Τρίτη, 17 Απριλίου 2018

«Κατά μαλάκα» από το «Πώς να μη γίνετε μαλάκας»


Κάποιος απαισιόδοξος θα ισχυριζόταν ότι προστασία απέναντι στον μαλάκα δεν υπάρχει, πολλώ μάλλον ότι ο μαλάκας ούτε παλεύεται ούτε καταβάλλεται. Όπως το έθεσε και ο Φρειδερίκος Σίλλερ σε άπταιστα γερμανικά (από τα οποία δυστυχώς λείπει ο τεχνικός όρος "μαλάκας"),  mit der Dummheit kämpfen Götter selbst vergebens.

Παρόλ' αυτά από ένα πόνημα με τίτλο Πώς να μη γίνετε μαλάκας δεν θα μπορούσε να λείπει ένα κεφάλαιο σχετικό με την αυτοπροστασία μας, που να πραγματεύεται πώς θα πολεμήσουμε τον μαλάκα. Δυστυχώς ένα τέτοιο κεφάλαιο είναι μάλλον απαραίτητο αφού πολλοί γινόμαστε μαλάκες πολεμώντας τον μαλάκα. Όπως θα το έθετε ένας άλλος γερμανόφωνος: "Όποιος πολεμάει μαλάκες πρέπει να προσέξει μη γίνει ο ίδιος μαλάκας".

Όπως είδαμε και στο οικείο κεφάλαιο το σχετικό με την τάχα θεομορφία τού μαλάκα, κατά τις διατυπώσεις του Ξανθάκη, όχι μόνο "δεν μπορεί κανείς να τον νικήσει" τον μαλάκα αλλά επιπλέον
όπου και να κρυφτείς
όσο και να κρυφτείς
ο μαλάκας θα σε βρεί

και θα σε τυραννίσει.
Με άλλα λόγια, ναι μεν δεν μπορείς να νικήσεις τον μαλάκα, αλλά θα αναγκαστείς οπωσδήποτε να τον πολεμήσεις αφού "θα σε βρει / και θα σε τυραννίσει".

Όπως αναφέρθηκε πριν, είναι πολύ εύκολο να γίνει κανείς μαλάκας πολεμώντας μαλάκες και η ανθρώπινη ιστορία βρίθει από παράδειγματα μαλακομάχων που έγιναν έως και χειρότεροι τριμαλάκες από τον χατζημαλάκα που πολέμαγαν. Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι απλός: οι μαλάκες είναι ακατάβλητοι, αφού είναι θωρακισμένοι με τις βεβαιότητές τους. Από εκεί και πέρα το πράγμα είναι κλασικές αρχές του πολέμου, το εσκαλέισον που λέει κι ο Τζόκερ στον Μπάτμαν: προσομοιώνεις τις αμυντικές βεβαιότητες που θωρακίζουν τον μαλάκα ώστε να τον προσβάλεις αλλά στο τέλος καταλήγεις να ενστερνίζεσαι αυτές τις όποιες βεβαιότητές σου κι εσύ ο ίδιος· κι έτσι γίνεσαι κι εσύ σιγά σιγά μαλάκας.


Ας αναφέρουμε συνοπτικά δύο παραδείγματα πολέμου με μαλάκα:

Ο ειλικρινής μαλάκας θα χρησιμοποιήσει αυτό που αποκαλεί ειλικρίνεια για να σας πλήξει. Αν πέσετε στην παγίδα, ξεκινώντας να πολεμήσετε κατά του μαλάκα καταλήγετε να πολεμάτε κατά τον μαλάκα: του λέτε κι εσείς κάποια αλήθεια (...) που φρονείτε ότι θα τον πονέσει. Όμως είπαμε: ο μαλάκας δεν πονάει γιατί και κατώτερός του είστε και είναι και θεός. Αποτέλεσμα; Γίνατε λίγο πιο πολύ μαλάκας χρησιμοποιώντας την ωμότητα μιας κάποιας ειλικρίνειας ως όπλο.

Ο μισογύνης μαλάκας θα κάνει τα μισογυνικά του, με τα "ναι μεν αλλά" του και με τα απ' όλα του. Ας πούμε ότι θέλετε να τον αντιμετωπίσετε είτε γιατί είστε γυναίκα, είτε γιατί είστε μουνόδουλος, είτε γιατί είστε αδερφάρα από αυτές που ξέρουν ότι η πατριαρχία έχει πολλά ποδάρια -- και μάλιστα όχι από αυτά που αρέσουν. Απαντάτε λοιπόν στα μισογυνικά του με μια προσβολή που αφορά τον χαρακτήρα ή το ποιόν του μισογύνη μαλάκα. Όμως ο μισογύνης δεν έβρισε εσάς προσωπικά ή μια γυναίκα, παρά μίλησε για αυτό το ψευδές, αόριστο και πολλαπλό είδωλο που λέγεται "γυναίκα", μίλησε για μια κατασκευή. Άρα ποιος είναι τώρα ο μαλάκας, που αντέταξε σε μια πλατωνική κουβέντα ένα σαφές ad hominem; Ποιος άλλος: εσείς.

Γίνεται λοιπόν να είσαι κατά του μαλάκα χωρίς να γίνεσαι κατά τον μαλάκα; Ίσως, αλλά ακόμα και οι θεοί το ψάχνουν το πώς, όπως είδαμε. Πιθανόν μια καλή μέθοδος μαλακομαχίας είναι να ακινητείς περιμένοντας να ξεθυμάνει ο μαλάκας και μετά να παραστήσεις ότι τίποτε δεν κατάλαβες, ότι δεν έτρεξε κάστανο: κανείς μαλάκας δεν αντέχει να νιώθει ότι είναι ατελέσφορη η μαλακία που τον δέρνει και τον κινεί και τον ζωοποιεί. Τότε λοιπόν ίσως και να σκάσει ο μαλάκας -- που είναι και το ουσιώδες.

GatheRate

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2018

«Είναι ο μαλάκας Θεός;» από το «Πώς να μη γίνετε μαλάκας»


Βεβαίως κάθε μαλάκας πιστεύει ότι είναι θεός ή και ο Θεός. Ενδεχομένως αυτό είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του μαλάκα: πιστεύει ότι είναι θεός. Σίγουρα η πεποίθησή του ότι είναι αντίθεος (με την ομηρική έννοια) είναι ισχυρή: είπαμε ότι μαλάκα σε κάνουν οι βεβαιότητες· όσο πιο ακράδαντες, τόσο πιο μαλάκας. Όμως ο μαλάκας δεν πιστεύει απλώς ότι είναι θεός, παρά μοιάζει με θεό και σε κάτι ακόμα: δεν ορίζεται εύκολα.

Ο Θεός των μονοθεϊστικών θρησκειών όντως ορίζεται κυρίως αποφατικά: μέσω του τι δεν είναι παρά με βάση κάποια χαρακτηριστικά του. Ο Θεός αυτών των θρησκειών είναι υπερβατικός, ενώ "κάθε θεότητα που δεν είναι υπερβατική, έχει γνωρίσματα: ο Βαάλ τη μοσχαροκεφαλή και τις μύγες, ο Απόλλων τον ήλιο και το τόξο" κτλ. Ο ένας Θεός δεν έχει γνωρίσματα, λέμε ότι δεν έχει σώμα (ασώματος), ότι δεν βρίσκεται κάπου στον χώρο (πανταχού παρών), ότι δεν μπορεί να γίνει κατανοητός (απερινόητος). Γι' αυτό και συσσωρεύουν οι θρησκείες επίθετα του Θεού τους (99 το Ισλάμ, περισσότερα οι χριστιανοί), γνωρίσματά του, αφού τον ίδιο τον Θεό τους δεν μπορούν να τον ορίσουν επιτυχώς. Μέσα από τη συσσώρευση επιθέτων προσπαθούν οι πιστοί Του να περιγράψουν και να προσεγγίσουν τον υπερβατικό Θεό τους.

Έτσι και στην περίπτωση του μαλάκα. Παρά τις βεβαιότητές του, απέχει ιλιγγιωδώς από το να είναι υπερβατικός. Ωστόσο δεν ορίζεται με βεβαιότητα. Σκεφτείτε πόσο δύσκολο είναι να διατυπωθεί ένας ορισμός του μαλάκα. Τι είναι μαλάκας; Αμηχανία. Πώς ορίζεται; Θέμα. Συνήθως λοιπόν αναγκαζόμαστε να συσσωρεύσουμε κι εμείς χαρακτηρισμούς κι επίθετα και περιγραφές και περιστατικά με μαλάκες αφού ο μαλάκας δεν ορίζεται. Ο Χρήστος Ξανθάκης, που ζήλωσε τη δόξα του μεγάλου αυτού πονήματος για τον μαλάκα που διαβάζετε κι εσχάτως ασχολήθηκε και αυτός με το θέμα, το διατυπώνει με τον κατάλληλο τόνο:
ο μαλάκας είναι ασταμάτητος, ασύνορος και απροσμέτρητος
και δεν μπορεί κανείς να τον νικήσει
Ακριβώς γι' αυτό τον λόγο, ο μαλάκας αποτελεί διαρκεί πηγή εκπλήξεων, ανεξαιρέτως δυσάρεστων. Ακόμα και όταν ξέρουμε ότι κάποιος είναι μαλάκας και είμαστε κατάλληλα προετοιμασμένοι, ποτέ δεν είμαστε επαρκώς προετοιμασμένοι: θα βρει εκείνος τον τρόπο να μας βλάψει ή να μας βγάλει από τα ρούχα μας ή έστω να μας ενοχλήσει. Θα βρει εκείνος τον τρόπο να γίνει ακόμα πιο μαλάκας ή να γίνει μαλάκας με κάποιον καινούργιο τρόπο. Γιατί είναι έμπειρος και ξέρει. Γιατί η βεβαιότητα σε συνδυασμό με τον σολιψισμό σε απαλλάσσουν από την υποψία ότι μπορεί να γίνεσαι γελοίος, ενώ σε εμψυχώνει να ανέβεις καμαρωτός και ξεσκούφωτος το Έβερεστ της μαλακίας μέχρι την κορυφή του, ή μέχρι να σε σκοτώσουν η ανοξία και το μαλακόκρυο.

Μια τεταρτη ιδιότητα του μαλάκα (πέραν από το ιδεασμό ισοθεΐας, την αδυναμία να οριστεί και το ότι πάντοτε θα βρει τρόπους να μας βλάψει) είναι τέλος η κάτωθι. Και σε αυτήν την ιδιότητά του ο μαλάκας μοιάζει με τον τιμωρό Θεό των μονοθεϊστικών θρησκειών, και πάλι επιγραμματικώς διατυπωμένη από τον οψίμως ενδιαφερθέντα Ξανθάκη:
όπου και να κρυφτείς
όσο και να κρυφτείς
ο μαλάκας θα σε βρεί

και θα σε τυραννίσει
Τι άλλο να πει κανείς λοιπόν εκτός από το ni Dieu ni malakas.

GatheRate

Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

Το Παρίσι και το μοναστήρι


Πρέπει να υπάρχουν ακόμα πολλοί που νομίζουν ότι "δεν είμαστε λαός" επειδή "είμαστε βρωμιάρηδες και δεν σεβόμαστε τον δημόσιο χώρο" και οι οποίοι αποδίδουν αυτή μας την κακοδαιμονία (υποκριτικώς ντρέπονται πια να πουν "γυφταριό") στο ότι δεν περάσαμε Διαφωτισμό κτλ. Όσο και αν έχουνε ταξιδέψει αυτοί οι άνθρωποι, μάλλον έχουν ταξιδέψει λειψά. Άλλωστε το ταξίδι ποσώς δεν επεκτείνει τους ορίζοντές μας και σίγουρα από μόνο του δεν θεραπεύει απολύτως τίποτα, ούτε τη στενομυαλιά ούτε τον ρατσισμό.

Όσοι τα λένε αυτά, ότι είμαστε "από τη φύση μας" ή λόγω Τουρκοκρατίας ή και Βυζαντίου "τέτοιοι", αν δεν έχουν χρήματα να ταξιδέψουν για να δούνε το σκουπιδομάνι μεγάλων και μικρότερων πόλεων της Εσπερίας, ας πάνε σε κανα μοναστήρι της πατρίδας μας.

Εκεί, στα μοναστήρια, τους περιμένει μια εντελώς διαφορετική εικόνα από τα λιγδιασμένα περιτυλίγματα και τα σπασμένα μπουκάλια και το ρέον κάτουρο στους δρόμους βορείως των Άλπεων πριν επελάσουν τα δημαοτικά συνεργεία καθαρισμού.

Ας πάνε λοιπόν σε κάποιο μοναστήρι, που είναι ο ρωμεϊκότερος θεσμός που υπάρχει, ο πιο μη διαφωτισμένος, και ο οποίος στελεχώνεται από τους ρωμεϊκότερους ρωμιούς. Εκεί ας χορτάσει ευταξία και καθαριότητα επιπέδων Ζάλτσμπουργκ, ας θαυμάσει τη φροντίδα παντού· μετά λοιπόν ας έρθει μετά να μας πει για τον Διαφωτισμό που δεν έχουμε περάσει και πώς αυτή η έλλειψη φταίει που "είμαστε τέτοιο μπουρδέλο" ή που "βρωμάν οι πόλεις μας".

Τέλος πάντων, κάποια στιγμή θα καταλάβουμε ότι οι καθαρές πόλεις προϋποθέτουν εξοπλισμένα και στελεχωμένα συνεργεία καθαριότητας· ότι τα φροντισμένα πάρκα προϋποθέτουν και συνεργεία καθαριότητας και κηπουρούς αλλά και τη χρήση τους απ΄οτο κοινό. Γενικότερα, κάποτε θα πάρουμε χαμπάρι ότι ο σεβασμός του δημόσιου χώρου προϋποθέτει τουλάχιστον να υπάρχει αίσθηση κοινότητας και, γενικότερα, εδραιωμένη η αντίληψη του ότι ζούμε σε κοινωνία.

Συνεπώς η βρωμιά, ο θόρυβος και η αταξία γύρω μας οφείλονται και στο ότι κάποια στιγμή κατά τη νεώτερη ιστορία μας αποφασίσαμε ότι μπορούμε με τον (όποιο) συσσωρευμένο πλούτο μας και με τον εγκλεισμό στο σπιτάκι μας να υποκαταστήσουμε τα δημόσια αγαθά και τους δημόσιους χώρους: η νεοελληνική βρωμιά και η χωροταξική αναρχία είναι συνέπειες του πώς μας ήθελε η πολιτική εξουσία από το 1949 και μετά.

GatheRate

Σάββατο, 14 Απριλίου 2018

Ένας άλλος κόσμος, σφαιρικός


Πάντως ό,τι και να πει κανείς, όσο και να διαμαρτυρηθεί, όσο και να καμώνεται τον ανώτερο, οι ποδοσφαιρόφιλοι, οι ένθεοι του ποδοσφαίρου, αυτοί που τέλος πάντων είναι το αντίθετο των άμπαλων σαν κι εμένα, είναι τυχεροί άνθρωποι: προνομιούχοι.

Όλοι εμείς οι άμπαλοι έχουμε την επικαιρότητα των πολιτικών θεμάτων, των οικονομικών προβλημάτων, του μέλλοντος της κοινωνίας ή του πλανήτη ή των ίδιων των ζωών μας για να βαυκαλιζόμαστε, αυτοί έχουνε διαρκώς ζωντανή και τρέχουσα ενημέρωση για μεταγραφές, προπονητικές δηλώσεις, διαστρέμματα, αποτελέσματα του λευκορωσικού, του κολομβιανού ή του μολδαβικού πρωταθλήματος. Ενημέρωση που μάλιστα εξυπηρετεί ο σφριγηλός αθλητικός τύπος, όχι σαν τις σκιές περασμένων μεγαλείων όπως το Βήμα κι η Καθημερινή ή σαν τις καινοφανείς φυλλάδες που πουλάνε χούντα και προφητείες του Πατροκοσμά. Η ποδοσφαιρική επικαιρότητα υπάρχει είτε ανεξάρτητα από την υπόλοιπη, είτε ως παραπλήρωμα της υπόλοιπης είτε, για κάτι καλτσιοθεωρητικούς, ως μια προνομιακή ερμηνευτική σκοπιά του κόσμου.

Οι άμπαλοι επίσης έχουμε τους ήρωες και τους κακούς μιας πραγματικότητας που επηρεάζει και ενίοτε δηώνει τις ζωές μας, εκτός κι αν ασχολούμαστε με το σινεμά ή με το ροκενρόλ για να ξεφεύγουμε. Το πάνθεον της μπάλας όμως είναι πλήρες, συνεπές και αυτόνομο, ένα πάνθεον επικό και εφάμιλλο του σύμπαντος της Μάρβελ. Το πάνθεον της μπάλας όμως δεν είναι κόμιξ για νέρντουλες, είναι σημαντικότερο από την πραγματικότητα, όπως άλλωστε οι θεοί είναι σημαντικότεροι από τους ανθρώπους, είτε είναι θεοί της Αρετής και του Ερνέστο Βαλβέρδε, είτε της Κακίας και του βασιλείου εκείνου του αχώνευτου που όλοι βρίζουν. Μεσα στη σύνθετη νομενκλατούρα του ποδοσφαίρου, στο Μπάλα Universe, προϊόν μεταγραφικών θεογονιών και θαυμαστών αποκαλύψεων, δεσπόζουν οι ημίθεοι ήρωες: τα αντικείμενα αρσενικών τάχα ανερωτικών και θηλυκών στάνταρ ερωτικών πόθων, οι στρατιές ποδοσφαιριστών. Στις τάξεις τους χωράει ο αλαζόνας αχιλληίσκος Κριστιάνο Ρονάλντο, ο φάλσταφ κάγκουρας πώς τον λένε, ο σχεδόν ιησουχριστός Τζωρτζ Μπεστ, ο Μέσι-Αρτζούνα, ο αηγιώργης Μαραντόνα -- και ούτω καθεξής.

Τέλος, εμείς οι άμπαλοι για να ζήσουμε χαρές και συγκινήσεις, για να μας αγγίξει η ευτυχία, περιμένουμε να πάρουμε κανα πτυχίο, να ανοίξουμε κανα σπίτι, να δούμε καναν φίλο, να βρούμε έναν δικό μας άνθρωπο, να γράψουμε κανα βιβλίο ή να κάνουμε καμμιά συναυλία ή έκθεση ή κατασκευή, να πάμε κανα ταξίδι, να αναγνωριστεί η δουλειά μας, να αγαπήσουμε, να μας ερωτευτεί καμμιά θεότητα, να κάνουμε παιδιά. Οι ένθεοι του ποδοσφαίρου, στον βαθμό που ασχολούνται με όλες αυτές τις μπανάλ σάχλες, έχουν επιπλέον τους δίκαιους αγώνες του ΠΑΟΚ, την έκσταση του να το σηκώνεις στην Πορτογαλία, τα θαύματα "μια στα χίλια χρόνια" τύπου Ρόμα-Μπαρσελόνα 3-0, τον ποδοσφαιρικώς ακατάβλητο λαό της Βραζιλίας, το from zero to hero της Λέστερ κτλ.

Λέμε κι εμείς ότι ζούμε, δηλαδή.

GatheRate

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2018

Γυμνοί τόποι

Κανένας χώρος, είτε εξωτερικός είτε εσωτερικός, δεν αντέχει να μένει γυμνός. Δεν έχει σημασία αν είναι δωμάτιο, μπαλκόνι, δρόμος, μπαρ, πλατεία ή εξοχή: για να υπάρξει πραγματικά κάθε τόπος πρέπει να ντυθεί, να επιπλωθεί, να σαρκωθεί -- πείτε το όπως θέλετε. Αλλά γυμνός τόπος είναι μη-τόπος.

Ένας τρόπος να ντύσεις έναν χώρο, ιδίως άμα είναι εσωτερικός, είναι η μουσική. Πήγα το Πάσχα στο Pirée, όπου παίζει μουσική ο Κώστας Παντιώρας. Εντυπωσιάστηκα από το πώς η μουσική μπορεί να καταστήσει έναν χώρο ενδαφέροντα και συναρπαστικό, και μάλιστα έναν χώρο γυμνό, που θα ήταν απλώς αδιάφορος ή και ασυνάρτητος αν απουσίαζε η μουσική. Χάρη στη μουσική του, η χιψτεροεκλεκτική διακόσμηση ενός κάπως ανοικονόμητου εσωτερικού χώρου έχανε κάτι από την ειρωνεία που κουβαλάει κάθε υπαινιγμός σε κάτι άλλο (στο μπουρδέλο, στην περίπτωσή μας): η μουσική μετέτρεπε τη διακόσμηση από πράγματα που προσπαθούν να στήσουν νόημα σε ρούχο ή και σάρκα, σε κάτι από το οποίο αποστασιοποιείσαι ενδεχομένως αλλά το οποίο είναι φορέας ομορφιάς (ως ρούχο) ή και ζωής (ως σάρκα).

Οι χώροι και οι τόποι μπορούνε να επενδυθούν βεβαίως και αλλιώς, όχι μόνον μουσικά. Αλίμονο. Και εννοείται ότι ο πιο καίριος και ο πιο δύσκολος τρόπος να ντύσεις έναν χώρο είναι οι αναμνήσεις. Είναι ο πιο καίριος γιατί είναι ο πιο σαφής: όταν ντύνονται με αναμνήσεις οι τόποι λειτουργούν ως σκηνικά πράξεων, ως το φόντο μπροστά στο οποίο στήθηκαν πρόσωπα ή σώματα, ως σκηνές γεμάτες αποτυπώματα διαθέσεων. Με την ανάμνηση ο τόπος παραπέμπει στο γεγονός ή στη διάθεση, όταν δεν είναι ο τόπος το ίδιο το γεγονός και η ίδια η διάθεση. Αυτή η επένδυση, αυτή η σάρκωση γυμνών τόπων είναι επίσης ευάλωτη στην αποστασιοποίηση· επιπλέον την υπονομεύει η ζαχαρόπηκτη υπερτροφία της νοστλαγίας και -- το χειρότερο -- ο σκώρος της λήθης που στο τέλος όλα θα τα φάει.

GatheRate

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2018

Κριτικές από το μέλλον

Η υστεροφημία είναι πιο άστατη και απρόβλεπτη κι από καθωσπρέπει παλληκάρι με σπουδές και καλάς συστάσεις μετά τον τρίτο χρόνο έγγαμου βίου. Παράλληλα, η κριτική πολλές φορές πάσχει από σύνδρομο ωχράς κηλίδας και δεν βλέπει μπροστά της παρά μόνον τα γύρω γύρω: τα περιφερειακά και τα καθέκαστα. Όμως καμμιά φορά αξίζει να αναρωτηθεί κανείς πώς θα φαίνεται η εποχή του από το μέλλον. Για παράδειγμα, σήμερα μιλάμε για την ελληνική δεκαετία του '60 ως εποχή ηρώων και θαυμάτων στην ποίηση, στο θέατρο και στη μουσική των Χατζιδάκι-Θεοδωράκη-Μαμαγκάκη (αλλά και Χρήστου) όμως όσοι ζούσαν και εργάζονταν τότε είχαν είτε κάπως διαφορετική γνώμη είτε μια λιγότερη ευκρινή εικόνα, εικόνα που έβλεπαν χωρίς τα φίλτρα του εκ των υστέρων.

Μπορεί λοιπόν τα μπλογκ να μην πια αυτό που ήταν την προηγούμενη δεκαετία και πλέον να έχουνε πολύ πιο εξειδικευμένο κοινό. Αυτό οφείλεται και στο ότι η ονλάιν κοινωνική δικτύωση διεκπεραιώνεται πλέον με άλλα μέσα: αρχικά διάβαζες και σχολίαζες τα μπλογκ και για να δικτυωθείς· εδώ και χρόνια υπάρχουν ευκολότεροι και λιγότεροι πληκτικοί τρόποι: με εξυπνάδες (τουίτερ), με φωτό (ίνσταγκραμ), με λίγο απ' όλα (φέισμπουκ) κτλ.

Βεβαίως αρχικά τα μπλογκ φαίνονταν να έχουν ορμή, φρεσκάδα και δυναμισμό, ενώ συγκέντρωναν φωνές αποκλεισμένες από την εκδοτική καμαρίλα αλλά και από την εν γένει βάσανο της διαδικασίας γραφή-επιμέλεια-έκδοση-προώθηση. Κάποιες φωνές ήταν όντως σπουδαίες και απροσδόκητα μοναδικές. Κάποιες παλαιότερες άλλες φωνές, δοκιμασμένων γραφιάδων που τους προσέκλυσε το νέο μέσο και οι δυνατότητές του περισσότερο από τη στιγμιαία αυτοέκδοση, ήρθαν και προσέδωσαν στο μέσο ποικιλία και κάποιο κύρος.

Για την κληρονομιά των μπλογκ έγραψα και εδώ πριν τέσσερα χρόνια:
Τα μπλογκ όμως στην πλειοψηφία τους ανέδειξαν τελικώς ένα ύφος, έναν άλφα τρόπο γραφής: αποσπασματικό και θυμόσοφο, υπαινικτικό, με αποσιωπήσεις και με πολλά αποσιωπητικά, ελαφρώς μεθυσμένο και ζαβά προυστιανό... Τα μπλογκ ποτίστηκαν από την αμεσότητα και την τεχνητή προφορικότητα της σχολής Κλικ, από τον υποκειμενισμό του χρονογράφου, από τον συναισθηματισμό και τη χαμηλή οπτική γωνία του ερωτοχτυπημένου στιχουργού και του ημερολογιογράφου. Κύλησαν χαμηλόφωνα, υποκειμενικά ή και αλαλάζοντας -- συνήθως ομφαλοσκοπώντας, πάντως. Άλλα ήταν ανοιχτά ημερολόγια, άλλα ήτανε σαν μικρές εισηγήσεις περί τα κοινά σε οικογενειακά τραπέζια. Ακκίστηκαν τα μπλογκ ότι το μικρό, το στιγμιαίο και το καθέκαστο θα εξακτινωνόταν ανεξαιρέτως στο μεγάλο, στο γενικό, στο πολιτικό, στο πανανθρώπινο. Στις εκβολές των μπλογκ βρίσκουμε τα φρη πρες και τη νέα μυθιστοριογραφία του Λιβάνη και του Ψυχογιού.
 Χτες το βράδυ όμως σκέφτηκα κάτι άλλο: τα μπλογκ, λίγο μετά την αρχή του αιώνα, αποτέλεσαν το αποφασιστικό πέρασμα από το ίντερνετ της τσόντας, των ιμέιλ και του τσατ μέσω IRC σε κάτι σύνθετο και κομψό, σε κάτι με δικές του αυτόνομες δυνατότητες και χρήσεις. Μετέτρεψαν το ίντερνετ από βιβλιοθήκη και τηλέφωνο σε συμπληρωμα βιοτής: το πήραν εργαλείο και συντέλεσαν στο να γίνει Μέσο. Επιμένω ότι τα μπλογκ πρωταγωνίστησαν σε αυτή τη διαδικασία μετατροπής, ακόμα και πριν καταντήσουν ατελή υποκατάστατα της δημοσιογραφίας.
Από αυτή την άποψη, νομίζω ότι η προηγούμενη δεκαετία, αυτή με τα μηδενικά, σύντομα θα εξιδανικευτεί και θα ηρωοποιηθεί. Γενιές που γεννήθηκαν μεγάλωσαν σε έναν κόσμο δικτυωμένο θα βλέπουν με δέος και συλλογική νοσταλγία, ξέρετε: τη νοσταλγία των άλλων, το 2003-2010, όταν αρχίσαμε να εκφραζόμαστε και να επικοινωνούμε και κυκλοφορούμε  διαδικτυακά. Θα βγουν ταινίες και αφηγήματα (σε χαρτί; ηλεκτρονικά; δεν ξέρω) για εκείνη την αστεία άλλά συναρπαστική εποχή των πρωτοπόρων, όταν δεν ήξερε ο κόσμος αν θα γράφει επιφυλλίδες, ανοιχτά ημερολόγια, λογοτεχνία, χρονογράφημα ή κομψούς ακκισμούς προς γκομενική άγρα. "Φοβερή εποχή", θα λένε. Για εσάς που τη ζήσατε και μόνο το κομμάτι του Θανάση σάς φέρνει προς απομνημείωσή της, φανταστείτε να είχατε ζήσει την εποχή που π.χ. άρχισε ο γραπτός τύπος, το ράδιο, η τηλεόραση: τρελή πρωτοπορία!

Στην ελληνική μπλογκοκοινωνία δύο θα αναδειχτούν ως ήρωές της, για όσους θα ενδιαφέρονται για κριτικές και για γενεαλογίες του μέσου. Λίγοι θα ενδιαφέρονται βεβαίως αλλά, και πάλι, πόσοι ασχολούνται με την αναγεννησιακή μουσική ή με την ποίηση του Εμπειρίκου; Οι ήρωές της λοιπόν, είμαι σίγουρος και ως μπλογκάς και ως γραμματιζούμενο παιδί, θα είναι δύο: ο Τάλως και ο Old Boy.

Ο μεν Τάλως εγκαινίασε το νέο μέσο σχεδόν με τρόπο σολωμικό, μεταγγίζοντας πρώτος την ιδέα "από το εξωτερικό", δημιουργώντας είδος μεικτό αλλά νόμιμο και, ως επιστέγασμα, επινοώντας τον όρο "ιστολόγιο". Από αυτή την άποψη είναι πρώτος και παραμένει σημαντικός γιατί δεν έγραφε ονλάιν ποίηση, χρονογράφημα, ημερολόγιο, μπροσούρα ή επιφυλλίδα, παρά κείμενα μεταξύ του επικαιρικού και του γενικού, δοκιμιακά, τα οποία όμως αξιοποιούσαν στο έπακρο τις δυνατότητες που έδιναν οι σύνδεσμοι και το λινκάρισμα ως δυνητική παραπομπή και προσεκτική τεκμηρίωση. Διαβάζοντας Τάλω μάθαινες τα πάντα π.χ. για την Άνω Βόλτα (την Μπουρκίνα Φάσο) μέσα από τα κείμενά του αν ήθελες: ακολουθώντας λινκ. 'Οσοι τον μιμήθηκαν ευτύχησαν κι ευτυχήσαμε κι εμείς που τους διαβάζουμε.

Για τον Ολντμπόυ τα έχω ξαναπεί:
Ο old boy δεν κάνει λογοτεχνία, δεν κρατάει ημερολόγιο, δεν κάνει ρεπορτάζ, δε χρονικογραφεί, δεν κάνει ακριβώς σχολιασμό της επικαιρότητας. Βεβαίως, δεν άποτελούν ασκήσεις ύφους κενές περιεχομένου τα ποστάκια του: στον βαθμό που λοξά και -- αναπόφευκτα -- επιλεκτικά, σχολιάζει τι γίνεται στον κόσμο, θα τον χαρακτήριζα τον Πιτσιρίκο του σκεπτόμενου ανθρώπου. Όταν πάλι καταπιάνεται με το σινεμά, νιώθουμε ξαφνικά ότι βρισκόμαστε στη συμβολή του Ebert ή του Alexander Walker με έναν βιωματικό μπλογκά που κρατάει ημερολόγιο ονλάιν: ένα ημερολόγιο όπου, φυσικά, ο τέταρτος τοίχος λείπει.
Το ξαναλέω: ο Παναγιωτακης κι ο Κωστάκος μια μέρα θα είναι θρύλοι. Έκαναν μπλογκ, κυρίως μπλογκ, κι έκαναν το μπλογκ κάτι που ήθελες να διαβάζεις. Μαζί με άλλους, πιο καλλιτέχνες, σε έκαναν να θες να ανοίξεις μπλογκ κι εσύ, ακόμα κι αν δεν ήξερες γιατί. Κι ακριβώς εκεί βρίσκεται η επιτυχία και η απήχηση ενός μέσου: όταν θες να έχεις βιβλιοθήκη, δισκοθήκη, τηλεόραση, ράδιο κτλ. ακόμα και αν δεν είσαι βιβλιοφάγος, μελομανής κτλ. Κι αυτοί οι δύο "τα ξεκίνησαν όλα", που λένε κι οι αμερικανικές ταινίες, χωρίς σοβαροφάνειες, απολαυστικά, κάνοντάς το να φαίνεται σχεδόν εύκολο.

Κι έτσι δημιουργήθηκε έναυσμα για "να μπαίνεις και να γράφεις" στα σοσιαλμήντια.

GatheRate

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2018

It's oh so quiet


Ο κόσμος έχει πάει πίσω πολλές φορές. Οι περισσότεροι γνωρίζουμε για τα λεπτά ήθη, τη σπουδαία τέχνη και τη συναρπαστική τεχνολογία που χάθηκαν μεταξύ 600 και 1100 μ.Χ. Υπάρχουνε και οι πρώτες πόλεις της ανθρωπότητας, σύνθετες κοινότητες χωρίς ναούς και χωρίς παλάτια, που τις καπάκωσαν ιερατεία κι άρχοντες για τα καλά. Η βαρβαρότητα όμως ελλοχεύει παντού, όχι μόνο σε σκοτεινούς αιώνες, γενοκτονικές κονκίστες και στυγερές αντεπαναστάσεις.

Σε κάθε συγκυρία αναδίπλωσης, σε κάθε πρόσκομμα στην αργή και βασανιστική επέκταση του χώρου της ανθρώπινης ελευθερίας, ενυπάρχει το στοιχείο της βαρβαρότητας. Η βαρβαρότητα αυτή δεν εκφράζεται μόνον αφηρημένα ή με όρους ηθών και ιδεών παρά μεταφράζεται σε εξαθλίωση και σε πρόωρους θανάτους. Ακόμα χειρότερα, η εξαθλίωση και οι πρόωροι θάνατοι δεν είναι απαραιτήτως οικονομικής αιτιολογίας: όταν στο όνομα λ.χ. της "κοινωνικής συγκρότησης" ή της "εθνικής ενότητας" καταπιέζονται ή περιθωριοποιούνται λίγο όπως παλιά και λίγο με νέους τρόπους οι γυναίκες κι οι γκέι ή κάποια εθνότητα αντίστοιχα, τότε όλο και κάποια κοπέλα θα πάθει κάποιο σοβαρό ατύχημα, κάποια αδερφή θα καταλήξει να αυτοκτονήσει, κάποιος καρκινοπαθής θα ζήσει λίγο λιγότερο και πολύ πιο οδυνηρά, κάποιος τσιγγάνος θα βρεθεί με μια σφαίρα στο κεφάλι. Και όλες αυτές οι μικρές αφανείς τραγωδίες θα είναι είτε μεμονωμένα περιστατικά είτε αναπόφευκτες συνέπειες κάποιας γενικής κι ακαθόριστης κρίσης που ερμηνεύεται και θα ερμηνεύεται περίπου σαν θεομηνία -- όταν δεν μας βεβαιώνουν ότι φταίνε γι' αυτήν οι αμαρτίες των πιστών ή των φορολογουμένων.

Η κρίση τέτοιου τύπου, σαν και αυτή που σύντομα θα κλείσει οκταετία, δεν αντιμετωπίζεται με τις επαναστάσεις και τις εξεγέρσεις που φαντασιωθήκαμε: εφόσον υπάρχει η υποψία ότι μπορούμε να γυρίσουμε στην κανονικότητα, όσο λειψή και περιορισμένη κι αν είναι, καμμία κοινωνική τάξη δεν είναι διατεθειμένη να πάρει το ρίσκο της ανατροπής.

Κατά συνέπεια η κρίση καταλήγει να κανονικοποιηθεί: αρχικά την απορροφούν οι θεσμοί και προσαρμόζονται αναλόγως, ερμηνεύοντας και αποφασίζοντας και ενεργώντας συνοπτικά, τυπολατρικά κι αυταρχικά. Επίσης οι αφανείς και οι άφωνοι, προβληματικοί λόγω της δυστυχίας τους και των άδικων ή πρόωρων θανάτων τους,  περιθωριοποιούνται ακόμα περισσότερο για χάρη της "κοινωνικής συγκρότησης" και της "εθνικής ενότητας". Η damnatio memoriae ολόκληρων κοινωνικών στρωμάτων επιτυγχάνεται είτε με την αποσιώπηση της ύπαρξής τους είτε με τον στιγματισμό τους ως φανατικών, ηλιθίων, εγκληματικών μαζών ή πλέμπας που εκφράζεται μέσα από ακρότητες κι ευτελείς εκτονώσεις (όπως π.χ. τα σπορ). Σε αυτή τη damnatio συντελούν τα μέγιστα (όπως είναι η διαχρονικώς σπουδαιοφανής διατύπωση) οι δοκιμασμένες μορφές ελέγχου: αυταρχική παιδεία, ολοκληρωτική οικογένεια, θρησκεία ενοχής και υποκρισίας. Παιδεία, οικογένεια και θρησκεία αναγορεύονται σε ιδανικά, ανανεώνονται και ξαναπλασάρονται ως συνεκτικοί δεσμοί ή απλώς ως το τσιμέντο που πνίγει και σαβανώνει τα bricks in the wall.

Στα δικά μας τώρα, το μακροπρόθεσμο πρόβλημα με τον Σύριζα δεν είναι η ανικανότητα και ο ερασιτεχνισμός των στελεχών του, ποιότητες που διακρίνουν όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις μετά τον Σημίτη. Η διαφορά του Σύριζα είναι ότι δεν διαθέτει τη μαγιά αδίστακτων που προσέδιδε στις πριν από τις δικές του κυβερνήσεις αίγλη ηγετική -- η κυβέρνηση Σημίτη (που κι εγώ θαύμασα) πιθανόν μόνον από αδίστακτους ήταν στελεχωμένη. Το πρόβλημα του Σύριζα δεν είναι ούτε o θρυλούμενος αυταρχισμός του, που φαιδρώς και φαντασιακώς αποδίδεται σε σταλινικά αντανακλαστικά: υπό την καθοδήγηση του Νίκου Παππά και με ξεκάρφωμα 2-3 χρήσιμους ονειροπόλους, η κυβέρνηση Σύριζα είναι μια κανονικά αυταρχική ελληνική κυβέρνηση (θυμάστε λ.χ. κάποιον Μαρούδα; τα έργα της κυβέρνησης Μητσοτάκη; ας μην επεκταθούμε).

Το μακροπρόθεσμο πρόβλημα με τον Σύριζα δεν είναι ούτε οι άψογα κεντροδεξιές πολιτικές του, δεν είνα καν ότι πρώτα συνθηκολόγησε και μετά προσπάθησε να μας κάνει όλους εθελουσίως μεν, happy δε, δούλους. Το πρόβλημα είναι ότι η υπόσχεσή του να περιορίσει τον χώρο της βαρβαρότητας και του αυταρχισμού μέσα στην ελληνική κοινωνία ακόμα και αν αποτύγχανε οικονομικά. Την υπόσχεση αυτή την εκπλήρωσε μερικώς με το Σύμφωνο Συμβίωσης και με την αναγνώριση της Ταυτότητας Φύλου, ταυτόχρονα μάς φόρτωσε τόνους έρμα για αντιστάθισμα: στεγνή δεσποτοκρατία, καταστολή όπως παλιά, καουμπόικες εξωτερικές πολιτικές, πατριδοκαπηλία α λα πατριώτα (που συγκινεί και τους κνίτες).

Ο Σύριζα είναι ένα κεντροδεξιό κόμμα που παριστάνει το κεντροαριστερό ενώ τα στελέχη του νοσταλγικώς ακούνε Βσταβάι και Κατιούσα πίσω από κλειστές πόρτες. Εξαιτίας του Σύριζα κανονικοποιήθηκε η κρίση και ολοκληρώθηκε η damnatio memoriae όσων παραμένουν αφανή κι άφωνα θύματά της αλλά και όσων προορίζονται να γίνουν θύματά της στο εγγύς μέλλον. Χάρη στον Σύριζα επικράτησε επιτέλους η κοινωνική σιωπή που τόσο λαχτάρησαν οι σαμαράδες και ο δένδιες, ηττήθηκε πρακτικά κάθε δοκιμή οργάνωσης από τα κάτω, πείσθηκαν όλοι πια ότι η μη επαναστατική αριστερά δεν έχει κανέναν απολύτως λόγο ύπαρξης εκτός από το ότι δεν φλερτάρει με τον φασισμό, όπως τα δεξιά κόμματα. Κι αυτό είναι σχεδόν έγκλημα.

GatheRate

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2018

Wir sind die Tat


Σε ένα πούλμαν στη Γαλλία το 1995 άκουσα τους Τούρκους φοιτητές να τραγουδούν ένα καταπληκτικό τραγούδι. Αν και εγγονός κομμουνιστή δεν αναγνώρισα το "Μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά", οπότε ρώτησα τι ήταν αυτό.

"Το τραγούδι των εργατών της Αυστρίας"

Με ξένισε αυτό: ήδη από τότε αντιπαθούσα τους Αυστριακούς συλλήβδην, τους θεωρούσα όλους ξινούς δυσκοίλιους χαλβάδες που νομίζουν ότι τους ανήκει ο γερμανόφωνος κόσμος αν και είναι καθολικοί τσομπαναραίοι. Κακώς μεν, αυτά είναι στερεότυπα που αφορούν μόνον τους μη-Βιεννέζους. Όμως τότε δεν το ήξερα και δεν μπορούσα να καταλάβω πώς ένα επαναστατικό τραγούδι μπορεί να λέγεται το τραγούδι των εργατών της Αυστρίας.

Τη μελωδία τη μουρμούραγα για χρόνια με ό,τι θυμόμουν από τους τούρκικους στίχους. Την εποχή του Ίντερνετ, κάποιος φίλος του Κόμματος μού είπε ότι βεβαίως αυτό είναι το Белая армия, чёрный барон, του 1920, εδώ με ωραίο βίντεο στο οποίο κάνει εμφάνιση ένας αρπακτικός δικέφαλος αετός.

Αναρωτιόμουν πλέον πώς από το τραγούδι του Κόκκινου Στρατού φτάσαμε στους Τουρκόφωνους εργάτες της Αυστρίας και στο πανάθλιο στιχουργικά συνθηματολογικό μοιρολόι του ΚΚΕ για τον Δημητρώφ (το οποίο είχα ανακαλύψει και μελετήσει στο μεταξύ). Χάρη στο Ίντερνετ και πάλι βρήκα τον ελλείποντα κρίκο πριν κάτι μήνες: τη γερμανική εκδοχή του τραγουδιού, απευθείας διασκευή του 'Λευκός Στρατός, Μαύρος Βαρώνος' (Белая армия, чёрный барон) που λέγεται Arbeiter von Wien: Οι εργάτες της Βιέννης.

Είχα βρει αυτό που έψαχνα.

Η αυστριακή εκδοχή είναι το κάτι άλλο στιχουργικά. Τα γερμανικά μου είναι για τα μπάζα, αλλά υποκλίνομαι σε όποιον σύντροφο στιχουργό έγραψε τους εξής στίχους:

Wir sind die Zukunft und wir sind die Tat.

είμαστε η δράση

αλλά και

Wie auch die Lüge uns schmähend umkreist,
alles besiegend erhebt sich der Geist.
Kerker und Eisen zerbricht seine Macht,
wenn wir uns rüsten zur letzten Schlacht.

χωρίς να πω για την εικόνα της κόκκινης σημαίας που φλογίζει. Τι να λέμε.

Το άσμα με μετάφραση στα αγγλικά το βλέπετε εδώ:


Φωτογραφία: Γιάννης Κολεσίδης

GatheRate

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2018

«Καθώς γίνεσαι μαλάκας» από το «Πώς να μη γίνετε μαλάκας»

Εάν πράγματι μαλάκα σε κάνουν οι βεβαιότητες, ποια είναι η διαφορά βεβαιοτήτων και πεποιθήσεων; Η διαφορά είναι μάλλον απλή: οι βεβαιότητες δεν μεταβάλλονται, δεν αναθεωρούνται, δεν αναιρούνται και, βεβαίως, δεν καταρρίπτονται. Ήδη νιώθει κανείς να σχηματίζεται το προφίλ του ιδανικού μαλάκα: εκείνου που δεν θα σαλέψει ούτε ρούπι από τις βεβαιότητές του, που μερικά χρόνια πριν θα σου έλεγε κιόλας το παλιακό "ου με πείσεις καν με πείσης".

Οι βεβαιότητές σου σε κάνουνε σιγά σιγά μαλάκα καθώς αμφισβητούνται ή καθώς ο κόσμος ή ο εαυτός σου σε εξαναγκάζουνε να τις αναθεώρησεις. Αυτό που σε καθιστά σιγά σιγά μαλάκα είναι η άρνηση: η αντίστασή σου στην πραγματικότητα· επιπλέον, η αντίστασή σου στον ίδιο σου τον εαυτό, στις ιδιαιτερότητες και στους περιορισμούς του, μπορεί να σε κάνει δυστυχισμένο ή μαλάκα.
Εδώ κάνουμε μια πρώτη διάκριση σε δύο τύπους μαλάκα:
  1. εκείνου που αντιστέκεται στην πραγματικότητα και συνεπώς έχει βεβαιότητες κυρίως για τον κόσμο γύρω του (και συνεπώς και για τον εαυτό του) και
  2. εκείνου που αντιστέκεται στον ίδιο του τον εαυτό και συνεπώς έχει βεβαιότητες κυρίως για τον εαυτό του -- αφού τον κόσμο γύρω του τον έχει εντελώς γραμμένο.
Αυτή η δεύτερη κατηγορία μαλάκα είναι η πιο επιδραστική, αφού περιλαμβάνει ανθρώπους που ναι μεν είναι μαλάκες απροσχημάτιστα αλλά εντοπίζονται δύσκολα γιατί δεν σε προειδοποιεί κανενός είδους κενοδοξία, μεγαλαυχία, αμετροέπεια, επιδειξιομανία, στόμφος κ.ο.κ. Πολλοί λοιπόν προτιμούν την ατραπό του μαλάκα τύπου 2 από εκείνη της δυστυχίας, αγκιστρωμένοι επώδυνα και οριακά στο τσιγκέλι των βεβαιοτήτων τους. Άλλωστε, παραφράζοντας τη γνωστή ρήση, όταν είσαι μαλάκας βλάπτεις μόνο τους γύρω σου, όχι τον εαυτό σου. Είναι λοιπόν εύλογο να προτιμάει κανείς να είναι μαλάκας παρά δυστυχισμένος.

Έχοντας ακλόνητες βεβαιότητες έχεις λοιπόν πάντοτε δίκιο. Πάντοτε. Δεν είναι δυνατόν να έχεις άδικο. Έτσι ξεκινάει η διαδικασία και έτσι εξελίσσεται. Καθώς λοιπόν γίνεσαι μαλάκας διαπιστώνεις επιπλέον ότι οι βεβαιότητές σου για τον κόσμο ή για τον εαυτό σου σε θωρακίζουν από τη δυστυχία και από την ενοχή. Αυτό είναι το μεγάλο πλεονέκτημα του μαλάκα: δεν φταίει ποτέ.
Το πλεονέκτημα αυτό υφίσταται ακόμα και αν ανήκεις σε εκείνη την κατηγορία μαλάκα του οποίου οι βεβαιότητες έχουν χαρακτήρα αυτομεμψίας ή και αυτοκαταστροφικό. Και σε αυτή την περίπτωση, που η δυστυχία καταφέρνει τελικά να σε διαποτίσει παρότι είσαι μαλάκας, βρίσκεσαι σε καλύτερη μοίρα από τον απλώς δυστυχισμένο: με τη βεβαιότητά σου ότι είσαι άχρηστος, ένοχος γενικώς, ανίκανος και λούζερ, συνελόντι ειπείν χάλιας, και πάλι απαλλάσσεις τον εαυτό σου από κάθε ευθύνη. Χαμηλώνοντας τις προσδοκίες σου, γίνεσαι μια ωραία αυτοεκπληρούμενη δυσοίωνη προφητεία ενώ, όπως κάθε μαλάκας, εσύ δεν φταις και δεν ευθύνεσαι για τίποτα.

Καθώς ανεβαίνει κανείς τούς αναβαθμούς του μαλάκα, συνήθως εγκαταλείπεται σταδιακά από τους ανθρώπους γύρω του εκτός και αν α) εξασφαλίσει την ανοχή τους με ταλέντα κι ικανότητες ή β) την εκβιάσει με ψυχαναγκασμό, δόλο, χειρισμό ή και βία ή γ) την εξαγοράσει με εξουσία, σεξ ή χρήμα. Ωστόσο, όπως είδαμε, ο μαλάκας είναι βλαπτικός για τους γύρω του και συνήθως ανυπόφορα βλαπτικός -- ακόμα και όταν δεν είναι εξόφθαλμα αντικοινωνικός. Περιττό να πούμε ξανά ότι βεβαίως ο μαλάκας δεν έχει καμμία επίγνωση του ότι φταίει ο ίδιος που εγκαταλείπεται και αποξενώνεται από τους άλλους: εξυπακούεται ότι φταιν εκείνοι.

Αν είναι μαλάκας τύπου 1, γνωρίζει ότι φταιν οι άλλοι που φεύγουν τρέχοντας να σωθούν από την ευθυκρισία του και από το ότι έχει πάντα δίκιο. Αν είναι μαλάκας τύπου 2 διαισθάνεται πως οι δραπέτες από το μεγαλείο του είναι μάλλον είτε ανήθικοι, είτε λίγοι, είτε (απλούστατα) βλάκες. Σε αυτό ο μαλάκας τύπου 2 θυμίζει σταλινικά καθεστώτα και κάθε λογής θεοκρατίες: αν δεν αντέχεις φταις εσύ που είσαι είτε δόλιος, είτε βλαξ, είτε λίγος, είτε -- απλούστατα -- τρελός. Κι έτσι όσο ανεβαίνει την κλίμακα του μαλάκα ο μαλάκας μαθαίνει να δουλεύει με αυτούς που τον ανέχονται, με αυτούς που εκβιάζει και με αυτούς που εξαγοράζει. Ενδεχομένως δεν τους θεωρεί αντάξιούς του αλλά -- ως έρμαιο των βεβαιοτήτων του -- ο μαλάκας συμπεραίνει ότι η μοναδικότητά του ευθύνεται για τη σχετική μοναξιά του και όχι που είναι μαλάκας.

GatheRate

Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2018

Η εισαγωγή του "Πώς να μη γίνετε μαλάκας"


Μαλάκα σε κάνουν οι βεβαιότητες. Όσο περισσότερες και όσο πιο στέρεες είναι οι βεβαιότητές σου, τόσο αυξάνεται η προδιάθεσή σου να γίνεις μαλάκας. Μαλάκα δεν σε κάνει η μαλακία, αυτή είναι κοινή κληρονομιά της ανθρωπότητας. Επίσης, παρά όσα θρυλούνται, δεν σε κάνουνε μαλάκα οι αρχές, οι πεποιθήσεις ή τα ιδεώδη σου: αυτά στη χειρότερη περίπτωση σε καταντούν αφελή, στην καλύτερη σε ζωοποιούν ώστε να είσαι Άνθρωπος.

Οι βεβαιότητες δημιουργούν την προδιάθεση να γίνεις μαλάκας όχι μόνον επειδή σε αναγκάζουν να σκέφτεσαι και να ζεις με έναν συγκεκριμένο και κλειστό τρόπο -- έναν τρόπο που είναι η οδός η απάγουσα στη μαλακία -- αλλά κι επειδή σε αναγκάζουν να τον επιβάλεις τον τρόπο αυτό στους άλλους στανικώς και χωρίς πολλά πολλά. Κι αυτή είναι η ουσία του μαλάκα: κάποιου που ζει με ανεξέταστες παραδοχές τις οποίες λόγω τεμπελιάς ή αλαζονίας έχει λαξέψει σε βεβαιότητες που προσκυνάει και που ψάχνεται να τις επιβάλει και στους άλλους.

Σε αυτό το βιβλίο θα δούμε πρακτικούς... [cetera desunt]

GatheRate

Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2018

Rule Britannia


Τα πραγματολογικά στοιχεία σχετικά με αυτό το "πατριωτικό τραγούδι" θα τα βρείτε εδώ. Το βίντεο είναι από την τελευταία βραδιά των Proms, φεστιβάλ θερινών συναυλιών του BBC στο Albert Hall, η οποία είναι αφιερωμένη συνήθως σε πιο λαοφιλή ακούσματα και η οποία κλείνει με τον εθνικό ύμνο. Του εθνικού ύμνου προηγούνται πατριωτικά ακούσματα όπως το Zadok the Priest, το Jerusalem, το Land of Hope and Glory και το Rule Britannia.

Ειδικά το Rule Britannia είναι πηγή διακριτικής αλλά απτής αμηχανίας για τον μέσο μη-Ούγκανο Άγγλο. Μιλαώ για Άγγλους γιατί ακόμα και οι Σκώτοι που αυτοπροσδιορίζονται ως Βρετανοί θεωρούν το τραγούδι αυτό κάτι σαν νοσταλγικό απολίθωμα του εγγλέζικου τσαμπουκά. Οι δε μη-Ούγκανοι Άγγλοι αντιλαμβάνονται το Rule Britannia ως ξέπλυμα της αποικιοκρατίας.

Ωστόσο, επειδή εθνικισμός και σαρισοφόροι στα συλλαλητήρια αποτελούν κάθε άλλο παρά προνόμιο του ελληνικού εθνικισμού, το τραγούδι είναι βεβαίως λαοφιλές. Γι' αυτό και εκτελείται συχνά την τελευταία βραδιά των Proms. Κι ενώ όλες οι άλλες συναυλίες των Proms έχουν πανάκριβα και δυσεύρετα εισιτήρια, η τελευταία βραδιά είναι από πολλές απόψεις πιο προσιτή στην πλέμπα, δηλαδή στον μέσο ψηφοφόρο των Τόρηδων που οι ξινοί Εγγλέζοι γραφιάδες αποκαλούν Middle England, αφού τουλάχιστον δεν είναι της εργατικής τάξης. Το αντίστοιχο στην Ελλάδα θα ήταν στην τελευταία βραδιά του Φεστιβάλ Αθηνών να πλημμυρίζει το Ηρώδειο τουρίστες, πασοκοπατριώτες και ψηφοφόρους του Καμμένου, οι οποίοι θα κούναγαν γαλανόλευκες ενώ η ΚΟΑ θα έπαιζε τον Ζορμπά, το Όλη δόξα όλη χάρη και το Τη Υπερμάχω.

Και μάλιστα, ο πρωτοψάλτης που θα έψαλλε το Τη Υπερμάχω να έβγαινε αναχρονιστικά μασκαρεμένος σε Ιουστινιανό. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και στο βίντεο που βλέπετε, όπου η καθόλου τυχαία Sarah Connolly εμφανίζεται ντυμένη ναύαρχος Νέλσων με αποκριάτικο ξίφος-σημαιούλα και δεν παραλείπει να ερμηνεύσει το άσμα όλο γκριμάτσες και καλαμπουράκια. Προσπαθεί εξόφθαλμα να αποστασιοποιηθει από αυτό που λέει κι από αυτό που υπενθυμίζει το τραγούδι, ακολουθώντας σκηνοθετικές οδηγίες υποθέτω. Και πώς να μη θέλει να αποστασιοποιηθεί: το τραγούδι είναι πράγματι συνδεδεμένο με όλον τον αποικιακό τσαμπουκά (jingoism αγγλιστί) της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, της γεωγραφικώς πιο εκτεταμένης μηχανής κακού που γνώρισε η ανθρωπότητα.

Επειδή όμως κανείς δεν είναι εθνικιστής κι είναι όλοι πατριώτες και καλό είναι να υπενθυμιζεται αυτό, η αποστασιοποίηση και η ειρωνεία του σκηνοθέτη μέσα στο Albert Hall αντισταθμίζεται και αναιρείται από την τηλεοπτική μετάδοση της εκδήλωσης. Βλέπουμε λοιπόν σκηνές ενθουσιασμού και πατριωτικής έξαψης μέσα στο Albert Hall αλλά και έξω από αυτό: στο Χάιντ Παρκ και σε κάποιο πόλισμα της επαρχίας Ντάουν, όπου συγκεντρωμένος κόσμος παρακολουθεί την αναμετάδοση. Η οποία επαρχία Ντάουν είναι, βεβαίως, στη Βόρειο Ιρλανδία. Γιατί οι φανατικοί Προτεστάντες της Β. Ιρλανδίας είναι η άλλη μερίδα του πληθυσμού που νιώθει ανόθευτη περηφάνεια για το Rule Britannia. Θα τόλμαγα να πω ότι μια τέτοια τηλεσκηνοθετική επιλογή είναι αντίστοιχη του να παιανίζει κάποια ορχήστρα τον τουρκικό εθνικό ύμνο στην TRT και η μετάδοση να μας δείχνει πλάνα του κοινού που παρακολουθεί όλο μεταρσίωση στην κατεχόμενη Κερύνεια -- αλλά θα αντέτεινε κάποιος που κατέχει τα νομικά ότι το Ώλστερ είναι de jure βρετανικό.

GatheRate

Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2018

Η μετάνοια και ο Μίκης

Ο Στήβεν Ράνσιμαν παραπονιέται σε ένα ντοκυμαντέρ για τη ζωή του ότι οι Ορθόδοξοι αποδίδουν "υστερική σημασία" στη μετάνοια.

Θεωρώ ότι η Εκκλησία είναι ένας διεισδυτικά τυραννικός μηχανισμός κολοσσιαίων διαστάσεων και διαχρονικής αντοχής. Και ναι μεν πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής αλλά καλό θα ήταν η μετατροπή της σε άκακο κι όμορφο φολκλόρ να ολοκληρωνόταν μέσα στους επόμενους 2-3 αιώνες, όπως έγινε παλιότερα με την ολυμπιακή θρησκεία και όπως για πολλές δεκαετίες του 20ου αιώνα ελπίστηκε ότι θα γίνει και με τη χριστιανική.

Ωστόσο η χριστιανική πίστη αφήνει πίσω της τουλάχιστον μία κεφαλαιώδη παρακαταθήκη για τον πανανθρώπινο πολιτισμό: την έννοια της μετάνοιας. Γνωρίζουμε φυσικά πως όλες οι χριστιανικές εκκλησίες ευτέλισαν κανονικότατα τη μετάνοια είτε σε τελετουργικό, είτε σε μεταμέλεια κι ενοχή, είτε σε απάνθρωπη αυτομαστίγωση (σωματική ή ψυχολογική). Γνωρίζουμε ότι η μετάνοια κατέστη μηχανισμός πνευματικού εξανδραποδισμού, σύνθλιψης επιθυμιών και ακρωτηριασμού προσωπικοτήτων στα χέρια των παπάδων -- μηχανισμός που αδιαφορούσε για το πολιτικό κακό, από το κακό μέσα στην οικογένεια μέχρι το κακό στον πλανήτη ολόκληρο.

Παρ' όλα αυτά η ίδια η έννοια της μετάνοιας είναι πολύτιμη: αλλάζοντας ζωή και αποτασσόμενος το (όποιο) κακό κάνεις ριφορμάτ και ξεκινάς από την αρχή· δεν είναι μικρό πράγμα. Στην πραγματικότητα, είναι πολύ μεγάλο πράγμα, τόσο όσο να περνιέται άνετα για σωτηρία: σε απελευθερώνει από το στίγμα του παρελθόντος σου ως αισχύνης άπαξ και αλλάξεις. Με τη διαφορά ότι η αλλαγή δεν επιτυγχάνεται ούτε με καθαρμούς, ούτε με θαύματα παρά με αλλαγή του τρόπου σου, της νοοτροπίας σου όπως αποτυπώνεται στην πολιτεία σου. Η μετάνοια είναι πολιτική πράξη κι όχι ψυχολογική κατάσταση: είσαι αλλιώς επειδή δρας αλλιώς.

Οι πατέρες της εκκλησίας ερμηνεύουν με ακριβώς αυτόν τον τρόπο με τη μετάνοια. Βεβαίως ξινίζουμε όταν ακούμε για πατέρες, και με το δίκιο μας: η καπηλεία κι εξιδανίκευση που έχει υποστεί το έργο τους καθώς και οι επιλεκτικές ερμηνείες του συγκρίνονται μόνο με την καπηλεία, την εξιδανίκευση και τη διαστρέβλωση μέρους της κλασικής γραμματείας. Παράλληλα το να κατηγορείς τους πατέρες της Εκκλησίας για την δισχιλιετή τυραννία της Εκκλησίας και το ανόσιο έργο υποκρισίας, ηγεμονίας, τυραννίας και ψεύδους που την εδραίωσε στην οικουμένη είναι σαν να κατηγορείς τη Λούξεμπουργκ και τον Γκράμσι για τον Στάλιν και τον Πολ Ποτ.

Για τους πατέρες η μετάνοια δεν είναι μεταμέλεια και ενοχές -- αφήστε τη δακρυολαγνία των ανατολικών ασκητάδων και τον τρόμο της θεοδικίας των δυτικών ιεροκηρύκων. Άλλωστε,
η μεταμέλεια είναι εύκολη και ευτελής: είναι το 'συγγνώμη' που λες για να ξεμπερδεύεις, για να σταματήσει ο άλλος να παραπονιέται και για να πάει το θέμα στον αγύριστο κι εσύ να προχωρήσεις παρακάτω. Η μεταμέλεια είναι σχηματικό μεακούλπα και προσχηματική αναγνώριση σφάλματος. Με τη μεταμέλεια ξεμπερδεύεις και είσαι και προκαταβολικά εξιλεωμένος ώστε να επαναλάβεις μελλοντικώς τα λάθη σου, καλυμμένος πίσω από τα "μα ζήτησα συγγνώμη". Μεταμελείσαι όχι γιατί το θες εσύ, αφού γουστάρεις κατά βάθος: αν ρωτιόσουν πάλι, τα ίδια θα ξανάκανες· μεταμελείσαι γιατί κάτι στράβωσε στις συγκυρίες ή γιατί σου το ζητάει ο κόσμος: οι εγωισμοί των άλλων, αυθεντίες, εξουσίες, συμφέροντα, προσχήματα, η τρεχάμενη ηθική...
Από αυτή την άποψη της μετανοίας, την πολιτική που λέγαμε, έχει κάθε δίκιο η Εύη Βουλγαράκη να λέει τα εξής για την πρόσφατη πράξη εξιλασμού των ναζί στην οποία χοροστάτησε ο Μίκης:
Γνωρίζω (σαφώς γνωρίζω και συνειδητά μεταχειρίζομαι το ρήμα αυτό) ότι από χρόνια ο Μίκης έχει φτιάξει μια θεωρία γενικής συγχώρησης μέσα του. Ίσως αυτό να σημαίνει ότι έχει φτάσει σε πολύ ανώτερα πνευματικά ύψη από εμένα και είναι πανέτοιμος να συναντηθεί με τον Δημιουργό μας, ίσως πάλι και όχι. Ίσως είναι κάπως πιο απλό να συγχωρεί κανείς όντας χορτάτος, σε πλούτη και δόξα, έχοντας ξεπεράσει μια δυσμενή κατάσταση που πλέον δεν μπορεί να σε αγγίξει. [...]

Υπερβαλλόντως χριστιανικό / ή και όχι. Γιατί η χριστιανική αγάπη μπορεί να συγχωρεί τον φονιά και τον ληστή, αλλά σίγουρα γνωρίζει ότι οφείλει να τον διαπαιδαγωγήσει να μην είναι φονιάς και ληστής. Δεν μπορεί να τον δικαιώνει στην αμαρτία του, να τον καλεί σε αμετανοησία και ουσιαστικά να προβάλλει ένα πρότυπο μηχανιστικής αποκατάστασης των πάντων.

Και εδώ λοιπόν λέω ότι ο τρόπος του Μίκη είναι παιδαγωγικά και κοινωνικά, αλλά και χριστιανικά ακόμα (για να μη μιλήσω για πολιτικά) φάουλ. Δεν μπορεί με ακροατήριο τον Κασιδιάρη και τον Μιχαλολιάκο να λες αδέρφια μου φασίστες και ναζιστές και να τους επιτρέπεις να αυτοδικαιώνονται ακριβώς ως ναζιστές και φασίστες.

[...]

Χριστιανική αγάπη στον Μιχαλολιάκο και τον Κασιδιάρη σημαίνει να δικαστούν και να εκτίσουν την ποινή τους με άκρα αυστηρότητα μήπως από την κόπωση και τη σκληράδα αρχίσουν να αναρωτιούνται αν ο δολοφονικός δρόμος δεν είναι του Κυρίου.

GatheRate

Πέμπτη, 8 Φεβρουαρίου 2018

I'll teach you how to

Η Μαντόνα έβγαλε το Erotica το 1992 αλλά ήδη τα βίντεο που το συνόδευαν, όπως π.χ. το Erotica και το Justify my love, τα προσεγγίζουμε πια με αρχαιολογική ματιά: τα βλέπουμε ως κάτι που μας καθόρισε μεν αλλά που είναι πια εντελώς ξένο με τη ζωή μας.

Αν εξαιρέσει κανείς την γκλαμ πινελιά, που δεν λείπει από τίποτα σχεδόν που έχει να κάνει με την ερωτογραφία τη δεκαετία του '90, η εικονογραφία και η τόλμη των βίντεο κάπως μας ξενίζει πλέον.

Βεβαίως τα συγκεκριμένα βίντεο, χελμουτνευτώνειας ματιάς, τα ξεσήκωσαν και τα ξεπατίκωσαν πολλοί και πολλοί -- ένα κομψό παράδειγμα της δικής μας δεκαετίας είναι αυτό ενώ πιο μεϊνστρήμ δείγμα είναι κι αυτό. Όντως βλέπουμε πια πάρα πολλά βιντεοκλίπ που παραπέμπουν σε αυτά του Erotica, με τον τρόπο που παραπέμπουνε τα χουντάνιτ στον Οιδίποδα Τύραννο και οι περιπέτειες στην Οδύσσεια: με σέβας και επιμελή διακειμενικότητα αλλά αποστασιοποιημένα.

Γιατί αποστασιοποιημένα; Επειδή μετά το ίντερνετ οι περισσότεροι από εμάς είμαστε πια πολύ εξοικειωμένοι με εικονογραφία πολύ πιο ειλικρινή και απερίφραστη από όσα μάς έδειχνε ή υπαινισσόταν η Μαντόνα. Η ερωτογραφία και, βεβαίως, η πορνογραφία έγιναν πολύ πιο προσβάσιμες: ποτέ τόσοι άνθρωποι δεν είχανε πρόσβαση σε τόσο πολλή ερωτική και πορνογραφική εικόνα.

Ταυτόχρονα η ερωτογραφία έγινε περισσότερο σκιώδης και λιγότερο αποδεκτή: άλλο μια συλλογή από έντυπα, κάρτες ή κασέτες και ντιβιντί, άλλο κάτι προσβάσιμο ανά πάσα στιγμή από τη δουλειά σου λ.χ., εξού και η ταμπελίτσα NSFW. Τώρα που είναι τόσο εύκολο να φανούν τα γούστα μας, έχουμε πια ενστερνιστεί την τάχα "αναγκαιότητα να μην ταράζει ο λόγος, να μην αποκαλύπτεται ο χαρακτήρας, να μη διαφαίνονται τα πάθη".

Άρα λοιπόν είναι η εποχή μας στο σύνολό της πιο κομψή, πιο διακριτική, πιο υπαινικτική; Μήπως έχουμε ωριμάσει πια και δεν έχουμε ανάγκη να τα πετάμε όλα στη μάπα του κοινού, όπως τη δεκαετία του '70; Μήπως δεν έχουμε να κάνουμε με νεοπουριτανισμό, όπως συνήθως παραπονιέμαι, παρά με εκλέπτυνση των μέσων και με πιο γλαφυρές αναπαραστάσεις που απαιτούν να παιδευτείς και να σκεφτείς λιγάκι;

Πολύ φοβάμαι πως όχι. Αντί να κάνω κάποια εκτενή συζήτηση για την ευκολία με την οποία αναπαρίσταται η βία ως μέσο επίλυσης ατομικών διαφορών ή για τον άφατο κρετινισμό της λογοκρισίας που αποσκοπεί στο να μην προσβάλουμε ποτέ κανέναν (θέλετε λινκ εδώ; ορίστε) θα μιλήσω για μια ταινία προπαγάνδας.

Η ταινία Darkest Hour μπορεί να ειδωθεί ως ένα υπερμεγέθες βίντεο κλιπ κι αυτή, όχι μουσικό αλλά υποκριτικό: πρωταγωνιστεί ο Γκάρυ Όλντμαν, προβάλλεται ο Γκάρυ Όλντμαν και η ταινία είναι ο Γκάρυ Όλντμαν. Από αυτήν την άποψη βλέπεται ευχάριστα αν σας αρέσει ο Γκάρυ Όλντμαν.

Κατά τα άλλα πρόκειται για ταινία προπαγάνδας με σεναριακά ευρήματα, χαρακτήρες και πλάνα που θα ζήλευε ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός αν είχε καταφέρει να επιβιώσει μέχρι τις μέρες μας: π.χ. ο Ηγέτης μιλάει με τον λαό στον Υπόγειο, αγκαλιάζει παιδάκια, ακούει τον σκυλάραπα (όπως θα τον σκεφτόταν κι ο ίδιος ο Τσώρτσιλ) και μετά πάει στο Ανώτατο Σοβιέτ, συγγνώμη, στη Βουλή των Κοινοτήτων για να σώσει την Πατρίδα και τον Κόσμο από τον ναζισμό. Στο μεταξύ έχει προηγηθεί η πατρική στήριξη του Βασιλέως Γεωργίου Στ' (ο οποίος δεν τραυλίζει) καθώς και η σκιαγράφηση του πόσο φθαρτός και ανθρώπινος ήταν ο Ουίνστον, ένας λίθος ον απέρριψαν οι οικοδομούντες που όμως μεσσιανικά τοποθετήθηκε εις κεφαλήν γωνίας. Με δυο λόγια: θα μπορούσε να είναι ταινία για τον Πατερούλη, αν είχε κινηματογραφιστές πια ο Πατερούλης να του φιλούν τη δεξιά, όμως είναι για τον ρατσιστή φονιά φίλο του.

Η ταινία δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τις ποταπότερες ταινίες προπαγάνδας που έχουνε στήσει οι ολοκληρωτισμοί, καταφέρνει να γίνει χειρότερη και από εκείνο το ανεκδιήγητα αγιογραφικό πράμα, το The Queen. Όμως πόσο λίγοι το βλέπουνε πια αυτό: η ευπρέπεια και το να μην είσαι συνθηματολογικός και εξώφθαλμος και προπαγανδιστής έχει να κάνει πια μόνον με σκοπούς και κινήματα που ενοχλούν το δημοκρατικό και φιλελεύθερο καθεστώς και τον καπιταλισμό ως τρόπο ζωής μας -- στον οποίο μόνον πρέπει μπαρόκ δόξα και τρυφερή προπαγάνδα.

GatheRate

Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2018

Πώς να καταστρέψετε τον γάμο σας


Απλές συμβουλές για όλους. Απευθύνονται κυρίως σε άντρες που συμβιώνουν με γυναίκα με την οποία έχουνε σχέση για πάνω από 1-2 χρόνια (δείτε κι αυτό).
  • Παραστήστε τον pater familias που όλα τα ελέγχει κι έχει λόγο για όλα και κάνει κουμάντο ενώ δεν έχετε πάρα πολλά λεφτά: καμμιά δεν θέλει να είναι ορντινάντζα σας αν δεν είστε πάρα πολύ πλούσιος.
  • Κάντε τον ψυχολόγο της γυναίκας σας. Όταν θα χωρίσετε, γιατί θα χωρίσετε, θα χωρίσετε με τρόπο αμίμητα φρικτό. Στο μεταξύ θα έχετε κάνει αρκετό gaslighting για μια ζωή.
  • Αφήστε τη γυναίκα να γίνει η ψυχολόγος-μάνα σας (έτσι παν αυτά). Όταν θα χωρίσετε, γιατί θα χωρίσετε, θα χωρίσετε με τρόπο αμίμητα φρικτό.
  • Μπείτε στη λογική να φτιάξετε τη ζωή σας με βάση ποιο είναι το σωστό και το πρέπον ή ακολουθώντας τι λεν και τι θεν οι άλλοι. Στο τέλος θα γίνετε εσείς οι άλλοι και θα ψάχνετε να βρείτε ποιοι είστε εσείς ή που πήγαν τα καλύτερά σας χρόνια κτλ.
  • Οχυρώστε τη σχέση πίσω από τα παιδιά σας. Διότι τα παιδιά είναι άριστη ανθρώπινη ασπίδα.
  • Βάλτε τη σχέση σας στον αυτόματο πιλότο: μέρα μπαίνει-μέρα βγαίνει και πήδημα μπες-βγες κάθε δεύτερο Σάββατο. Άλλωστε γι' αυτό δεν παντρευτήκατε;
  • Εναγκαλιστείτε την απόλυτη ειλικρίνεια. Δεν έχουνε σημασία τα συναισθήματα και οι ευαισθησίες της άλλης, πάνω απ' όλα η αλήθεια μας. Έτσι δεν είναι;
  • Υπεραναλύστε.
  • Αποφασίστε να βγάλετε τη στοργή από τη σχέση. Αν έχετε και παιδιά και μένετε μαζί γι' αυτά, έχετε εξασφαλίσει πικρά κοινά γεράματα όλο μεταμέλειες και καβγάδες.
  • Κοιτάξτε την πάρτη σας γιατί είστε ο καλύτερος και η άλλη είναι ευτυχισμένη μόνο και μόνο γιατί περνάει μαζί σας τη ζωή της.
  • Προσβάλλετε τη γυναίκα σας μπροστά σε τρίτους. Πλάκα κάνουμε ρε συ, πώς κάνεις έτσι;
  • Μείνετε μαζί μόνο για τα παιδιά ενώ έχουνε τελειώσει όλα τα άλλα.
  • Βάλτε τους γονείς σας stakeholders στον γάμο σας. Συγχαρητήρια, είστε μαλάκας. Πολύ μαλάκας.
  • Αφήστε τις αγγαρείες και τις δουλειές του σπιτιού και την ανατροφή των παιδιών στη γυναίκα, παριστάνοντας τον μπαμπά με το μουστάκι εκείνου του Αναγνωστικού που πάει τα τέκνα για παγωτό. Πότε γεννηθήκατε; το 1927.
  • Παραμελήστε τη γυναίκα γιατί ασχολείστε με τη δόξα τη δική σας. Θα χωρίσετε και θα αναρωτιέστε γιατί.
  • Μοιραστείτε τα όλα με τους κολλητούς σας: άλλωστε ποτέ δεν εκτιθέμεθα, μόνον εκθέτουμε (μου το είπε ο Πετεφρής κι έχει βεβαίως δίκιο).
  • Κάντε τα όλα μαζί. Όλα. Μόνο μαζί. Συνέχεια. Μην της δίνετε καθόλου χρόνο και χώρο.
  • Μην κάνετε τίποτα μαζί. Ο καθένας στο κιβούρι του με τα χέρια σταυρωμένα.
Ο πίνακας είναι του Philip Pearlstein

GatheRate

Παρασκευή, 2 Φεβρουαρίου 2018

Η φωλιά του φιδιού

Η υπόθεση "συλλαλητήρια για το Μακεδονικό" δεν είναι αστεία και σίγουρα δεν είναι καρναβάλια. Όπως οι πλατείες εκφράσανε την απολίτικη αγανάκτηση στο μνημονιακό καθεστώς, έτσι και αυτά είναι η ώρα που σαρκώνεται ένα μεγάλο πρωτοφασιστικό-εθνικιστικό κίνημα. Και αν το απολίτικο κίνημα των πλατειών ήταν θνησιγενές, ο πρωτοφασισμός-εθνικισμός στην Ελλάδα έχει εκκολαφθεί σε ζεστή φωλιά και γι' αυτό έχει μέλλον.

Το κίνημα των ταυτοτήτων, που κατάφερε να ξανακάνει τους δεσποτάδες πολιτικούς παράγοντες, ξεκίνησε από μια χούφτα ιεροκήρυκες στη Θεσσαλία και αλλού τη δεκαετία του '80· προσωπικά ξέρω τον ηγούμενο Αθανάσιο στη Μονή Αγίου Δημητρίου στο Στόμιο του Κισσάβου, είναι κι άλλοι. Αυτοί οι ιεροκήρυκες έπεισαν πολύ κόσμο ότι η τριλογία του Αντιχρίστου είναι βιβλικές προφητείες, χέρι χέρι με τρελούς Αμερικάνους Ευαγγελικούς και ψευδοπροφήτες. Ο Αντίχριστος, που θα είναι Εβραίος (φυσικά) θέλει να μας σφραγίσει με το 666 και οι ταυτότητες ήτανε το πρώτο βήμα στο να δεχτούμε το Χάραγμα.

Αστειότητες, ναι, αλλά μερικά χρόνια μετά ο αδίστακτος Χριστόδουλος (αδίστακτος ήδη από τον καιρό που ήτανε δεσπότης στον Βόλο: "εργαστείτε για να πλουτίσουμε" έλεγε στις συνάξεις νεολαίας στα στάδια) χρησιμοποίησε ακριβώς αυτό το μέγα πλήθος για να αναδειχθεί σε κάτι σαν Εθνάρχη. Συνέπεια του κινήματος εκείνου είναι ότι κληρονομήσαμε το φάσμα της ελληνορθοδοξίας σε επίπεδο ιδεών και τους δεσποτάδες ως πολιτικά πρόσωπα σε επίπεδο ηγεσίας. Και γελάμε ακόμα και με τα δύο γιατί ζούμε στη φούσκα μας ενώ στα αποκαΐδια της (όποιας) αριστεράς χτίζονται οικισμοί ολοκληρωτικών χριστιανοφασιστικών ιδεολογιών, όπως και αλλού στην Ευρώπη.

Το κίνημα του Μακεδονικού ξεκινάει από μερικούς Έλληνες Βλάχους και από τον Φλωρίνης Αυγουστίνο, τον περιβόητο Καντιώτη, μπροστά στον οποίο οι Άνθιμοι και οι Αμβρόσιοι φαντάζουνε γατάκια του γιουτιούμπ. Ο Αυγουστίνος κυβέρναγε τη Φλώρινα, κατέστρεφε σλαβονικές επιγραφές στις εκκλησίες με το πρόσχημα της συντήρησης κι αποκατάστασης ενώ κυνήγησε απηνώς και τους ζωηρούς (Σλαβο)Μακεδόνες της Φλώρινας και κάθε ίχνος της γλώσσας τους. Αν θυμάστε, έκανε ανταρτοπόλεμο στον Αγγελόπουλο που "τόλμησε" να γυρίσει το Μετέωρο Βήμα στη Φλώρινα, στο οποίο ακούγονται σλαβομακεδονικά -- όπως παντού στα τρένα και στα ΚΤΕΛ για Φλώρινα. Ο Αυγουστίνος ήτανε τόσο ισχυρός και γιατί είχε τη δική του παρεκκλησιαστική οργάνωση, τους ταλιμπάν του Σταυρού με γραφεία στη Ζωοδόχου Πηγής. Οι υπόλοιποι δεσποτάδες, όταν δεν τον θαύμαζαν, τον θεωρούσανε γραφικό, άλλωστε τότε τους περισσότερους μόνον τα λεφτά και τα γκομενικά τούς ενδιέφεραν, και τον άφηναν να παίζει μέσα στο τσιφλίκι-επισκοπή του και με την οργανωσή του.

Η ώρα του Μακεδονικού ήρθε λίγο μετά, με τον λαμπρό ηγέτη Αντώνη Σαμαρά, τον γητευτή του Ελύτη και των τότε νεοφιλελεύθερων. Τη συνέχεια, το τι θα χτίσει αυτός ο αντισημιτικός-εθνικιστικός-πρωτοφασιστικός οίστρος θα τη δούμε σύντομα.

Εν ολίγοις: αν θέλετε να μάθετε τι μας περιμένει σε είκοσι χρόνια, ακούστε τι συζητάει ο κόσμος γύρω από ενορίες, κύκλους μελέτης Αγίας Γραφής, συνάξεις νέων, παρεκκλησιαστικές οργανώσεις, "σωματεία" κτλ. Αυτές είναι οι φωλιές που αφήνει το φίδι τα αυγά του.

GatheRate

Πέμπτη, 1 Φεβρουαρίου 2018

Oceans of time

Υπό άλλες συνθήκες ο Αμβρόσιος, αυτό το θλιβερό ανθρωπάκι που από τις αγκάλες της Μάνας Εκκλησίας προτιμάει την ελληνική ενσάρκωσή της, τη Μαύρη Δεξιά της θανατολατρίας, θα είχε συσκευαστεί από τη Σύνοδο και θα είχε αποσταλεί σε μοναστήρι της αρεσκείας του για να "σώσει την ψυχή του". Άλλωστε παλαιόθεν η Πίστη μας ταυτίζει τη σωτηρία με τη σιωπή, και μάλιστα την εξαναγκασμένη.

Και γιατί θα γινόταν αυτό; μα επειδή ο δεσπότης-χωροφύλακας σκανδαλίζει. Και η Εκκλησία πολλά ανέχεται αλλά όχι την ερωτική ελευθερία, την αίρεση ή το σκάνδαλο. Η αποστροφή προς τα σκάνδαλα του κλήρου έχει μεν θεολογική θεμελίωση (κάπου λέει ο Χριστός ότι αυτός που σκανδαλίζει τον απλό κοσμάκη καλύτερα να πάει να δέσει μια πέτρα στον λαιμό του κτλ) αλλά -- βεβαίως -- είναι κυρίως υπόθεση δημοσίων σχέσεων και εικόνας. Αν κάτι αποκαρδιώνει ή εξοργίζει τον λαό, άρα δεν έχει συγκαλυφθεί επιτυχώς και πλήρως, είναι σκάνδαλο και σπιλώνει την εικόνα της Εκκλησίας: σκανδαλίζει. Το σκάνδαλο αντιμετωπίζεται συνήθως σοβαρά και με αυστηρότητα ακριβως γιατί ζημιώνει την εικόνα της Εκκλησίας. Το ότι η αν μη τι άλλο αιρετική συμπεριφορά (χώρια όλα τ' άλλα) του Καλαβρύτων και Αιγιαλείας δεν αντιμετωπίζεται ως σκάνδαλο υποδηλώνει κάτι πολύ ανησυχητικό για την ελληνική κοινωνία: ότι ο φασιστικός τερηδονισμός που αφέθηκε στη θέση του το 1944 έχει πλέον γίνει σαπίλα που έχει φτάσει στον πολφό. Ο Αμβρόσιος δεν σκανδαλίζει τους πιστούς.

Και γιατί μας ενδιαφέρει ο σκανδαλισμός του ποιμνίου; Γιατί τέλος πάντων είναι κριτήριο η στάση της Εκκλησίας; Επειδή είναι πανίσχυρη και πάντα ελίσσεται και ξεγλυστράει, αφού διαρκώς μεταθέτει το πεδίο της κυρίως ηγεμονίας της κατά τις περιστάσεις: από τις ιδιωτικές ζωές στην πολιτική, και πίσω πάλι· από την ιδιοκτησία μέσων παραγωγής στον έλεγχο της πνευματικής παραγωγής· από την ανακούφιση της φτώχειας στην κολακεία των πλουσίων· από τη νάρκωση των μαζών στην αποπλάνηση των ελίτ· από τη νομοθέτηση του βίου στην απευθείας νομή της κοσμικής εξουσίας.

Μιλάμε για έναν οργανισμό ηλικίας 20 αιώνων με αδιάσπαστη συνέχεια και παρουσία, παλιότερο από τον καπιταλισμό (που είναι 500 ετών και ήδη θεωρείται η Οδός και η Αλήθεια και η Ζωή), έναν οργανισμό που τα έχει βρει και με τον Στάλιν και με τον Βλαδίμηρο και με τον Σουλτάνο και με τον Αλάριχο και με τον Μουσολίνι και μέσα στις κάστες της Ινδίας, που και με λόγιους τα βρίσκει και με αμαθείς υπηκόους του Χλωδοβίκου ή του Κωνσταντίνου του Κοπρώνυμου, που έχει επιβιώσει στην Αβινιόν κι έχει ταπεινώσει αυτοκράτορες, που και στην Κορέα ή στην Κένυα μια χαρά τα πάει και στην Αιθιοπία προσαρμόστηκε και τους Λιθουανούς τους κέρδισε (όψιμα, οκέι) και τους Ίνκας τους εξανδραπόδισε, που μας λέει πώς να γαμιόμαστε και τι να τρώμε και τι να ψηφίζουμε και αν θα πλενόμαστε και ποια πρέπει να είναι η γνώμη μας για το θέατρο και για τη μουσική, που οικειοποιείται τα είδωλα που δεν μπορεί να κατακρημνίσει. Είναι πλάνη να μιλάμε για "χριστιανισμό" εκτός προτεσταντισμού: η Εκκλησία -- και η Δυτική και η Ανατολική -- είναι πρωτίστως οργανισμός είκοσι αιώνων με συνέχεια και απύθμενο know how. Και έχει τον τρόπο της.

Μπορεί να μας φαίνεται βαμπίρ η Εκκλησία, επειδή θεμελιώνεται σε μια κάπως ασυνάρτητη μυθολογία, επειδή ζει στο σκοτάδι του υπαρξιακού τρόμου (γιατί όλοι θα πεθάνουμε και κάποιοι χειρότερα και νωρίτερα απ' ό,τι λογαριάζαμε), επειδή είναι γραφική, χρυσοποίκιλτη και πομπώδης, επειδή μάς πίνει το αίμα και πόσο μπανάλ είναι να μας πίνουνε το αίμα σε μια εποχή που απαρνούμαστε τα σώματά μας -- παρότι και αυτό το έχει ξαναδεί η Εκκλησία. Αλλά δείτε πόσο ισχυρά είναι τα βαμπίρ, εκτός από απέθαντα.

GatheRate

Κυριακή, 28 Ιανουαρίου 2018

Δύο αποσπάσματα από το «Πώς να μη γίνετε μαλάκας»


Απόσπασμα α': Πόρνη στο κρεβάτι αλλά, ε, χμ, εντάξει, όχι -- εξαρτάται.

Στους περισσότερους άντρες η ερωτική επιδεξιότητα και η λαγνική προθυμία μιας γυναίκας προκαλούν αμηχανία και πολλές φορές καχυποψία.

Ο προφανής λόγος είναι ότι μια γυναίκα που "τα κάνει όλα" ενδεχομένως να έχει περάσει και καλύτερα απ' ό,τι θα περάσει μαζί μας, ενώ σίγουρα είναι περπατημένη κι εξασκημένη. Με άλλα λόγια, αν κάνει κόλπα και "ανωμαλίες" και αν θέλει διάφορα δεν περιμένει από εμάς για να δει χαρά ενώ μάλλον έχει συμμετάσχει σε διάφορα έργα λαγνικά στα οποία ίσως δεν μπορούμε να αντεπεξέρθουμε.

Βεβαίως, αν δεν περιμένει από εμάς να της ανοίξουμε τα μάτια αλλά εντέλει επιλέγει εμάς, πάει να πει ότι εμάς θέλει κι ότι εμάς διάλεξε -- και δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι κολακευτικότερο για τον λεγόμενο ανδρικό εγωισμό, που πολλοί λένε κι ανδρισμό.

Παρ' όλα αυτά συγκαταλέγεται σε κοινοτοπίες επιπέδου σεξολόγου της τιβί και ποιότητας "γυναικείων" σάιτ η επισήμανση ότι μεγάλο μέρος της πατριαρχίας είναι οργανωμένο ακριβώς γύρω από το να μοιάζουν οι γυναίκες παρθενικές και πειθήνιες στην ερωτοπραξία, ώστε π.χ. να μην "ευνουχίζουν" τον άντρα.

(Επαναλαμβάνω ότι προσωπικά ποτέ δεν κατάλαβα γιατί μια γυναίκα που θα πέσει με τα μούτρα πάνω σου θα σε "ευνούχιζε", όμως εγώ είμαι ούφο.)

Ταυτόχρονα, οι άντρες θέλουμε πολύ να είναι ερωτικώς επιδέξια και λαγνικά πρόθυμη, κοινώς καυλιάρα, η γυναίκα· κατά πρότίμηση αφού την καβατζώσουμε και βεβαίως αποκλειστικά μαζί μας -- εκτός εάν τρωγόμαστε για κανα τρίο οπότε και δεν πρέπει να φέρει πολλές αντιρρήσεις (σίγουρα να φέρει κάποιες, μην τυχόν και ψάχνεται ή μας βαρέθηκε) και δεν πρέπει να κάνει ζήλειες αν ασχοληθούμε λίγο παραπάνω με το τρίτο πρόσωπο.

Κανείς άντρας, εκτός από οριακά νεκρόφιλους, δεν θέλει να λαγνουργεί πάνω σε ένα κομοδίνο ή σε μια χαλκομανία. Μια τσαχπινιά τη χρειάζεται η γυναίκα, σωστά; Να κάνει διάφορα. Πολλά από τα ζητήματα που τόσα χρόνια έρχονται και μου εμπιστεύονται φίλοι και λιγότερο γνωστοί είναι της κατηγορίας "πώς να την κάνω να μου κάνει / πάρει / δώσει / βάλει Χ", όπου Χ το αρεσούμενο του αντρός.

Και πάλι είναι προφανές πόσο αντιφατική κι οξύμωρη είναι η κατάσταση: η γυναίκα οφείλει να θέλει τόσα όσα και όπως θα ήθελε ο άντρας -- αλλά να μη φαίνεται ότι του κάνει και χατήρια. Και ξανά, είναι κουρασμένα προφανές να τονιστεί ότι η πατριαρχία αποσκοπεί στο να εξοπλίσει τις γυναίκες με ένα μιλομανάρειο κουμπί που θα ρυθμίζει ανά πάσα στιγμή την ένταση της καύλας τους αλλά και, στα πιο προχωρημένα μοντέλα, τον τύπο της επιθυμίας τους και τον τρόπο εκπλήρωσής της.

Απόσπασμα β': Πληθωριστικές κουβέντες

Υποτίθεται ότι ένας από τους λόγους που αυξήθηκαν και πληθύνθηκαν οι γλωσσικοί πρόγονοι του ανθρώπου και κατακυρίευσαν τους άγλωσσους homo sapiens είναι ότι είχανε στη διάθεσή τους ένα υπερόπλο: τη δυνατότητα να κάνουνε ψηστήρι, να αποπλανήσουν με κουβέντες, να καυλαντίσουν.

Στον κόσμο μας η ιεραρχία σεξ < έρωτας < αγάπη είναι εδραία, πακτωμένη και μονολιθική σαν πυραμίδα -- αλλά και αντίστοιχου περιεχομένου: είτε περιέχει μούμιες είτε είναι συλημένη.

Ο σύγχρονος αρσενικός άνθρωπος λοιπόν χρησιμοποιεί το υπερόπλο, την καυλάντα και το λακριντί, για να πείσει τον θηλυκό άνθρωπο ή τον αρσενικό άνθρωπο ότι δεν θέλει απλώς σεξ, αλλά ότι είναι ερωτευμένος μαζί του. Πουλάμε έρωτα (και βάλε). Προσπαθούμε να φέρουμε την αποπλάνηση και το φλερτ σε πέρας υποκρινόμενοι ότι παίζουμε σε (τουλάχιστον) ένα επίπεδο πάνω από αυτό στο οποίο πραγματικά βρισκόμαστε και στο οποίο ζοριζόμαστε.

Κι έτσι η επιθυμία αποκαλείται έρωτας, η καύλα πεπρωμένο, η προσδοκία του λαγνέματος βασίλειο του έρωτα, το μουνί καρδιά, η καψούρα μάγεμα και σάστισμα -- και πάει λέγοντας και λέγοντας.

Έχουμε πόθο και τον πουλάμε για έρωτα. Θέλουμε να γαμήσουμε και λέμε πως θέλουμε το μαγικό δέσιμο του έρωτα. Είμαστε ερωτευμένοι και διακηρύσσουμε αγάπη.

Θα μου πείτε, ναι, έτσι πέφτουνε τα γκομενάκια. Εννοείται. Επίσης έτσι πουλιούνται και οι κρέμες με βάση τη λανολίνη: ως ελιξήρια νεότητας· έτσι πλασάρεται η Βίβλος: ως λόγος του Θεού· έτσι εξαπατώνται τα εκλογικά σώματα.

Θα σας ρωτήσω λοιπόν αν θέλουμε να βάλουμε το παραμύθιασμα και το ψέμα και ανάμεσα στα σώματά μας, giving love a bad name.

GatheRate

Τρίτη, 23 Ιανουαρίου 2018

Το σώμα που πάντοτε ήθελα

Έπρεπε να φτάσω 44 χρονών για να φτιάξω το σώμα μου όπως ήθελα πάντοτε. Εντάξει, όχι ακριβώς και όχι ακόμα, αλλά η αλλαγή είναι πλέον παραπάνω από ορατή.

Δεν είναι ότι δεν προσπάθησα ξανά και ξανά. Αφού βρήκα μόνιμη δουλειά γράφτηκα σε γυμναστήριο. Άντεξα έξι χρόνια και με πενιχρά αποτελέσματα: δεν πήγαινα όσο τακτικά έπρεπε, δεν έμενα όσο έπρεπε και βαριόμουν αβάσταχτα. Άλλωστε βαριέμαι τα γυμναστήρια όπως βαριέμαι κάθε άθλημα και οτιδήποτε δεν έχει προορισμό ή χαρά στη διαδρομή -- κάτι που μας αφήνει μόνο με το περπάτημα, την πεζοπορία και την ορειβασία (όχι τίποτε αναρριχήσεις).

Γιατί όμως δεν μπορούσα τόσα χρόνια να φτιάξω το σώμα που πάντοτε ήθελα υπερνικώντας τη βαρεμάρα; Νομίζω ότι μου λείπει η αποφασιστικότητα. Γενικώς. Όπως δεν θέλω να επιβάλλομαι στους ανθρώπους γύρω μου, κάτι που τουλάχιστον δις εισπράχθηκε ως αδιαφορία και το μετάνιωσα πικρά, έτσι δεν μπορώ να μείνω προσηλωμένος σε έναν Σκοπό. Θυμάμαι λ.χ. τον φίλο μου τον Π.: έφτιαξε δισκοθήκη όταν ηταν μαθητής βάζοντας στην άκρη τα λεφτά που του έδιναν για κολατσιό. Κι εγώ ήθελα να φτιάξω δισκοθήκη, αλλά τα έφαγα στις τυρόπιτες (γενικά, πόσα λεφτά θε μου έχω φάει στο φαγητό). Έτσι και με τα γυμναστήρια: άφηνα τη βαρεμάρα να με καταβάλλει, ειδικά όσον αφορά την αεροβική και τους διαδρόμους και τα ποδήλατα, με αποτελέσμα να φτάσω κάποια στιγμή να είμαι ένα θρεφτάρι με γράμμωση μεν, αλλά κυρίως θρεφτάρι. Μετά ξανακατάντησα απλώς θρεφτάρι.

Τι άλλαξε από εκείνη την εποχή; γιατί τελικα μάλλον τα καταφέρνω; Πρώτον, υπάρχουνε πια τα χρήματα. Ποτέ μην αποσυνδέετε ζητήματα υγείας και υγιεινής ζωής από το οικονομικό ζήτημα: στον κόσμο μας το εύκολο και το φτηνό είναι να κάθεσαι και να τρως σκατολοΐδια, όχι να τρως ψωμί κι ελιά και να γυμνάζεσαι τσαπίζοντας περβόλια. Δεύτερον, είμαι καλά και το ξέρω και θέλω να είμαι καλά και να νιώθω καλά, περικυκλωμένος από ενδεχόμενα ασθενειών και μέχρι τον επόμενο θάνατο, ο οποίος θα είναι ξέρω γω γονιού μου, αν είμαι τυχερός. Το είπα ανοιχτά στον εαυτό μου το φθινόπωρο που πέρασε: καλύτερα να μου τα φάνε τα γυμναστήρια παρά οι γιατροί. Τρίτον, βρήκα γυμναστήριο κατάλληλο για την τεμπελιά που με δέρνει. Τα υπόλοιπα απλώς προκύπτουν: βλέπεις το αποτέλεσμα της εκγύμνασης και ενθαρρύνεσαι, ενώ στο μεταξύ η γυμναστική σού κόβει την όρεξη να τρως το καταπέτασμα. Αρχίζεις να νιώθεις ότι τουλάχιστον η εικόνα σου συμβαδίζει με το πώς αισθάνεσαι.

Σιγά σιγά, όσο περισσότερο είσαι κι όσο λιγότερο γίνεσαι, τόσο περισσότερο ηρεμείς. Και τελικά πολλά πράγματα ειναι θέμα ηρεμίας.




GatheRate

Κυριακή, 21 Ιανουαρίου 2018

Το βάρος της αξόδευτης ζωής


Η περιορισμένη φήμη του John Betjeman μαρτυρεί πως καθόλου δεν αρκεί να γράφεις σε μια παγκόσμια γλώσσα για να αποκτήσεις παγκόσμιο ακροατήριο. Ο Δαφνοστεφής Ποιητής (ή μήπως "Δαφνηφόρος";) είναι παγκοσμίως άσημος, και δικαίως ίσως. Στην ίδια τη Βρετανία τον θεωρούν εξάρτημα της μεσαίας τάξης και τον θυμούνται κάθε Χριστούγεννα λόγω ενός εξόχως θεολογικού ποιήματός του για τη γέννηση του Χριστού, χτυπητή παραφωνία μέσα στον βρετανικό καρναβαλισμό των Χριστουγέννων.

Θυμήθηκα τον Μπέτζεμαν γιατί θυμήθηκα ένα κείμενο στον Γκάρντιαν για μια βιογραφία του που τότε ετοιμαζόταν. "Τότε" είναι οι αρχές του αιώνα. Oι αρχές του αιώνα ήταν από τις χειρότερες εποχές της ζωής μου: αποστεωμένος και άνεργος, unemployable, παγιδευμένος σε κάτι το οποίο μοιάζει εκ των υστέρων με κατάθλιψη. Το κείμενο έλεγε ότι ο Μπέτζεμαν, μάλλον καραγκιόζης και μπον βιβέρ αλλά με τον καυστικό και πείσμονα σαρκασμό των εντελώς ανασφαλών, πεθαίνοντας βυθιζόταν στην φρίκη αναλογιζόμενος πόσο λίγο είχε χαρεί τον έρωτα με κορίτσια και με αγόρια λόγω αιδημοσύνης, αναστολών και σκαλωμάτων. Με είχε σοκάρει τότε, στις αρχές του αιώνα που προσπαθούσα να ζήσω με 700 στερλίνες τον μήνα, ότι μπορεί ένας άνθρωπος τόσο χορτάτος από τιμές και δόξες και απ' όλα να πεθαίνει αναλογιζόμενος πόσο λίγο σεξ είχε κάνει. Αναρωτιόμουν πώς καταντάει κανείς έτσι.

Πρόσφατα διάβασα ένα παλιότερο κείμενο του Τσαγκαρουσιάνου με το ίδιο θέμα κι έτσι ξαναθυμήθηκα αυτό το ξεχασμένο απόσπασμα για τον Μπέτζεμαν. Μετά θυμήθηκα την ανατριχιαστική ατάκα στον Θείο Βάνια του Τσέχοφ για το βάρος της αξόδευτης ζωής. Ένιωσα μεγάλη δυσφορία στο ότι μια ζωή μπορεί να τελειώνει έτσι. Κι όχι, τα απωθημένα δεν είναι απαραίτητα σεξουαλικά. Θυμήθηκα με φρίκη κάποιον που πέθαινε και φώναζε τη μάνα του· η δε μάνα του, ας μη συζητήσουμε το ποιόν της. Θυμήθηκα βεβαίως και ανθρώπους που πέθαναν ολοφάνερα χορτάτοι, με μόνο το παράπονο του θανάτου, όπως όταν παιδί πρέπει να πας για ύπνο ενώ όλοι ακόμη γιορτάζουν.

Κράτησα σημειώσεις για αυτό το κείμενο αλλά αποφάσισα να το γράψω σήμερα γιατί  διάβασα στο φέισμπουκ το παρακάτω απόσπασμα του Ιωάννη Παπαναγιώτου:

Εμείς
που σε λίγο
θα σαπίζουμε κάτω
από μια δεξαμενή χώμα,
ντρεπόμαστε για τα inbox μας.
Απλώνουμε στα wall έναν μίτο πε-
ριπλάνησης- αποπλάνησης
λες και θα έπρεπε να
μας νοιάζει, λες
και θα έπρεπε
να τους
αφορά-νοιάζει
ποιοι πραγματικά
ΗΜΑΣΤΑΝ

Αν και για μένα η οικογένεια έχει υπάρξει χώρος αγάπης και παρότι το σεξ υπήρξε για μένα πηγή ανεκλάλητης χαράς, δεν είμαι ούτε αμερικανάκι για να πιστεύω ότι η οικογένεια είναι ο προνομιακός, ή ακόμα χειρότερα ο αποκλειστικός, χώρος της αγάπης ούτε χαζοχίππης για να πιστεύω ότι το σεξ είναι αποκλειστικά πηγή χαράς. Περισσότερο όμως από την τυφλή εξιδανίκευση της οικογένειας, του έρωτα ή ό,τι άλλου με ανησυχεί πια το πόσο έτοιμοι και πόσο πολύ πρόθυμοι είμαστε να αρέσουμε εις βάρος του να ζούμε -- όπως θέλει τέλος πάντων να ζήσει κανείς. Και πλέον, μέρος του πώς ζούμε είναι και το πώς πολιτευόμαστε και πορευόμαστε μέσα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Όπως έλεγα πριν τέσσερα περίπου χρόνια, "παρατηρώ την ανάγκη για καθαρότητα παντού, την οποία κατα καιρούς εκφράζουνε πολλοί εδώ μέσα, σ' αυτό το μικρό-χωριό-κακό-χωριό των σοσιαλμήντια. Επίσης παρακολουθώ το κόλλημα πολλών με την άκαμπτη και σιδηρά συνέπεια, πολλών που δεν αφήνουνε στους άλλους περιθώρια να χαλαρώσουν, να παίξουν ή να χαβαλεδιάσουν, να γίνουν αυθόρμητοι ή και προπετείς. Έχω τέλος κατά νου τη διαρκή και ανακυκλούμενη διερώτηση για τα ψυχολογικά κίνητρα των άλλων, που εκφράζεται και μέσα και έξω από τα σοσιαλμήντια: γιατί ο δείνα κινείται; γιατί ο τάδε γράφει (έτσι); γιατί ο χι ανεβάζει τέτοια; γιατί ο ψι ακκίζεται; γιατί ο λεγάμενος κοινοποιεί; Εντοπίζω επανειλημμένα την ετοιμότητα και προθυμία να βλέπουμε παντού φαυλότητα, μικροψυχία και χυδαιότητα, να φανταζόμαστε συμμορίες και κλίκες, συνωμοσίες και παράλληλες καμπάνιες."

Δεν πρέπει να υποκύψουμε στη, αιδημοσύνη, στην ανάγκη να κρυφτούμε και να καλυφθούμε από την αδηφάγο φαγωμάρα κάποιων να διακρίνουν και να εξετάσουν και να αξιολογήσουν τα κίνητρά μας, λες και μπορούν (ιδίως εκείνοι) να δούνε την τύφλα τους.

Με δυο λόγια: pecca fortiter.

Εικονίζεται ο Νάρκισσος του Roberto Ferri.

GatheRate

Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2018

Τέσσερα σημειώματα για το #me_too

Το πρώτο σημείωμα παρατίθεται αριστερά, ως εικόνα που κυκλοφορεί στο ίντερνετ. Γενικά, είναι πολύ εύκολο μια γυναίκα να καταγγέλλει άλλες γυναίκες θύματα παρενόχλησης ότι είναι μιρλιάρες ή και καιροσκόποι όταν η ίδια βρίσκεται οχυρωμένη πίσω από προνομιάρες.

Δεύτερον

Η ιστορία με τον Ανσάρι πλασάρεται ήδη κανονικά ως η Μαρφίν του #me_too: η καταγγελία μιας μάλλον αμφιλεγόμενης περίπτωσης παρακαλετού και χατιριού παρουσιάζεται ως χαρακτηριστική, ως το στίγμα, ενός κινήματος που αποκαλύπτει την έκταση της σεξουαλικής παρενόχλησης και καταπίεσης.

Τρίτον

Το από καταβολης πατριαρχίας "δικαίωμα" του άντρα να χουφτώνει και να μαρκαλεύει τις γυναίκες ή τους "λιγότερο άντρες" είναι δεδομένο και είναι πηγή δυστυχίας, φόβου και ένα σωρό άλλων. Η εναντίωση στην παρενόχληση ως κίνημα πλέον φαίνεται να έχει τις τύχες κάθε κινήματος: από τη μια όσοι εναντιώνονται σε αυτό το ταυτίζουν πονηρά με τον νεοπουριτανισμό, από την άλλη οι νεοπουριτανοί (οποιαδήποτε δορά και αν έχουνε ρίξει πάνω τους) σπεύδουν να σφετεριστούν το κίνημα αυτό ώστε να προωθήσουν τους δικούς τους σκοπούς, δηλαδή τη ρύθμιση, επιτήρηση και καταστολή της επιθυμίας. Έχει συμβεί και στα καλύτερα κινήματα και στις σπουδαιότερες επαναστάσεις: από την Ντε Γκουζ στον Ναπολέοντα, από τα σοβιέτ στον Στάλιν...

Τέταρτον

Δεν θέλουν οι #me_too να καταργήσουνε το καμάκι και το φλερτ; Δεν κινδυνεύει το ερωτικό παιχνίδι; Ας δούμε ένα υποθετικό παράδειγμα. Ανεβαίνω στο λεωφορείο, είμαι ωραίος και σέξυ και 26 (για να απαλείψουμε προκαταλήψεις για σπυριάρηδες, αγάμητους, βρωμόγερους κτλ). Κοιτάζω μια κοπέλα με νόημα (όχι σαν να βλέπω καρμπονάρα να αχνίζει), με κοιτάζει και αυτή με νόημα (το πιάσαμε αυτό ε; μπορούμε ελπίζω), την αγγίζω τάχα τυχαία, δείχνει να ανταποκρίνεται. Υπάρχει πρόβλημα; Όχι.

Βεβαίως αυτό το σενάριο φαίνεται προβληματικό για διάφορους λόγους -- όλοι εκ των οποίων έχουνε να κάνουν με τον σεξισμό. Ας δούμε δύο από αυτούς: Πρώτον, μας μαθαίνουν ότι αυτό το αρχικό παιχνίδι δεσμεύει και υποχρεώνει την κοπέλα κάποια στιγμή (σύντομα) να μας κάτσει. Όμως σόρυ, όχι, κι είμαστε μαλάκες και σαυροειδή αν θεωρούμε ότι η άλλη ή ο άλλος δεν μπορεί να το λήξει εκεί και τότε ή να ξενερώσει ή να αλλάξει γνώμη. Δεύτερον, γυναίκα που θα ανταποκριθεί κοιτάζοντάς μας με νόημα είναι ή ξέκωλο, άρα θα μας κολλήσει κανα σκουλαμέντο και θα μας στείλει στο τσώνυ και στα καψουροσκυλάδικα, ή "από αυτές που παίρνουνε πρωτοβουλίες", άρα φοβόμαστε ότι θα σκάσει με κανα μαστίγιο ή με καναν όλισβο.

Το πρόβλημα των αρσενικών γενικά δεν είναι ότι κινδυνεύει το επί ίσοις όροις φλερτ, η καυλάντα και το παιχνίδι -- με ή χωρίς χουφτώματα. Το πρόβλημα των αρσενικών είναι να μπορούμε να συνεχίσουμε τουλάχιστον να κουνάμε το πουλί μας, πραγματικό ή συμβολικό, όποτε θέλουμε και αν θέλουμε απρόσκλητα, απρόκλητα κι ατιμωρητί.

GatheRate

Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2018

and you, you are not me


Οι κάπως άστοχες ερωτήσεις που ρωτούσαμε στα λευκώματα μικροί είναι παρόμοιες με αυτές που τώρα ως ενήλικοι ρωτάμε ο ένας στον άλλο χρησιμοποιώντας τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Είναι συγκινητική σχεδόν η προσπάθειά μας να καταλάβουμε πόσο διαφορετικοί είναι οι άλλοι από εμάς, πόσο διαφορετικός είναι ο καθένας από εμάς, μέσα από ερωτήσεις. Χρησιμοποιούμε τις ερωτήσεις διερευνητικά και διαγνωστικά και κάνουμε πως ξεχνάμε πόσο αναξιόπιστα εργαλεία είναι. Όμως και τι άλλο μέσο διαθέτουμε;

Ταυτόχρονα, με τα σοσιαλμήντια έχει διευρυνθεί ο κύκλος όσων μπορούν να μας βρουν για να μας ορμηνέψουν ενώ έχει πυκνώσει και το δίκτυο συμβουλών: πολλοί μπορούμε να συμβουλέψουμε πολύ περισσότερους από ποτέ για πάρα πολλά πράγματα.

Είναι μάλλον ανησυχητική η διάθεσή μας να επιβάλουμε στους άλλους να γίνουνε σαν κι εμάς συμβουλεύοντάς ή και νουθετώντας τους. Τις συμβουλές και τα tips και τα life hacks συνήθως δεν τα μοιραζόμαστε για να κάνουμε καλύτερη τη ζωή του άλλου παρά για να τον ενθαρρύνουμε να τη διαμορφώσει τη ζωή του λίγο πιο πολύ σαν τη δική μας. Οι συμβουλές που δίνουμε είναι σαν τα χάπια που συνιστούσαν οι γιαγιάδες μας η μία στην άλλη: όχι τόσο "το ταβόρ με βοήθησε, θα βοηθήσει κι εσένα" αλλά "αν παίρνω εγώ ταβόρ, να πάρεις κι εσύ".

Δηλαδή ας πούμε ότι από την αδιανόητη ηλικία των 44 (όταν ήμουν 24) ξεκινάω να γράψω μια σειρά από συμβουλές προς άντρες 24 ετών (μια ηλικία που μου φαίνεται αφύσικα κοντινή). Ας πούμε ότι θέλω να πάω πέρα από μια σειρά απλές ασκήσεις αξιοπρέπειας κι αυτογνωσίας. Τι θα είχα να πω; Να πορευτεί ο εικοσιτετράχρονος όπως πορεύτηκα; Με τίποτα, άλλωστε ποιος μου είπε ότι θέλει να πάει εκεί όπου έφτασα εγώ; Να αποφύγει όσες μαλακίες έκανα; Στάνταρ όμως ό,τι για μένα δούλεψε ως μαλακία μάλλον θα κάνει θαύματα σε άλλες περιπτώσεις.

Καμμιά φορά νομίζω ότι όσο περισσότερο θέλουμε να δώσουμε συμβουλές και να βοηθήσουμε τον άλλο να βρει εύκολες και γρήγορες λύσεις σε όσα τον απασχολούν, τόσο περισσότερο προσπαθούμε να πείσουμε τον εαυτό μας πως ό,τι πέρασε πέρασε σωστά στη δική μας ζωή, πως ό,τι είμαστε κι ό,τι κάνουμε είναι αναπόδραστο. Επίσης νομίζω ότι συνήθως ρωτάμε τους άλλους πράγματα που καιν εμάς τους ίδιους. Προσπαθούμε με τις ερωτήσεις μας όχι να βρούμε τι κάνει διαφορετικούς και μοναδικούς τους άλλους, παρά πώς ανταποκρίνονται στις ερωτήσεις μας αυτές, ερωτήσεις που τελικά διατυπώνουμε με βάση ποιοι είμαστε εμείς.

Κι αλίμονο μας αν ρωτήσουμε τον εαυτό μας τις ίδιες ερωτήσεις, θα ανοίξουμε μια άβυσσο από πολλαπλά είδωλα, το ένα εγκιβωτισμένο μέσα στο άλλο επ' άπειρον. Αυτό το τελευταίο δεν το κατάλαβα μόνος μου, μου το έμαθε ένας άνθρωπος σοφός: με έπεισε να αφήσω την ανάλυση και τις ερωτήσεις στους ειδικούς και να προσπαθήσω (όσο μπορώ) να είμαι τίμιος με τον εαυτό μου. Που είναι και το πιο δύσκολο.

Η φωτογραφία: Christopher Brellis

GatheRate

Σάββατο, 6 Ιανουαρίου 2018

Νέκυιες


Ο Νάτσης είπε κάποτε πως υπάρχουν δύο ειδών επικήδειοι: όσοι μας λεν πόσο καταπληκτικός είναι ο νεκρολογών μια και γνώριζε τον εκλιπόντα και όσοι μας λεν πόσο καταπληκτικός ήταν ο εκλιπών μια και γνώριζε τον νεκρολογούντα. Απέχω και από τα δύο είδη.

*

Κάποτε λυπόμουν που βρίσκομαι θωρακισμένος πίσω από τόσα προνόμια και από το σκληρό κέλυφος της θωριάς και του τρόπου μου. Μετά κατάλαβα πως ήμουν και λιγάκι τυχερός που ήμουν έτσι.

Γνώρισα ανθρώπους ελεύθερους κι ανοιχτούς κι ανέμελους μα όχι άκαρδους. Κι είδα τι ήθελε να τους κάνει ο κόσμος: είδα πόσο πολύ λαχταράει ο κόσμος γύρω σου να σε δει συγκαταβατικά, να πιστέψει ότι σε ξέρει καλά κι ότι μπορεί να σε ερμηνεύσει εύκολα κι απλά. Είδα ξανά και ξανά πόσοι μετριασμένοι άνθρωποι θεωρούν ότι μπορούν να σε επιμεληθούν και να σε βελτιώσουν, να σε πάρουν δήθεν άπλαστη κι αφελή ύλη ώστε να φτιάξουν από εσένα ακόμη ένα μετριασμένο είδωλο του εαυτού τους.

Γιατί οι πυγμαλίωνες επιδιώκουν απλώς και μόνο να πλάσουν είδωλά τους, να σε επιμεληθούν και να σε κόψουν και να σε ράψουν και να σε τσιτώσουν ώσπου να γίνεις εικόνα τους και ατελής βεβαίως αντικατοπτρισμός τους: η ηχώ που θα επιστρέφει τις τελευταίες τους λέξεις. Αν λαχταρούν τελικά κάτι είναι αυτό: να βρουν ανθρώπους ελεύθερους κι ανοιχτούς κι ανέμελους μα όχι άκαρδους για να τους κάνουν κυριολεκτικά σαν τα μούτρα τους.

Γι' αυτό και στον αγώνα μεταξύ της ψυχής σου και του κόσμου οφείλεις να υπερασπιστείς την ψυχή σου. Και κάθε άνθρωπος που, αντίθετα από εμένα, δεν βρίσκεται πίσω από κέλυφος κι ασπίδα και καταφέρνει να καταβάλει τους πυγμαλίωνες του κόσμου τούτου, κάθε ανθρώπος ελεύθερος κι ανοιχτός κι ανέμελος μα όχι άκαρδος, είναι κι ένας ήρωας.

*

Είναι άχαρη τέχνη το θέατρο. Απευθύνεται στους παρόντες. Είναι πάντοτε μοναδικό. Εξαρτάται από την οπτική σου γωνία και από το δικό σου βλέμμα, του θεατή: το θεατρικό έργο απλώς εκτυλίσσεται μπροστά σου κι εσύ επιλέγεις πού θα στρέψεις το βλέμμα και τι θα κοιτάξεις μέσα του· σε αντίθεση με τον κινηματογράφο, που έχει τη δύναμη να σου λέει "εδώ κοίτα, αυτό" και -- αν θέλει -- γεμίζει την οθόνη με αυτό.

Είναι μαγική τέχνη το θέατρο, είναι σαν τη ζωή των ανθρώπων και πώς εμείς την προσλαμβάνουμε. Δρώντων και ου δι' απαγγελίας: δεν μπορώ να σε πείσω, δεν μπορώ καν να σου πω "ο Παύλος ήταν λυπημένος". Ίσως το δεις, ίσως όχι· ίσως πειστείς, ίσως όχι.

*

Είδα το Κόκο με τέσσερα παιδιά. Ωραία ταινία, μια μεξικάνικη Νέκυια για παιδιά. Παίζει και η Φρίντα Κάλο, ή μάλλον η σκιά της Φρίντα Κάλο, που είναι ψώνιο. Τι θα ήταν σε αμερικάνικη ταινία: οτιδήποτε ατίθασο, πιο έντονο ή πιο ζωηρό, είπαμε, ό,τι ανοιχτό και ταξιδιάρικο κατατάσσεται στα ψώνια και στα σαλά του κόσμου τούτου.

Στην ταινία με κριντζάρισαν δύο στοιχεία, πάντως: το ένα ήταν πόσο έχει κανονικοποιηθεί η διαδικασία του τσακώματος του λαθραίου ταξιδιώτη (με ηλεκτρονικά μέσα αναγνώρισης προσώπου) και το τσουβάλιασμα-επαναπροώθησή του, πόσο έχουμε συνηθίσει την ιδέα της μάντρας ανθρώπων. Το δεύτερο στοιχείο που με ενόχλησε: το ασταμάτητο κήρυγμα κάθε ταινίας της Ντίσνεϋ και του περιβάλλοντός της για την τάχα αυταξία της οικογένειας. Η οικογένεια είναι αξιωματικώς καλή, είναι η απαρχή σου και το καταφύγιό σου. Μας το λένε ξανά και ξανά και ξανά μέχρι να το πιστέψουμε όπως πίστευε ο κόσμος στην αιώνια Κόλαση για τους "πόρνους" κι όσους αρταίνονταν την Παρασκευή.

*

Αλλά τι όμορφο, μέσα σε όλη αυτή τη νέα θρησκεία της οικογένειας και των ατομικών επιλογών που δεν έχουνε να κάνουν με τον κόσμο γύρω σου, να ζεις μια στιγμή ελευθερίας· σαν ολόκληρη ζωή νιώθεται. Και πόσο πιο όμορφο να γνωρίσεις έναν ελεύθερο κι ανοιχτό κι ανέμελο μα όχι άκαρδο άνθρωπο· σαν ολόκληρος κόσμος αγγελικά πλασμένος νιώθεται.


Στη φωτογραφία η εξαίσια ηθοποιός Ευθαλία Παπακώστα ως Ευρυδίκη.

GatheRate

Πέμπτη, 4 Ιανουαρίου 2018

Η αντιβίωση και το ποντικοφάρμακο στο εργαστήριο


Κάθε καταστροφή που γνωρίζει αυτός ο λαός από το 1897 ερμηνεύεται συνήθως με δύο τρόπους.

Ο πρώτος είναι ως συνωμοσία των ξένων, αναμενόμενο σε μια χώρα δημιούργημα των πεφωτισμένων ξένων που θέλησαν να αναστηλώσουν τη φάτνη και το λίκνο του πολιτισμού τους.

Ο δεύτερος και συνηθέστερος τρόπος είναι να ερμηνεύονται οι "συμφορές" μας ως καρπός της αφροσύνης όσων αντιμάχονται τις ελίτ -- όταν αυτοί δεν παρουσιάζονται ως εγκληματίες, συμμορίτες κτλ. Διατυπώσεις όπως "η κατάρα του διχασμού", η Διχόνοια (λες και μιλάμε για δίδυμα που μαλώνουν για τη νομή του πλεϊστέισον), οι Έλληνες που αεί παίδες εσμέν κτλ. υποκρύπτουν σχεδόν πάντοτε μομφές κατά όσων δεν βγάζουνε τον σκασμό και δεν σκύβουν το κεφάλι. Είπαμε: η κριτική στην πλέμπα είναι διεισδυτική και καίρια, αλήθειες που πονούν· απεναντίας η κριτική στις ελίτ είναι διχαστική και σπέρνει τη διχόνοια

Αυτό βεβαίως το ζούμε και κατά την ατελείωτη δεκαετία της υποτέλειας και της εξαθλίωσης. Αν η ρητορική περί μίσους, διχόνοιας και εχθροπάθειας έχει κοπάσει, αυτό οφείλεται στο ότι ο Σύριζα εξουδετέρωσε κάθε αντίσταση εκ μέρους όσων κινητοποιούσε η ιδεοληπτική, ανεδαφική και θεωρητικολάγνα Αριστερά μας -- εξαγοραζόντας πασοκικώς πολλούς από αυτούς. Ωστόσο όσοι δεν την έχουμε κοντή τη μνήμη θυμόμαστε λήρους και κορώνες κατά της διχαστικής "αντιμνημονιακής" κριτικής και διαμαρτυρίας, κυρίως με αφορμές κάτι ψόφος. Αναρωτιέμαι πώς θα ένιωθαν όλες αυτές οι ευαίσθητες ψυχές που εξυπηρέτησαν με ζήλο κι εξαρχής το μνημονιακό ξεπάτωμα αν διάβαζαν τα συνήθη και δι' ασήμαντον αφορμήν μπινελίκια στον βρετανικό τύπο ή και στη Βουλή των Κοινοτήτων.

Ελάχιστοι άνθρωποι που δεν ήταν πακτωμένοι μέσα στο κομματικό κράτος του ΠΑΣΟΚ ή της ΝΔ θα ισχυρίζονταν ότι πριν το 2010 δεν υπήρχαν κοινωνικές παθογένειες όχι αδιαμεσολάβητα ταξικού χαρακτήρα ή ότι δεν υπήρχαν εστίες δυσλειτουργίας και διαφθοράς του κράτους με αιτιολογία που πάει πολύ πριν από την κάθε Μεταπολίτευση. Δύο σνάπσοτ αυτής της κατάστασης προσπάθησα να αποδώσω εδώ κι εδώ.

Ωστόσο πάρα πολύ γρήγορα έγινε αντιληπτό ότι η Μνημονιοκρατία ήταν δυστυχώς σοβαρότερο, οξύτερο και πολύ πιο μαζικής κλίμακας πρόβλημα από όλα τα άλλα. Το παρομοίασα με ναυάγιο πριν δυο χρόνια.

Βεβαίως οι φίλοι της "ελληνικής πραγματικότητας", μιας αναλυτικής κατηγορίας που ερμηνεύει αξιωματικά οποιαδήποτε κακοδαιμονία ("δεν είμαστε λαός", "αυτοί είμαστε", "Ελλαδάρα", "Μπαλκάνια" κτλ), έσπευσαν να μας πουν ότι τα αυτά, δηλαδή οι κοινωνικές παθογένειες κι οι εστίες δυσλειτουργίας και διαφθοράς του κράτους, μας έφεραν ως εδώ, δηλαδή στα Μνημόνια.

Ενδεχομένως. Είναι μια άποψη. Όσο περνάει ο καιρός αυτή η εκδοχή ιστορικοκοινωνικού ντετερμινισμού από τα δεξιά χάνει την όποια ερμηνευτική αξία της. Αλλά ας πούμε ότι ναι, χρειαζόντουσαν μεταρρυθμίσεις, αυτό που ο Αμάρτυα Σεν αποκάλεσε"αντιβίωση". Το ερώτημα που τίθεται αμέσως μετά, από τον Σεν, όχι από εμένα, είναι γιατί έπρεπε η αντιβίωση να συνοδεύεται από φτωχοποίηση, εξανδραποδισμό, γενικευμένο ξεπούλημα,  λεηλασία του κοινωνικού κράτους -- ναι, του όποιου κοινωνικού κράτους· γιατί έπρεπε να συνοδεύεται, πάντα κατά Σεν, από το "ποντικοφάρμακο" της λιτότητας.

Η απάντηση είναι γιατί μπορούσαν. Η αιτία δόθηκε πέραν κάθε αμφιβολίας από τον πρόσφατα αποχωρήσαντα Dijsselbloem το 2017: τα ελληνικά ομόλογα έθεταν σε κίνδυνο τις ευρωπαϊκές τράπεζες. Η συζήτηση βεβαίως ότι ο καβγάς γίνεται για το πάπλωμα της BNP και της Deutsche, που έπρεπε να ξεφορτώσουν ελληνικό χρέος, γινόταν ήδη από το 2010. Αντίστοιχα ισχύουν για τη σκανδαλώδη και θηριωδώς ζημιογόνα ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών ή για τη φορολογική εξόντωση των ελεύθερων επαγγελματιών, χαμηλοσυνταξιούχων και μισθωτών κ.ο.κ.

Πρέπει όμως κανείς να βασανίσει λιγάκι το "γιατί μπόρεσαν", αλλιώς κινδυνεύει να υποπέσει στο φαιδρό αλλά σοβαρό αμάρτημα της συνωμοσιολογίας. Γιατί να θέλουν "κάποιοι" να συντρίψουν "μια χώρα του Πρώτου Κόσμου με αντανακλαστικά Τρίτου Κόσμου"; (όπως είπε ένας φίλος). Ο δρ. Σόυμπλε μάλλον για λόγους αρχής αλλά όλοι οι υπόλοιποι για παραδειγματισμό. Άλλωστε η Ελλάδα δεν είναι η μοναδική τέτοια χώρα, ίσα ίσα: δείτε πώς ο σωφρονισμός καταβύθισε την εκλογική ρώμη των Podemos. Δεύτερον, γιατί όπως νωρίς επισήμανε ο Μαζάουερ, η Ελλάδα πάντοτε υπήρξε το εργαστήριο στο οποίο δοκιμάστηκαν οι "νέες ιδέες" στην Ευρώπη: η εθνική επανάσταση το 1821, η μεταρρύθμιση της μοναρχίας το 1864, η αποσυναρμαλόγηση φεουδαρχικής αυτοκρατορίας διά του πολέμου το 1912-13, η εθνοκάθαρση το 1923, ο Ψυχρός Πόλεμος το 1944 και το 1946-49, η δημιουργία οικονομικών προτεκτοράτων στον Πρώτο Κόσμο το 2010 -- ενδεχομένως και άλλες.

Αντιλαμβάνεται λοιπόν κανείς γιατί η κωλοτούμπα του Σύριζα, που κατέληξε να διαχειρίζεται αυτό που όφειλε να πολεμήσει, αφενός τον κατέστησε μια ιδανική κεντροδεξιά κυβέρνηση (ιδανική γιατί δεν έχει κανένα δέος αντίπαλο μεταξύ κινημάτων και συλλογικοτήτων) αφετέρου ανάγκασε όλους μας να υπαχθούμε στη συνταγολόγηση του ποντικοφαρμάκου που δήωσε και δηώνει ζωές -- μιλάμε πάντοτε για ζωές κι όχι για δείκτες, έτσι; Όσο για την αντιβίωση, θα αστειεύεστε βέβαια: οι κοινωνικές παθογένειες κι οι εστίες δυσλειτουργίας και διαφθοράς του κράτους παραμένουν και άθικτες και στο απυρόβλητο -- εάν δεν έχουνε βγει σούπερ ενισχυμένες από αυτό που συμβαίνει τα τελευταία σχεδόν οχτώ χρόνια.

GatheRate