν έβγαινε η ρίμα με το "λοιπόν".

Αυτή η φωνή είναι απαράλλαχτη στη μεγάλη πλειοψηφία των τραγουδιών της Νικολακοπούλου: κολωνακιώτικοι καημοί ανθρώπων που συχνάζουν στα σεμινάρια της Μαριάννας Κορομηλά και πάνε να δούνε τον Τζούμα να πίνει καφέ στο Φίλιον (πρώην Ντόλτσε), ασχολούνται με γκομενικά, μετοχές κι εκσυγχρονισμό ενώ βρίσκονται σε μια διάθεση λίγο πέρα από το Νίτρο, το Κλικ και το Μαξ.

Δεν είναι τυχαίο ότι κάποια σπουδαία τραγούδια της Νικολακοπούλου (όπως η Ζελατίνα ή το Σίδερο με ατμό) μιλάνε για κάτι έξω από αυτή την άθραυστη φούσκα.

GatheRate

Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

Κατά της μεθόδου


Παλιότερα οι συμβουλές για τα αισθηματικά, για τις σχέσεις και για το σεξ ήταν εξατομικευμένες και προσωπικές. Στα ραδιόφωνα και στα νεανικά περιοδικά ούτε τα προβλήματα προς επίλυση ήτανε πάντοτε πραγματικά ούτε οι γνωμοδότες απαραιτήτως προσεκτικοί ή καταρτισμένοι. Όμως απαντούσαν προσωπικά και σε συγκεκριμένα ψευδώνυμα ερωτήματα.

Στα τέλη της δεκαετίας του '80 αυτό άλλαξε: περιοδικά όπως το Κλικ, το Κοσμοπόλιταν, το Μαξ και άλλα εγκαινίασαν στήλες με τη ρουμπρίκα "Σεξ" και "Σχέσεις". Αυτές περιείχαν χρήσιμες πληροφορίες κυρίως γα το σεξ ανεξαρτήτως τίτλου, π.χ. πώς να κάνετε στοματικό ή πού βρίσκεται η κλειτορίδα ή τι άλλες στάσεις υπάρχουνε εκτός από εκείνες που μάθαιναν οι άντρες στα μπουρδέλα (μιλάμε για τη δεκαετία του '80). Οι διάφορες μεθοδολογίες του σεξ άφηναν πίσω τα πορνοπεριοδικά και τα βιβλία των Εκδόσεων Δίδυμοι και προβιβάζονταν σε κανονικά περιοδικά που διάβαζε όλος ο κουλ κόσμος, σε κομμωτήρια και σε στρατόπεδα, σε ΚΤΕΛ και τρένα αλλά και στις παραλίες.

Σιγά σιγά ο θεσμός της agony aunt, αυτού που σε όλα απαντά, της σεμνής Κικής Σεγδίτσα και της μητρικής Ρίκας Βαγιάννη, έχασε το κύρος του. Γιατί να ρωτήσεις τι ενοχλεί την κοπέλα σου όταν μπορείς να περιμένεις το επόμενο αφιέρωμα στο σεξ του Κλικ; Γιατί να αναρωτιέσαι πώς να φιλήσεις ή γιατί δεν σε θέλουν οι άντρες όταν μπορείς να περιμένεις το επόμενο Κοσμοπόλιταν να σε ξεστραβώσει στη σελίδα 79; Γενικότερα, δεν χρειαζόταν πια να παραθέσεις έστω και ανώνυμα το πρόβλημά σου, το πρόβλημά σου καλύπτεται από γενικεύσεις όπως "νέες στάσεις", "γλείφτε καλά πρώτα", "κάντε τρέλες πριν", "γίνετε σέξυ", "μάθετε νέες στάσεις εικονογραφημένες με χελμουτνευτώνεια αισθητική".

Το τελευταίο χτύπημα στον θεσμό του "η θεία Τάδε απαντά" το έδωσε μάλλον άθελά της η πάντα απολαυστική Μυρτώ Κοντοβά στην Αβού τη δεκαετία του '90: για κάθε πρόβλημα αισθηματικό ή σεξουαλικό η απάντηση ήταν πάνω κάτω "είσαι χαζό", "είσαι βλήτο", "είσαι λίγο τσόλι", "γκετελάιφ", "κάποια από τα παραπάνω". Από εκεί και στο εξής, δεν χρειάζονταν προσωπικές απαντήσεις σε ζητήματα σχέσεων, αισθημάτων ή σεξ: κάπου θα υπήρχε ένας τσελεμεντές με τις κατάλληλες μαγειρικές μεθόδους, είτε του στυλ "γίνε κίνκυ" είτε του στυλ "γλείφε και άσε να σε γλείψουν". Οι τσελεμεντέδες αυτοί, μάθαμε μετά, βρίσκονταν στο ίντερνετ, κυρίως σε κάτι πορνοσάιτ με με ρεαλιστικούς στοχους και υπεραισιόδοξες προβολές,

Είκοσι χρόνια μετά ξέρουμε όμως πως δεν γίνονται όλα με όλους. Δεν θέλουν π.χ. όλοι κι όλες να γλείψουν και δεν θέλουν όλες κι όλοι να τους γλείψεις. Δεν είναι όλοι κι όλες για κίνκυ, δεν είναι όλες (ω της κοσμοπολιτανικής φρίκης) οπαδοί των αισθησιακών προκαταρκτικών. Στη δεκαετία του '10 ξαναμαθαίνουμε αυτό που ήξερε ο Βατσιαγιάνα, ο συντάκτης του Κάμα Σούτρα: δεν υπάρχει συνταγή και μέθοδος που να δουλεύει με όλες και με όλους, υπάρχουνε μόνο διάφορα υλικά, αναρίθμητοι τρόποι να τα συνδυάσεις και περί ορέξεως κολοκυθόπιτα.

Και ξέρουμε πια ότι μανιέρα που δουλεύει με κάθε γυναίκα ή άντρα δεν υπάρχει. Μέθοδοι που πάντοτε δουλεύουν και παντού δεν υπάρχουν. Ο σταθερός ρυθμός του ενός ζευγαριού είναι η ανία κάποιου άλλου, η ρυθμική πολυμορφία κάποιου ζευγαριού είναι τα άνοστα καραγκιοζιλίκα άλλου.

Και το άλλο που ξέρουμε πλέον (ευτυχώς) είναι ότι το σεξ είναι βασικός παράγοντας στη βιωσιμότητα μιας σχέσης: τα γούστα των ανθρώπων σε αυτόν τον τομέα δύσκολα αλλάζουν, αν pot;e αλλάζουν, και μια σχέση δυο ανθρώπων που δεν συνεννοούνται ιμερικώς δεν τη σώζει καμμία μέθοδος και καμμία λίστα με "δέκα σίγουρους τρόπους" για οτιδήποτε.

GatheRate

Δευτέρα, 3 Ιουλίου 2017

Για την (ελληνική) οικογένεια

Μέσα σε ένα ασθενοφόρο που τρέχοντας ανέβαινε τη Συγγρού, στις 21:38 της 1ης Ιουλίου κράταγα το χέρι της μητέρας μου, που προσπαθούσε να καταλάβει πού βρίσκεται και τι της συμβαίνει. Εκείνη τη ώρα αναρωτήθηκα:

Είναι η οικογένεια ο προνομιακός χώρος της αγάπης;

Η απάντηση είναι βεβαίως ναι. Η οικογένεια είναι προνομιακός χώρος της αγάπης. Όμως αυτή η παραδοχή ισχύει με τον τρόπο που η τροπική ζούγκλα είναι προνομιακό οικοσύστημα για πεταλούδες: όχι πάντοτε, όχι ολόκληρη και όχι για όλα τα είδη πεταλούδας.

Μπορεί κανείς να σταματήσει να διαβάζει εδώ.

Συνεχίζω εγώ.

Θέλω να μιλήσω για την οικογένεια κατά μέρος τις εξιδανικεύσεις για τη συζυγία, που τάχα εκπορεύεται από την αγάπη, την οποία τάχα γεννά ο έρωτας, ο οποίος είναι ή θα έπρεπε να είναι απαύγασμα ερωτικού πάθους. Μιλώντας για "οικογένεια" θέλω να ασχοληθώ με αυτό που πονάει, αυτό που δεν θέλουμε να αγγίξουμε -- πολλώ μάλλον να αποδομήσουμε: τη σχέση γονέων και παιδιών.

Η γονική αγάπη

Η γονική αγάπη, όπως η ερωτική αγάπη, θεμελιώνεται σε σωματικότατα και βιολογικότατα θεμέλια. Από αυτή την άποψη είναι πολύ γερά θεμελιωμένη.

Ωστόσο, δεν πρέπει συμπεραίνουμε αυτομάτως ότι όπου υπάρχει γέννα και σεξ, το δυνάμει θεμέλιο, υπάρχει και οικοδομή, δηλαδή η γονική και η ερωτική αγάπη αντιστοίχως. Αυτή η διάκριση είναι πια λίγο-πολύ κατανοητή όσον αφορά την ερωτική αγάπη, είναι όμως συνήθως αδιανόητη όταν σκεφτόμαστε τη γονική αγάπη. Θεωρούμε δεδομένη τη γονική αγάπη δεδομένη, μια σταθερά που αναγκαία θα μεσολαβεί σε κάθε σχέση μάνας και παιδιού (και, λιγότερο, πατέρα και παιδιού). Όταν η σταθερά αυτή εμφανώς απουσιάζει θα επικαλεστούμε ανωμαλία, διαστροφή, ψυχασθένεια ή και ψυχοπάθεια. Αυτή η σταθερά, η αυτόματη αγάπη καθιστά τη σχέση γονέα-παιδιού a priori προνομιακή, αν όχι και ιερή.

Γνωρίζουμε στην πράξη πολύ καλά ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι: οι μανάδες δεν είναι η Παναγία. Δεν αγαπούν όλες οι μάνες τα παιδιά τους. Υπάρχει στοργή, υπάρχει αφοσίωση, υπάρχει προσκόλληση, υπάρχει μέριμνα και φροντίδα, υπάρχει ανταγωνισμός, υπάρχει αποστασιοποίηση -- υπάρχει ολόκληρη η πολυδιάστατη γκάμμα της ανθρώπινης σχεσιακής κατάστασης. Δεν υπάρχει σώνει και καλά αγάπη στη σχέση γονέα και παιδιού.

Όσο και αν βομβαρδιζόμαστε ανελέητα με ρητορικές ότι η μητρότητα ολοκληρώνει τη γυναίκα, ότι την πάει τρεις (ή και τέσσερις) υπαρκτικούς αναβαθμούς ψηλότερα, ότι μεταμορφώνει και εξαϋλώνει τη γυναίκα καθιστώντας την Αγάπη και Φως κτλ., οι ρητορικές αυτές διατυπώνουν ενδεχόμενα, υπέροχα και θεοτικά ενδεχόμενα ίσως, αλλά ενδεχόμενα και μόνο: η γκάμμα και εδώ είναι πολυδιάστατη, όχι δίπολο, και ευρύτατη.
Αυτά τα ενδεχόμενα όμως ("κάνε παιδί να γίνεις γυναίκα") πλασάρονται ως ιδανικά κι ιδεώδη ή -- χειρότερα -- ως αυτονόητες καταστάσεις που μαγικώς κι ατρέπτως επιφέρει ο τοκετός. Σε αυτό οι ρητορικές περί ολοκλήρωσης της γυναίκας με τη μητρότητα θυμίζουν το ατελείωτο μπούρου-μπούρου για την ερωτοπραξία που θα μετουσιωθεί σε έρωτα, αφού η ηδονή και ο οργασμός δεν μπορούν παρά να αποτελούν σκιές ή προοικονομίες πνευματικών και οπωσδήποτε ισοβίων προσκολλήσεων.

Οι ρητορικές αυτές, όταν δεν είναι κανονιστικές και τυραννικές, πηγή ενοχών και αισθημάτων ανεπάρκειας και μειονεξίας, επαναλαμβάνω ότι περιγράφουν κάποιες εξαιρετικές περιπτώσεις, κάποια ενδεχόμενα· και πάλι όμως με τρόπο στρεβλό: αν πρέπει να καταγράψω τη γνώμη μου, κάποιες ολοκληρωμένες κι αυτοπραγματωμένες γυναίκες μπορεί να γίνουν υπέροχες μητέρες, άλλες γυναίκες μπορεί να ωριμάσουν μέσω της μητρότητας -- ή και όχι. Και πάει λέγοντας.

Για την ίδια τη γονική αγάπη τελικά δεν έχω να πω τίποτα εκτός από το ότι δεν είναι δεδομένη και ότι δεν πρέπει να θεωρείται σταθερά στη συζήτηση περί οικογένειας.

Η οικογένεια ως φυτώριο, ως πρότυπο και ως καβάτζα σχέσεων.

Ακόμα και όταν δεν θεωρούμε την οικογένεια χτισμένη πάνω στη σταθερά ή στην επιδίωξη της γονικής αγάπης, αντανάκλασης της αγάπης του θεού-πατέρα ή της μητέρας-θεάς κτλ., υπάρχουνε λόγοι που εντός μας ανακηρύσσουμε ιερή την οικογένεια:

Η δεμένη οικογένεια παρέχει εγγυημένη υποστήριξη στα μέλη της και, κυρίως, εγγυημένους συναισθηματικούς δεσμούς. Αυτοί ακριβώς οι συναισθηματικοί δεσμοί μεταφράζονται συνήθως εκ του προχείρου σε "αγάπη": αν κάτι αποτελεί "αγάπη", τότε είναι κάτι που μοιάζει με τους συναισθηματικούς δεσμούς που αναπτύσσονται μέσα στην οικογένεια. Έτσι μαθαίνουμε να θεωρούμε την οικογένεια και φυτώριο της αγάπης αλλά και θησαυροφυλάκιο όπου φυλάσσονται τα χρυσά μέτρα και τα επακριβώς ζυγισμένα σταθμά της αγάπης: τα κριτήρια και οι ιδανικές εκδοχές της αγάπης.

Οι εγγυημένοι συναισθηματικοί δεσμοί είναι παροχή της "δεμένης οικογένειας" που εξυπακούεται σε κάποιους πολιτισμούς πιο έντονα απ' ό,τι σε άλλους: στον μεσογειακό κόσμο λόγου χάρη. Σου λεν ότι ξεκινάς με μπόνους μερικούς ανθρώπους να αγαπάς και να σε αγαπάνε: γονείς, αδέρφια, παιδιά· εφοδιάζεσαι με σόι να αγαπάς και να σε αγαπάει, σόι έκτασης και σύνθεσης που ποικίλλει ανά κουλτούρα και κοινωνία. Η οικογένεια δεν είναι λοιπόν μόνο το εκκολαπτήριο της αγάπης και το μέτρο της: είναι και μια καλή καβάτζα αγάπης. Η συνέπεια του να έχεις αυτό το εφόδιο είναι και η νοοτροπία κατά την οποία δεν χρειάζεται να κάνεις φίλους, δεν χρειάζεται να αφοσιωθείς σε εραστές κι ερωμένες, δεν χρειάζεται πολλή εμβάθυνση και δόσιμο με ξένους: έχεις τους δικούς σου ανθρώπους προεγκατεστημένους.

Βεβαίως, η καβάτζα συναισθηματικών δεσμών παραχωρείται με ανταλλάγματα, π.χ. "οι Ινδές μάνες είναι σαν Μεσογειακές μάνες που, ως γνωστόν, είναι σαν Εβραίες μάνες. Ίδιες όμως, ντιπ για ντιπ: μίρλα, οικοδόμηση ενοχής με διπλές παγιδεύσεις, passive aggression. Μέχρι και στο πότε θα παντρευτείς παιδάκι μου;".

Η δεμένη οικογένεια ισχυρίζεται επίμονα πως έχει να σου προσφέρει σχέσεις υψηλής ποιότητας, εγγυημένες, που δεν εξαρτώνται από τόπους διαμονής και γειτονίες, συναδέρφους, σεξουαλικές σχέσεις και φιλίες που πιάνονται και μετά αλησμονιούνται κτλ. Η δεμένη οικογένεια, αν έχεις την ταπεινότητα να είσαι λίγο λιγότερο ο εαυτός σου και να υπακούς, πρόθυμα θα σου χαρίσει σχέσεις υψηλής ποιότητας και ισόβιας διάρκειας.

Και πού είναι το κακό;

Με δυο λόγια, όταν αντιμετωπίζουμε την οικογένεια με τον παραπάνω τρόπο, εξοικειωνόμαστε με ψυχαναγκαστικές, ανταλλακτικές, κυριαρχικές, εκβιαστικές ή και κακοποιητικές σχέσεις μόνο και μόνο γιατί αναπτύσσονται και λειτουργούνε μέσα στην οικογένεια. Αν καταπιέζουμε ή καταπιεζόμαστε, αν υλοποιούμε σε διαπροσωπικό επίπεδο κοινωνικές συμβάσεις και ετεροκαθορισμούς, κανένα πρόβλημα και μια χαρά αφού βρισκόμαστε μέσα στην οικογένεια.

Στη χειρότερη περίπτωση εκπαιδευόμαστε στο να αναγνωριζούμε κάθε λογής μανιπουλάρισμα, καταπίεση κι υστεροβουλίες ως σχέσεις αγάπης. Στην καλύτερη περίπτωση εξοικειωνόμαστε με την ιεραρχική καταπίεση (που πολλές φορές οδηγεί τη συμπεριφορά των γονέων) ή με τον εκβιασμό και τον μη οριοθετημένο ετσιθελισμό (όπως πολλές φορές συμπεριφέρονται τα παιδιά) και καταντούμε να τις θεωρούμε αποδεκτές, ενίοτε γνήσια αγαπητικές, συμπεριφορές.

Συνεπώς η οικογένεια νομιμοποιείται ως φυτώριο, μέτρο και καβάτζα (ή παρακαταθήκη αν προτιμάτε) αγαπης και παράλληλα οικειοποιείται τη μητρική αγάπη, την πατρική στοργή και την αφοσίωση των τέκνων -- ακόμα και όταν αυτά απουσιάζουν εκ των πραγμάτων. Έτσι λοιπόν θεμελιώνει η οικογένεια την αυθεντία της: στην επίκληση της αγάπης, και μάλιστα της αγάπης στην ευγενέστερη μορφή της, στην αγάπη που αφορμάται (αλλά με καμμία παναγία δεν περιορίζεται σε αυτή) από τη βιολογική ανάγκη να φροντίσεις τον άλλο: το παιδί ή τον γονιό.

Η φροντίδα είναι κομβική έννοια: η φορτική φροντίδα μέσα στην οικογένεια καθίσταται διαπίστευση αγάπης. Και η φροντίδα είναι αμφίδρομη, πάει και από τους γονείς προς τα τέκνα αλλά και από τα τέκνα προς τους γονείς. Βεβαίως η φροντίδα καθεαυτή δεν είναι πρόβλημα: τουναντίον, λίγες ανθρώπινες εκδήλώσεις είναι τόσο απαράμιλλα ευγενείς όσο η φροντίδα και η μέριμνα για τα γονικά σου ή για τα παιδιά σου. Όμως, όπως κάθε ευγενές μέταλλο, στο τέλος η φροντίδα αποκτά ανταλλακτική αξία: η απαίτησή της εξαργυρώνει "αγάπη", η προσφορά της εξαγοράζει φροντίδα προς την αντίθετη κατεύθυνση -- και ούτω καθεξής, με συνέπειες που πολλοί από εμάς ζούμε.

Περιττεύει να επισημάνω πόσο πληγώνει και τραυματίζει και αλλοιώνει το να κατανοείς κάθε λογής σχέσεις και συναλλαγές ως αγάπη. Γι' αυτό και από την τριάδα της τυραννίας η οικογένεια είναι ο ισχυρότερος εξουσιαστικός μηχανισμός, ο πιο βαθύς -- γιατί τη σημαία του (που τη λεν αγάπη) την κρατάει μια μάνα στο όνομα του πατρός. Μάνα έχουν και οι άθρησκοι και οι απάτριδες. Κι έτσι, την πατρίδα την πολεμάς, την απομυθοποιείς, τη χλευάζεις, την αποκηρύσσεις, την ξεφορτώνεσαι (τάχα) με εξορία ή (τέλος πάντων) πολεμάς να την αλλάξεις -- κάτι. Τη θρησκεία, πάλι, τη διαγράφεις, την αποσυναρμολογείς, τη μεταμορφώνεις ή την υποτάσσεις. Αλλά την οικογένεια μπορεί να σου την ξεριζώσει μόνο με τανάλια κανας ψυχαναλυτής. Και μάλιστα, παίρνει καιρό το ξερίζωμα, και χρειάζεται αντοχή στον πόνο, καθώς η τανάλια κουνιέται πέρα δωθε με βία.

Άρα;

Άρα είναι αναγκαίο να απομαγευτεί η οικογένεια ως θεσμός, ως χώρος de facto αγάπης και μάλιστα ιδανικής αγάπης.

Ενόσω αγωνιζόμαστε για ισότητα στον γάμο, παράλληλα ερχόμαστε σταδιακά σε επίγνωση -- όσο μας το επιτρέπει η ατροφία των ανθρωπιστικών σπουδών -- ότι δεν πρόκειται για ιερό και ισόβιο δεσμό με υπερβατικά χαρακτηριστικά. Αντίστοιχα, ενώ οι οικογενειακοί δεσμοί, έστω και ως προς το θεμελιώδες βιολογικό και γενετικό σκέλος τους, είναι ακατάλυτοι, ωστόσο ούτε αυτοί είναι ιεροί ή a priori αγαπητικοί, ούτε αυτοί είναι υπερβατικά δοσμένοι και αναλλοίωτοι. Άλλωστε τίποτε στα ανθρώπινα πράγματα δεν είναι υπερβατικό και αναλλοίωτο πολλώ μάλλον όταν γίνεται εκκολαπτήριο και χώρος εξουσιαστικών σχέσεων, πολλώ μάλλον όταν το πώς λειτουργεί τραυματίζει ανθρώπους διά βίου -- όπως πολλές φορές συμβαίνει μέσα στην οικογένεια. Και από εκεί ακριβώς θα ξεκινήσουμε να συζητάμε τα προβλήματά της.

Η εικονογράφηση από πόστερ ανώνυμου καλλιτέχνη στην Καλλιρρόης.

GatheRate

Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

Afsluitdijk


Ούτε τη θάλασσα αγαπώ, ούτε το καλοκαίρι. Ονειρεύομαι πότε παγωμένες πόλεις, πότε πορείες υπό βροχή σε πόλεις που δεν σε έχω πάει, ενώ κοιτάζεις κάτω στα λιθόστρωτα και χαμογελάς.

Κι όταν έρχεται γαλήνη εντός μου θυμάμαι τις άχαρες παραλίες της Βόρειας Θάλασσας. Αμμουδιές αχανείς που στη Μεσόγειο θα έλαμπαν ολόλαγνες και περιλάλητες, αλλά εκεί απλώς αποτελούν ερημιές και συνεκδοχή χερσότοπων. Μια θάλασσα άγρια κι ανυπότακτη και πολλές φορές πασαλειμμένη λάσπες που της χύνουνε ποτάμια μεγάλα, θάλασσα αφιλόξενη κι ανακατεμένη στο χρώμα βρώμικου νερού από ακουαρέλες την οποία διασχίζουν τιτάνια κύματα που από αέρος μοιάζουνε με στόλος αποβατικός. Από πάνω τους μια θάλασσα από σύννεφα, όλο αδιανόητους κυματισμούς αλλά σχεδόν πάντοτε παπλωματώδης, συνήθως πιο ευπροσήγορη από την αλμυρή έκταση που σκεπάζει. Εδώ η παλέττα θα γίνει γαλάζια μόνο κατά παραχώρηση, σαν χατήρι. Και τότε όλα γίνονται γιορτή για λίγο.

Σκέφτομαι εσένα εκεί. Εσένα. Δεν κοιτάζεις τον ορίζοντα: ο ορίζοντας είναι όριο, ο ορίζοντας είναι ο θάνατος: πέρα από το δικό μας τέλος, η ουτοπία των άλλων που έρχεται μετά τη δική μας ζωή, παρά τον δικό μας πόνο, χάρη και στις δικές μας πράξεις· στον ορίζοντα βρίσκονται όσοι μας θυμούνται μα δεν μας πολυκαταλαβαίνουν. Εγώ λοιπόν σκέφτομαι εσένα, όχι το μέλλον. Στέκεσαι στην άμμο κοντά στη θάλασσα, αυτή τη Βόρεια άχαρη Θάλασσα που σταδιακά αρχίζει εκεί όπου απολήγει η πολύ βρεγμένη άμμος, οι θίνες που δεν επιτρέπουν να πλημμυρίσει ο επίπεδος κόσμος πίσω τους. Στέκεσαι εκεί εσύ, όχι στον ορίζοντα, όχι πάνω στα αποβατικά κύματα αλλά εκεί στην ακροθαλασσιά. Ίσως είσαι ξυπόλητη, δεν έχει πολλη σημασία μια τέτοια νότα λυρισμού όταν εσύ στέκεσαι κάτω από τη θάλασσα των νεφών και απέναντι από τη θάλασσα του Βορρά.

Σκέφτομαι ότι με κοιτάζεις γιατί τόσα χρόνια τι άλλο θέλω και τι άλλο φοβάμαι, παρά ότι με κοιτάζεις. Με απασχολεί να υπάρχω στον ίδιο κόσμο μ' εσένα. Με απασχολεί να στέκομαι απέναντι από αυτή τη θάλασσα που δεν είναι ούτε ήμερη ούτε καν μεσογειακή μετωνυμία της ελευθερίας ή του έρωτα, παρά απρόβλεπτη κι αφιλόξενη, μια αχανής υδάτινη στέππα για γοργόνες και για μουγκά ψάρια που τη διασχίζουν αδιάφορα αλλά και ήμερα. Σκέφτομαι ότι μπορεί να μην κοιτάζεις εμένα παρά τη θάλασσα, αυτό που στην πραγματικότητα δεσπόζει: κανείς δεν είναι τόσο μεγάλος όσο του λεν ότι είναι, κανείς δεν είναι πιο μεγάλος από τη θάλασσα.

Και καμμιά θάλασσα δεν είναι ανίκητη. Όχι παντού, τουλάχιστον. Κρατάει κλειστές αβύσσους και υποθαλάσσια βουνά, λεκάνες και ρήγματα αλλά να, εδώ πιο πέρα, ένα μεγάλο φράγμα ξέκοψε μια μεγάλη εσωτερική θάλασσα και σιγά σιγά τα ποτάμια την γλύκαναν ώσπου τη μετέτρεψαν σε λίμνη. Ijsselmeer. Αντί για ορίζοντα έχει ένα φράγμα, αυτό είναι το όριό της, αυτό τη χωρίζει από τη θάλασσα· κι όσο υπάρχουν άνθρωποι θα είναι λίμνη.

Σε βλέπω να στέκεσαι κάτω από τα σύννεφα, σε ένα όνειρο που είδα δεκαεννιά χρονών, σε βλέπω εσένα που τότε σε είπα Ντίνα χωρίς να σε ξέρω, χωρίς να ξέρω ότι θα σε γνωρίσω. Ξέρω ότι δεν είσαι εκεί και ξέρω οτι ο ορίζοντας είναι μακριά. Ξέρω πια όμως ότι δεν χρειάζεται να τρέχει κανείς μέχρι τον ορίζοντα. Και ξέρω ότι η θάλασσα μπορεί να γίνει λίμνη, ότι τα σύννεφα του Βορρά μάς σκέπουν αν το θέλουμε. Και ξέρω ότι δεν είσαι μακριά.

Ο πίνακας είναι του Alex Colville.

GatheRate

Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

Ντου από παντού

Η μούργα κι η βρωμιά που είναι η Ελλάδα του 2017 δεν χρειάζεται άλλη παρουσίαση και περιγραφή: εξαθλίωση, εγκατάλειψη, ξεπούλημα, ναζί και κρυπτοφασίστες, υποταγή, χρηστοήθειες, φτώχεια παντού, εφησυχασμός, παπαδοκρατία, απελπισία, εθνικισμός, εξαπάτηση, πατριαρχία, συνωμοσιολογίες, εργολαβοκρατία, πουριτανισμός, καταφυγή στο ευτελές...

Το ζήτημα είναι πώς θα σπάσει αυτή η δυσώδης κρούστα που καλύπτει το (θέλουμε να πιστεύουμε) ωραίο σώμα μας.

Χρειάζεται ντου από παντού.

Οκέι, κατ' αρχήν χρειάζεται ταξικό κοινωνικό κίνημα από κάτω, οριζόντια διαμορφωμένο και αυτοοργανωμένο. Αυτοί που πλήττονται αυτοί πρέπει να δράσουν. Άλλωστε την είδαμε την ανάθεση στον ΣΥΡΙΖΑ: υποκατέστησε την κοινωνική ατζέντα με χάδια στον καβάλο του ανώτερου κλήρου και με συγκυλισμούς με εθνικιστές και στρατόκαυλους -- αφου αυτά θέλει ο "λαός" της απόγνωσης και του φαντασιακού τους. Το βλέπουμε το ΚΚΕ εδώ και δεκαετίες, μας βλέπει κι αυτό από τις κορφές της Γκιώνας που αστράφτουν από θύμησες και μεσσιανικές εξαγγελίες. Δεν μιλάω πια για Αριστερά, που παίζει με τον Αλτουσέρ, περιμένει να βγει ο Κούλης για να αντιπολιτεύεται χωρίς ενοχή και πλάθει σύνθετες λέξεις για να περιγράψει αυτά που αφορούνε λίγους και τους ίδιους. Και μιλάω για ταξικό κίνημα γιατί είδαμε πώς οι αταξικές αγανακτήσεις, οι "προς Θεού όχι διχόνοιες", οι πάνω πλατείες και τα φάσκελα, "τα κόμματα διχάζουν" και οι εθνικές ενότητες μάς έριξαν σε σωρραίους, σε λιτανείες με λείψανα, σε κομψές παραιτηθειάδες και σε κυριακάτικα κηρύγματα Ράμφου-Αρίστου-Χωμενίδη και δεν συμμαζεύεται.

Δεύτερον χρειάζεται μαζική επίθεση καμπ, κραγμενότητας και ξετσιπωσιάς: πρέπει να βγούμε όλοι με σαγιονάρες, με φτερά, με σπήντο, με γκλίτερ και μποντυπέιντ, ξεκάλτσωτες, με γυαλιά Έλτον Τζων και Χάρυ Κλυν, ξώβυζες, με νεροπίστολα, με φανελάκια Ατθίς και σορτσάκια λαϊκής και ό,τι άλλο να χορεύουμε και να κουνιόμαστε και να χοροπηδάμε και να τραγουδάμε φάλτσα στους δρόμους: χρειάζεται ένα Καρναβάλι δυο φορές τον μήνα, ένα πράιντ κάθε δυο μήνες, τακτικά πάρτυ στους δρόμους από τρανς άτομα (και "ειλικρινή" και "μέτα") και λεσβίες κομμάντο και απαίσιους θηλυπρεπείς βαμμένους που κάνουνε τον γκέι τον σωστό, τον βαρβάτο να φρίττει και να ντρέπεται (για να μην πω για τον νοικοκύρη, που ωστόσο δεν μασάει να εξηγεί στο παιδί του γιατί υπάρχουνε ζητιάνοι). Πρέπει να σπάσει αυτή η αηδία. Πρέπει επιτέλους να βγουνε στους δρόμους βλάσφημοι ερμοκοπίδες, τα ΑμεΑ, ζαβοί ποιητές, μπουτς κορίτσια που θέλουνε φαμ στοργή και τανάπαλιν, οι τρελοί του χωριού, ο Χριστοπιστίας. Πρέπει να σπάσουμε τη βιτρίνα μιας κοινωνίας που πέρασε από την αγροτοποιμενική βαρβαρότητα που κοίταζε προς Φανάρι μεριά σε μια φω αστική υπερκαθωσπρέπεια κι ευπρέπεια που κοιτάζει προς Σηκουάνα μεριά. Πρέπει να μπούμε στο μάτι όσων κλειδαμπαρώνουν τις ζωές των άλλων και ρυθμίζουν αυθαίρετα τι "θέλουμε να βλέπουμε" στους δρόμους μας, στον δημόσιο βίο και στις ζωές μας. Ναι, και πάλι από κάτω και αυτό το ντου.

Τρίτον, η εποχή απαιτεί σοβαρότητα ακριβώς επειδή οι ελίτ της εποχή είναι θρασείες κι η ίδια η εποχή εντελώς απορρυθμισμένη κι ό,τι να' ναι, επειδή μας κοροϊδεύουν οι προνομιούχοι μέσα στα μούτρα μας σαν τον πρόεδρο Τραμπ και σαν τον Γκίκα Χαρδούβελη, που δεν ήξερε ότι πρέπει να υποβάλει πόθεν έσχες. Ακριβώς λοιπόν επειδή η εποχή είναι απορρυθμισμένη και οι ελίτ έχουνε ξεμπουρνταλιαστεί, η σοβαρότητα πρέπει να διακρίνει πια τις πράξεις, το έργο μας και τη δριμύτητα του χαβαλέ και της σάτιράς μας: όσο πιο οξύστομος ο αθέρας τους, τόσο πιο σοβαρός ο χαβαλές, τόσο πιο σοβαρή η σάτιρα. Πρέπει να πάρουμε αυτό που κάνουμε και αυτό που θέλουμε στα σοβαρά ώστε να κλωτσήσουμε ανελέητα τη σοβαροφάνεια και κάθε πρόσχημα που υποκαθιστά τη σοβαρότητα ώστε να παραμένει εύτακτη και τακτοποιημένη η βιτρίνα. Αυτό δούλευε τις εποχές της ανοχής και τις εποχές της σχετικής ασφάλειας και της σχετικής αφθονίας, αλλά αυτά τέλος πια: χαβαλέ και υπονόμευση παντού, σε κάθε βεβαιότητα κι ευπρέπεια μιας εκτραχηλισμένης κοινωνίας. Κανένα σεβασμό σε κανέναν που έχει προνόμια και θέλει να τα προασπιστεί και να τα επεκτείνει επικαλούμενος την μπάσταρδη "σοβαρότητα" των σοβαροφανών.

Τέταρτον, πρέπει να κάνουν εμφανή την παρουσία τους οι μειονότητες. Ένας Γιάννης Αντετοκούμπο δεν φέρνει την άνοιξη. Ρομά, Νέοι Κυψελιώτες και Πατησιώτες, Αλβανοί γεννημένοι στην Ελλάδα, όλοι όσοι δεν έχουν ή δεν θα είχαν ιθαγένεια αν της πέρναγε τότε της ΝΔ πρέπει να βγούνε και να ρίξουνε κάμποσα σβέλτα σκαμπιλάκια στην πλαγγόνα του ΕΟΤ εντός μας που λέγεται Ελλάδα-Έλληνες-Ορθοδοξία-Εθνική Ενότητα. Χιπ χοπ, γκράφιτι, ποιητικά τζαμαρίσματα -- δεν ξέρω τι: όλα τώρα χρειάζονται. Μπας και βγει από το μυαλό του Έλληνα που μεγάλωσε σε σχολεία όπου ο χάρτης της Ελλάδας έπλεε μεταξύ μπλε θάλασσας και μπεζ νομανσλανδιών ότι είναι μοναδικός, επιούσιος, ξεχωριστός, θεοσκέπαστος. Ένας υπέροχα μπάσταρδος λαός είναι, όπως όλοι οι ας πούμε υπέροχοι λαοί, επιστάτης και τοποτηρητής αρχαιοτήτων. Αν Βαλκάνιοι και Τουρκόσποροι ήτανε κατάλληλοι για αυτόν τον ρόλο, γιατί όχι και όλοι όσοι αγαπούν και μεγαλώνουν σε αυτόν τον τόπο; Χρειαζόμαστε όλοι τη φωνή τους.

Τέλος, και το πιο δύσκολο, χρειαζόμαστε πια κριτικούς που δεν πίστεψαν ποτέ ότι μαθαίνεις να σκέφτεσαι γράφοντας εκθέσεις και μαθαίνοντας Αρχαία. Χρειαζόμαστε κριτικούς και γραφιάδες που δεν χρωστάνε χατήρια σε κανέναν κερατά και σε κανέναν πονηρό μαικηνίσκο, που ξέρουνε και πέντε γράμματα. Αυτούς τους χρειαζόμαστε πολύ, επίσης. Αλλά επειδή πια πέρασα στο σχεδόν ανέφικτο, σταματάω.

Τι θα μείνει από όλα αυτά κι αν έρθουν; Ίσως λίγα. ίσως μια ανάμνηση ότι δεν είναι τα πάντα κανονικότητα κι αποκλεισμός και ΤΙΝΑ. Ίσως και η γνώση, που μια άλλη γενιά θα αξιοποιήσει, ότι μπορεί νὰ φωνάξει δυνατὰ γιὰ νὰ δείξει πῶς δὲν ἀπέθανε.

Η εικόνα είναι του Μπρύγκελ.

GatheRate

Εναντιοδρομία στη μνήμη


Όσοι χρησιμοποιούσαν τα μπλογκ για ημερολόγια σύντομα βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα παράδοξο.

Ας πούμε ότι κρατάτε ημερολόγιο γράφοντας σε ένα τετράδιο λιγότερο ή περισσότερο φανταιζί: από μπλε Διεθνές και Σούπερ μέχρι Moleskin. Ας πούμε ότι μετά από έξι μήνες ή έξι χρόνια το γεμίζετε. Τέλος, ας πούμε ότι μετά από καιρό το ξεφυλλίζετε: η διάταξη των εγγραφών ακολουθεί τη ροή του χρόνου κατά την περίοδο που κρατάγατε ημερολόγιο από το απώτερο παρελθόν προς το πιο πρόσφατο. Αν λ.χ. ξεκινήσατε το ημερολόγιό σας την άνοιξη του 2010 και το συμπληρώσατε τα Χριστούγεννα του 2016, η αλληλουχία των εγγραφών θα ακολουθεί το πέρασμα του χρόνου.

Αυτή είναι και η διεύθυνση της μνήμης συνήθως, όταν δεν χοροπηδάει μπρος-πίσω σε προλήψεις (flash forward) κι αναλήψεις (flashback): πάει όπως φυσάει ο χρόνος, ακολουθεί το πέρασμα του χρόνου. Διαβάζεις στην αρχή για την πρόσληψή σου και πολλές σελίδες μετά για την απόλυσή σου. Συνεπώς, διαβάζοντας το ημερολόγιό σου έχεις τη (μάλλον απατηλή) αίσθηση ότι ξαναζείς ένα τμήμα της ζωής σου.

Ας πούμε όμως τώρα ότι κρατάγατε ημερολόγιο σε μπλογκ, δίνοντας τοιουτοτρόπως την ευκαιρία και σε άλλους να σας λένε για τη ζωή σας ή, συχνότερα, να εκτιμήσουν τα αφηγηματικά σας χαρίσματα και την καλολογία σας. Τότε θα βρισκόσασταν αντιμέτωποι με το εξής: έχοντας ξεκινήσει το μπλογκ σας το 2004 και έχοντάς το κλείσει πανηγυρικά την άνοιξη του 2010 θα είχατε τις εγγραφές σας σε αντίστροφη χρονολογική σειρά. Πάνω πάνω θα διαβάζατε τα πιο πρόσφατα συμβάντα, συναισθήματα, ιδεοκοπήματα, βάσανα και μικρά θαύματα και σκρολάροντας προς τα κάτω ή γυρνώντας ηλεκτρονικές σελίδες θα προχωρούσατε προς τα πίσω, εναντιοδρομώντας, πηγαίνοντας progressively backwards.

Η μνήμη ωστόσο σπανίως καταφέρνει να ρέει αντίστροφα, δυσκολεύεται να πάει κόντρα στο ρεύμα του χρόνου. Εκεί όπου αρχίζει το μπλογκ διαβάζεις για την απόλυσή σου, πολλές σελίδες, πολλά ποστάκια-εγγραφές πιο κάτω βρίσκεται η είδηση της πρόσληψής σου. Συνεπώς, διαβάζοντας το βιωματικό μπλογκ σου έχεις την (εντελώς απατηλή) αίσθηση ότι ατενίζεις το αβέβαιο και ίσως αφελές παρελθόν σου με τη στερνή γνώση, το hindsight ενός σχετικού μέλλοντος.

GatheRate