Δευτέρα, 21 Μαΐου 2018

Η βία κι εγώ


Λίγο η δουλειά μου, λίγο το παρουσιαστικό μου, η τελευταία φορά που υπέστην σωματική βία ήταν στα 10 μου όταν το μαλακισμένο του σχολείου, ο ΧΔ, μαζί με τον αδερφό του με έσπρωξαν και έπεσα κάτω: έπαθα κάταγμα στο αριστερό χέρι. Έκτοτε δεν με έχουν καν αγγίξει (πολλοί δεν με κοιτάνε στα μάτια) χωρίς τη συγκατάθεσή μου. Αναρωτιέμαι λοιπόν πώς είναι να είσαι γυναίκα, που πολλοί νιώθουν πως έχουν το ελεύθερο να σε χουφτώνουν, να σε τσιμπάνε ή και να σε πιλατεύουν -- μάλλον δεν θέλω να ξέρω.

Σωματική βία δεν έχω χρησιμοποιήσει παρά μόνο μια φορά: χαστούκισα μια γυναίκα, με χαστούκισε, τρόμαξα κι αηδίασα από την ποταπότητα του να σηκώνεις χέρι σε γυναίκα.

Βεβαίως είμαι προνομιούχος και όχι πασιφιστής. Βεβαίως και δεν χρειάστηκε να πλακωθώ στις σφαλιάρες για λίγο φαγητό ή στις μπουνιές για μια θέση σε μια ουρά. Όσοι αποδοκιμάζουμε κι απεχθανόμαστε τη βία, και είμαι ένας από αυτούς, δεν τη χρειαστήκαμε ποτέ.

Το βασικό πρόβλημα δεν είναι η βία, το πρόβλημα είναι πού αποσκοπεί η βία και -- αν μας ενδιαφέρει να κατανοήσουμε τον κόσμο -- η αιτία της.

GatheRate

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018

Πάρα πολύ βαρετά σενάρια αποπλάνησης


Δύο άγνωστοι που το κάνουν: ξένοι είμαστε όλοι πριν γαμηθούμε, πολλάκις και αφού γαμηθούμε.

Ο λεβέντης από τη ζουμερή ώριμη μανούλα: γιατί, πώς νομίζετε ότι ξεπαρθενιάζονταν οι ντροπαλοί οι νέοι τα χρόνια τα παλιά τα αγνά;

Ο γκέι τον υπερστρέιτ: και μπράβο του, όμως ο άλλος δεν θα τυλιχτεί τη σημαία του ουράνιου τόξου να πέσει από την Ακρόπολη για τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ.

Κορίτσι με κορίτσι: βρείτε μου κορίτσι που δεν.

Αγόρι του ενίοτε από γκέι παλληκάρι: όλοι ενίοτε είμαστε σε τούτον τον κοσμάκη -- εκτός αν έχουμε πρόγραμμα.

Ο μπαρμπα-ποιητής ή η κυρa-ποιήτρια το κορίτσι ή το αγόρι το φανατικό για γράμματα: μα μετά από μια ηλικία αυτός είναι ο μόνος λόγος να είσαι ποιητής ή ποιήτρια. Αυτός και η Ακαδημία Αθηνών. Ή κανα βραβείο.

Ο μαθητής τον δάσκαλο: μπας και μάθει γράμματα ή καμμιά εξίσωση.

Η μαθήτρια τον δάσκαλο: μπας και μάθει ο δάσκαλος γράμματα.

Η φοιτήτρια από τον καθηγητά: τόσο βαθιά μπανάλ που πρέπει να εκλείψει όπως τα ζλιπ Ατθίς.

Ο αφεντικός την υπάλληλο: ... όπως τα πουκάμισα σέβεντυζ με γιακάδες άνοιγμα πτερύγων.

Η παρτσακλή χουχουχαχά τη σέρτικη λεσβία: θα έλεγα "άσε μας κουκλίτσα μου", αλλά δεν κάνει μωρέ.

Συναθλητές ή συναθλήτριες μεταξύ τους: ε ναι, για ποιον άλλο λόγο κάνετε αθλητισμό; α, για τη δόξα. Εντάξει, συγγνώμη.

Ο γιατρός την πελάτισσα: άμα είναι καλά τα νέα, είναι καλά τα νέα.

Η γιατρός τον πελάτη: είπαμε, ελάτε τώρα.

Ο μπλόγκερ γράφοντας λογάκια: σιχτίρι στους μπλόγκερ -- βλέπετε ότι δεν ορίζεται το αντικείμενο της αποπλάνησης, είναι των ανοιχτών επιλογών οι μπλογκάδες ("στείλε θε μου μια βροχή" κτλ.).

Η αγρότισσα τον αγρότη: επιστροφή στη φύση και χωρίς χασίσι

Ο καημένος από τη θεά: Καλυψώ, αλληλούια, κτλ.

Η ήσυχη τον ήσυχο: εμμμ

Ο ήσυχος την ήσυχη: εμμμ

Ο ήσυχος τον ήσυχο: εμμμ

 Η ήσυχη την ήσυχη: εμμμ

GatheRate

Τρίτη, 15 Μαΐου 2018

Τέκνα του Ισραήλ


Έχω γνωρίσει πολλούς Ισραηλινούς μέχρι τώρα. Στη χώρα έχω πάει μια φορά μα δεν τρελαίνομαι να ξαναπάω.

Εδώ θα πω για πέντε από τους ισραηλινούς που γνωρίζω, ενδεχομένως οι ιστορίες τους να μας βοηθήσουν να καταλάβουμε τη χώρα περισσότερο κι από τον Άμος Γκιτάι ή την ταινία The Bubble. Απλώς σπεύδω να προειδοποιήσω ότι το The Bubble μιλάει για τον κόσμο του Τελ Αβίβ, που έχει τόση σχέση με το υπόλοιπο Ισραήλ όση σχέση έχει, ξέρω γω, η παρρησία και η τόλμη της Ha'aretz με τις περισσότερες "καλές εφημερίδες" της Ευρώπης.

Ο Ιτσάκ ήταν ο πρώτος ισραηλινός που γνώρισα. Μετακόμισε δίπλα μου το 2000, όταν έμενα στην Αγγλία. Χημικός. Πολύ ντροπαλός και χαμηλόφωνος άνθρωπος. Έφυγε από το Ισραήλ γιατί "ο Νετανιάχου έχει κάνει τεράστια ζημιά" αν και "αυτόν θέλει ο κόσμος". Παραπονιόταν ότι όλοι έχουνε γίνει νταήδες κι επιθετικοί στο Ισραήλ, ότι η κοινωνία κατρακυλάει προς τα δεξιά, ότι ο τσαμπουκάς και η ξενοφοβία θα είναι η ταυτότητα της ισραηλινής κοινωνίας τον 21ο αιώνα. Με τις πενιχρές μου γνώσεις για την πατρίδα του τον ρώταγα αν εννοεί την περίφημη στροφή του 1967, όταν το Ισραήλ κέρδισε τον πόλεμο και το τρόπαιο της Ιερουσαλήμ αλλά, όπως λεν, έχασε την ψυχή του. Όχι: για τον Ιτσάκ τη ζημιά την έκαναν οι Αμερικάνοι έποικοι, οι Ρώσοι μετανάστες ("βασιλικότεροι του βασιλέως, αντικομμουνιστές και αραβοφάγοι") και το πόσο βλάκας και λίγος αποδείχτηκε ο Μπαράκ (ο Εχούντ) κι ότι "κάτι τέτοιοι που θέλουν με όλους να τα έχουνε καλά καταστρέφουν την Αριστερά". Ο Ιτσάκ δεν ήταν αριστερός, δεν άντεχε όμως και να ζει σε μια κοινωνία που το νταηλίκι κι ο τσαμπουκάς βασιλεύουν και στην οποία "ευημερούμε στην πλάτη των Παλαιστινίων". Τον ρώταγα αν αυτή η κουλτούρα της μαγκιάς συμβαδίζει με αυτό που οι εθνικοί προσλαμβάνουμε ως ευγενή κληρονομιά του εβραϊσμού: "Μα οι Ισραηλινοί περιφρονούμε τους Εβραίους της Διασποράς, είναι φλώροι κι αδερφές και βλάκες του βιβλίου. Μέχρι μια εποχή έως και τους επιζώντες του Ολοκαυτώματος χλεύαζαν, που έκατσαν σαν μαλάκες ανάμεσα στους εθνικούς να υφίστανται πρώτα τα πογκρόμ και μετά το Ολοκαύτωμα, που κάθονταν να τους σφάξουν" -- μια κουβέντα που με ανατρίχιαζε, με την κακή έννοια. Συνέχιζε: "ξέρεις τι έλεγε η Γκόλντα Μέιρ; Ότι οι Παλαιστίνιοι δεν υπάρχουν. Αυτό θα είναι στο εξής το πρόγραμμα του κράτους του Ισραήλ." Εγώ βέβαια ζούσα ακόμα στις αγκαλιές και τις χειραψίες του 1993 στο Όσλο και σκεφτόμουν "υπερβολές, τον φρίκαρε ο ματσίσμο κι ο τσαμπουκάς των Ρώσων".

Ο Άβι κι εγώ κολλήσαμε αμέσως. Βγήκαμε από μια παμπ στο Μπέλφαστ γκαρίζοντας μεθυσμένοι στον δρόμο "είμαστε Εβραίοι, είμαστε Έλληνες, όλος ο πολιτισμός σας είναι το τσιφλίκι μας". Παραμερίζοντας αυτή τη μάλλον αμήχανη στιγμή, να πω ότι ο Άβι έχει κάνει πολλή φυλακή. Πάρα πολλή φυλακή. Πλέον κάθε χρόνο σχεδόν. Γιατί οι Ισραηλινοί πάνε στον στρατό κάθε χρόνο. Κι όταν του έρθει φύλλο πορείας για κάπου μέσα στα σύνορα του '49, πάει κανονικά: "Είναι καθήκον μου". Όταν όμως του έρθει φύλλο πορείας για τα Κατεχόμενα (που σχεδόν απαγορεύεται να τα λες έτσι), αρνείται να πάει: "Να σφάξουν Παλαιστίνιους στη Ζζενίν χωρίς εμένα, να κάνουνε μόνοι τους την κατοχή τους, οι γαμιόληδες." Στρατοδικείο και στρατιωτική φυλακή, για 1-2 βδομάδες, "νταξ, όχι πολύ". Το κακό είναι ότι όσο περνάνε τα χρόνια, η IDF του βγάζει φύλλο πορείας σχεδόν αποκλειστικά για τα Κατεχόμενα: Γκολάν και Δυτική Όχθη. Για να τον σπάσει. Που σημαίνει ότι τα τελευταία χρόνια ο Άβι πάει κάθε χρόνο φυλακή. Δυστυχώς ο εργοδότης του είναι μια εταιρεία πολύ του καθεστώτος και αποφάσισε να περικόπτει από τον μισθό του τις εβδομάδες που λείπει "χωρίς άδεια". Αλλά ο Άβι στα Κατεχόμενα δεν υπηρετεί.

Ο Ντοβ κι η Σόνια ζουν στο Σικάγο, έριξαν μαύρη πέτρα πίσω τους το 2005. Πιστεύουν στην καταστροφή του κράτους του Ισραήλ. Την οποία οι Παλαιστίνιοι αποκήρυξαν το '93. Δεν έχει σημασία. Ο Ντοβ κι η Σόνια είναι Εβραίοι που μισούν το Ισραήλ. Σαν αυτούς τους υπερορθόδοξους που ανεμίζουνε σβάστικες και θέλουν να καταλυθεί το κράτος του Ισραήλ γιατί μόνον ο Μεσσίας θα αναστήσει τον Ισραήλ; Όχι. Είναι Εβραίοι που μισούν το Ισραήλ γιατί φοράνε πράσινες κεφίγιες και γιατί οι ισλαμιστές θα φέρουν την ταξική επανάσταση και θα ανατρέψουν τις εβραϊκές αλλά και τις παλαιστινιακές ελίτ στην Παλαιστίνη. Που ενδεχομένως να βγάζει νόημα αν ζεις στο Σικάγο ή και στα Εξάρχεια, δεν ξέρω.

Με την Αβίβα γνωρίστηκα το 2009. Την έχω μέσα στην καρδιά μου και τη θαυμάζω. Γενναία. Γλυκύτατη. Προτού πείτε "ωωωπ, να τη η Jewish princess του Σραόσα" να σας πω ότι η Αβίβα είναι λεσβία και κανονικότατα ενταγμένη μέσα στο κουίρ κίνημα. Ναι ναι, από αυτές που δεν γούσταραν καθόλου το ξέπλυμα της χοντρούλας Μπιορκ στη Γιουροβίζιον, από αυτές τις άσχημες ρε παιδί μου, όχι σαν τις λεσβιάρες Τζέσικα Ράμπιτ της πορνογραφίας. "Επιβιώνω γιατί ζω στο Τελ Αβίβ, παραέξω θα με έπαιρναν με τις πέτρες." Μαζί της πήγα στην Ιερουσαλήμ το '11. Μου έλεγε ότι κάποτε επισκέφθηκε στη Χεβρώνα τον Τάφο του Αβραάμ με κάτι φίλους Άραβες (δηλαδή μέλη της παλαιστινιακής κοινότητας που ζει στο εντός των συνόρων του 1949 Ισραήλ και έχει ισραηλινή ιθαγένεια: το 20% του πληθυσμού, που εκπροσωπείται στην Κνεσέτ), άντρες και γυναίκες. Ο Τάφος του Αβραάμ είναι σούπερ μουσουλμανικό προσκύνημα και άπιστοι δεν μπαίνουν, η Αβίβα φόρεσε μαντήλα, κοίταζε χαμηλά (είχε και μακριά μαλλιά τότε), την έβαλαν στη μέση οι υπόλοιποι της παρέας και προσπάθησαν να μπουν όλοι μαζί. Τους σταμάτησε ο φύλακας: "περάστε όλοι κι όλες εκτός από την Εβραία στη μέση". Αν κρίνω από τη σαύρα-καλόγερο στον Πανάγιο Τάφο, αυτή είναι μια φάρα που τους μυρίζεται τους αλλόθρησκους, ό,τι κι αν είναι.

Το πρώτο βράδυ στην Ιερουσαλήμ ανεβήκαμε στο εστιατόριο του Ιδρυματος Νταγιάν να φάμε. "Έκανε Ίδρυμα για να εξιλεωθεί ο καριόλης", γέλαγε η Αβίβα. Από τον εξώστη του εστιατορίου βλέπεις την Παλιά Πόλη, βλέπεις τη Σιών, βλέπεις τον Φράχτη και τα παλαιστινιακά παραπήγματα που κρύβει. Στην Ιερουσαλήμ πάντα φυσάει αύρα λεπτή το βράδυ, χτισμένη καθώς είναι στα 900 μέτρα υψόμετρο, αλλά το αεράκι μετά τον καύσωνα της μέρας είναι αρκετό να σου βάλει ιδέες ότι αυτή τη φρικτά αιματοκυλισμένη πόλη την αγαπάει ο Θεός. Ξαφνικά με διακόπτει η Αβίβα, που βρίζεται στα εβραϊκά με τον σερβιτόρο. Ο σερβιτόρος την κοιτάει με ένα "μη σου γαμήσω" ύφος, η Αβίβα τον κοιτάει με το αγέρωχο αλλά πεισματικά συναρμολογημένο κουράγιο των κουίρ, αντρών και γυναικών. Ο σερβιτόρος φεύγει. Ρωτάω τι έγινε. "Τον ρώτησα από πού είναι το κρασί και μου είπε από τη Γαλιλαία, το αρχίδι." Κατάλαβα ότι δεν ήθελε να πάρουμε κρασί από το κατεχόμενο Γκολάν. "Και;" τη ρώτησα. "Ε ρε συ, λένε Γαλιλαία για να μην πουν Γκολάν. Του το είπα και με έβρισε." Τσίμπησα το ορεκτικό, κάτι με μελιτζάνα, και σκέφτηκα τι θα έπρεπε να πω τώρα. Ένας συνδαιτυμόνας μού έδειξε το μοντερνιστικό ξενοδοχείο στο ΄Όρος των Ελαιών, που οι Ιορδάνοι έχτισαν ξεχώνοντας εβραϊκούς τάφους (ποιος ξέρει πού το βρήκαν το νόου-χάου): "Από εκεί οι Ιορδανοί ελεύθεροι σκοπευτές έκαναν σκοποβολή πάνω στους Εβραίους πριν το '67". Η Αβίβα τον κοίταξε πάρα πολύ ήρεμα και του είπε πολύ στιφά να μην ανησυχεί: "Τώρα που ξεκουμπίστηκαν κι αυτοί θα φέρουμε τους έποικους να κάνουν σκοποβολή πάνω στους Παλαιστίνιους".

Η φωτογραφία από παλιότερη επιχείρηση 'αυτοάμυνας' του IDF.

Προς τους φίλους του Σιν Μπετ που διαβάζουν: άλλαξα τα ονόματα και τις λεπτομέρειες. Βεβαίως ήδη ξέρετε για ποιους μιλάω...

GatheRate

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2018

Γραφιάδες και μπαρμπάδες


Αν πρέπει κι εγώ, σαν τους γνωστούς γραφιάδες, να προκρίνω εμμονικά κι επανειλημμένα μία αιτία για "τα δεινά αυτού του τόπου" επιλέγω τον άξεστο επαρχιωτισμό κάτι ελληνοκεμαλικών που θέλουν "να γίνουμε Ευρώπη".

Μου θυμίζουν κάτι κομπλεξικούς μπαρμπάδες του καφενέ που έπιαναν τους γιους τους, μια χαρά παλληκάρια, και τους έστελναν στο μπουρδέλο με το στανιό "για να γίνουν άντρες".

Η φωτογραφία είναι του Dimitri Daniloff 

GatheRate

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2018

Η χρήση των ανθρώπων


Πριν από τον καπιταλισμό, πριν από τη φεουδαρχία, πριν από τη δουλοκτησία, πριν από την πατριαρχία υπήρχε κάτι πιο βαθύ που μας λέρωνε σαν ανθρώπινο είδος: η εργαλειακή αντίληψη των άλλων ανθρώπων.

Οι άνθρωποι έχουμε την προδιάθεση, βιολογικής προέλευσης, να προσπαθούμε να ανεύρουμε ή να επινοήσουμε χρήσεις για τα πράγματα γύρω μας: ένα κλαδί μπορεί να γίνει ρόπαλο ή μοχλός, μια πέτρα αιχμή, ένας κούφιος κορμός μονόξυλο. Επίσης, μπορούμε να κατασκευάσουμε εργαλεία ενώ η δυνατότητά μας για συμβολική και αφηρημένη σκέψη μάς επιτρέπει να μπορούμε να επινοήσουμε καινούργιες χρήσεις για κάποια αντικείμενα, είναι δεν είναι εργαλεία.

Νομίζω ότι οι άνθρωποι επεκτείνουμε την προδιάθεση να βρούμε ή να επινοήσουμε χρήσεις και για τους άλλους ανθρώπους, όχι μόνο για τα πράγματα. Προσπαθούμε να αντιληφθούμε σε τι θα μπορούσαν να μας φανούν χρήσιμοι οι άλλοι άνθρωποι, όχι μόνο τα πράγματα ή τα ζώα γύρω μας. Είναι χαρακτηριστικό το ανέκδοτο με τον μικρό ζέβρο που περιηγείται ένα αγρόκτημα και ρωτάει σε τι χρησιμεύει το τάδε ή το δείνα ζώο -- οι άνθρωποι πολλές φορές κινούμαστε με παρόμοια κίνητρα και με κριτήριο το "πώς θα μου φανεί ο άλλος χρήσιμος": τροφός, συνέταιρος, υποστηρικτής, συνεργάτης, εραστής, εκπρόσωπος, προστάτης κτλ.

Φυσικά μια κοινωνία που οικοδομείται με γνώμονα "ποια είναι η χρήση του Χ" ή, πιο εξιδανικευμένα "ποια είναι η αποστολή του άλλου" είναι ασφυκτικά περίκλειστη και καταπιεστική ακόμα και χωρίς ισχυρές ιεραρχικές δομές. Τέτοιες κοινωνίες απαρτίζονται από ένα δίκτυο χρηστικών σχέσεων μέσα στο οποίο μόνον η χαρά της τέχνης, της φιλομάθειας ή των μη-χρηστικών ανθρώπινων σχέσεων (στοργή, φιλία, έρωτας) προσφέρουν ανακούφιση. Δυστυχώς, ακριβώς αυτές οι χαρές υπόκεινται σε ασφυκτικό έλεγχο και ρύθμιση, αφού είναι άχρηστες και άρα ενδεχομένως ανατρεπτικές της χρηστικής τάξης.

Όλα αυτά, επαναλαμβάνω, προϋπάρχουν των γνωστών τερατουργημάτων (καπιταλισμός, φεουδαρχία, δουλοκτησία, πατριαρχία κτλ.) αλλά αποτελούν τη θεμελίωσή τους. Η χρηστική αντίληψη των ανθρώπινων σχέσεων ευδοκιμεί μάλιστα στις μικρές κοινωνίες, είτε τροφοσυλλεκτών είτε αγροτικές, όπου όλοι έχουν μια χρήση ("αποστολή"), είτε πρακτική (π.χ. η πουτάνα) είτε συμβολική (π.χ. ο παπάς). Επιπλέον, η χρήση αυτή τους ορίζει, είναι η έξωθεν δοσμένη ταυτότητά τους.

Θέλω να πιστεύω ότι οι πρώτες πόλεις δημιουργήθηκαν και από την ανάγκη των ανθρώπων να σπάσουν ή να χαλαρώσουν αυτή την εργαλειακή λειτουργία του καθενός τους μέσα στις μικρές κοινωνίες. Αναπόφευκτα, όταν συγκεντρώνεται πολύς κόσμος σε έναν τόπο, πάνω από έναν κρίσιμο αριθμό πληθυσμού, θα υπάρχουν άνθρωποι που δεν γνωρίζουμε τόσο καλά ή και καθόλου: οι κοινωνικοί μας κύκλοι είναι μοιραία περιορισμένοι και οι πόλεις είναι πολυπληθέστερες από τον ευρύτερο δυνατό κύκλο.

Συνεπώς σε μια πόλη έχουμε αγνώστους, ήδη στις μη ιεραρχικές πρώτες πόλεις όπως η Τσατάλ Χαγιούκ και το Μοχέντζο Ντάρο. Όμως είτε δεν μπορούμε να βρούμε μια χρήση για αυτούς που δεν γνωρίζουμε, ούτε εκείνοι για εμάς, είτε δεν μπορούμε να επιδιώξουμε να τους χρησιμοποιήσουμε μέσω αυθεντίας και ιεραρχικών σχέσεων ή π.χ. και μέσω της προσωπικής μας  γοητείας. Ο άγνωστος είναι άχρηστος, εκτός και αν μεσολαβεί το χρήμα ή η λογική της ανταλλαγής ή της αλληλεγγύης. Ο άχρηστος άνθρωπος είτε μας είναι αδιάφορος είτε μας απασχολεί μόνον αν έχουμε μη χρηστικές σχέσεις μαζί του: στοργή, φιλία, έρωτα.

Με άλλα λόγια, οι μικρές κοινωνίες (και τροφοσυλλεκτών) είναι πυκνά δίκτυα αλληλοχρήσης των ανθρώπων, οι πόλεις αποσαθρώνουν αυτά τα δίκτυα ή τα καθιστούν προϊόν συνειδητής επιλογής και όχι απλής εντοπιότητας. Άρα από τη μια οι πόλεις είναι τόποι ελευθεριότητας, από την άλλη γίνονται οι τόποι όπου οι χρηστικές σχέσεις, η χρήση του άλλου ως αποστολή και ως ταυτότητά του, είτε δεν υφίσταται είτε δύσκολα επιβάλλεται. Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε ιδεολογία που ονειρεύεται κλειστές κοινωνίες, από τον ρομαντικό εθνικισμό του 19ου αιώνα μέχρι και το μοντερνιστικό όραμα του Λε Κορμπυζιέ προσπαθεί να κατακερματίσει τις μεγαλουπόλεις.

Στις κλειστές κοινωνίες που ονειρεύονται οι ολοκληρωτισμοί από την πλατωνική Πολιτεία και μετά καθένας έχει τη χρήση του, όμως στις μεγάλες πόλεις γεμίζουμε άχρηστους αγνώστους. Στις κλειστές κοινωνίες που ονειρεύονται οι ολοκληρωτισμοί από την Πολιτεία και μετά η χαρά της τέχνης, της φιλομάθειας και των μη-χρηστικών ανθρώπινων σχέσεων πρέπει να ρυθμίζονται, μα στις μεγάλες πόλεις, όπου δεν γνωρίζουμε όλους τους άλλους και πολλώ μάλλον τη χρήση τους, αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο.

Ζήτω οι πόλεις, όπου είμαστε είτε άχρηστοι είτε φίλοι.

GatheRate

Σάββατο, 5 Μαΐου 2018

Ζευγάρια που φτάσατε ως εδώ

Έχω την τύχη και το προνόμιο ο φιλικός μου κύκλος να περιλαμβάνει πολλά ομόφυλα ζευγάρια, "πολλά" σε σχέση με το πόσο μινιόν είναι ο φιλικός μου κύκλος. Άλλα είναι παντρεμένα ή σε σύμφωνο, άλλα όχι· άλλα έχουν μακροχρόνια σχέση, άλλα όχι· άλλα τρώγονται κάθε τρεις και λίγο, άλλα απολαμβάνουν τη διαρκή νηνεμία μιας συμβίωσης όλο συναλληλία.

Είναι τύχη και προνόμιο, όχι γιατί μιλάμε για τάχα εξωτικές φάσεις που μας κάνουν εμάς τους πεφωτισμένους να φαινόμαστε καλοί και να νιώθουμε καλύτερα, μιας και μετέχουμε της ποικιλότητας και της "διαφορετικότητας" -- εκάς τα καλιφορνεζάκια! Είναι τύχη και προνόμιο γιατί είναι φίλες μου φίλοι μου και είναι ανοιχτοί και άνετοι μαζί μου και περνάμε καλά.

Εδώ και χρόνια έχω παρατηρήσει κάτι στα ομόφυλα ζευγάρια, κάτι που περιγράφει ο Χάουαρντ Ζινν και που ατελώς εικονογραφεί η προβληματικότατη "Ζωή της Αντέλ": ακόμα και στα ομόφυλα ζευγάρια, ο ένας είναι άντρας και η άλλη η γυναίκα.

Ακολουθεί διευκρίνιση: δεν εννοώ τη χυδαία και βλακώδη ερώτηση "στο κρεβάτι ποιος κάνει τον άντρα και ποιος τη γυναίκα;" που συχνά απευθύνεται στα ομόφυλα ζευγάρια. Η ερώτηση είναι βλακώδης γιατί προϋποθέτει μια αντίληψη του σεξ κατά την οποία ερωτοπραξία είναι "διέγερση και παιχνίδι, διείσδυση πέους άντρα σε κοιλότητα γυναίκας, οργασμός άντρα, (προαιρετικά) οργασμός γυναίκας ή αναπαράστασή του". Όποιος και όποια στρέιτ δεν έχει σκάσει στα γέλια με την παραδοχή ότι αυτό και μόνον αυτό συνιστά ολοκληρωμένη ερωτοπραξία, εύχομαι να μην τους πιάσει η θάλασσα μέσα στη σκούνα που θα τους πάει για χατζηλίκι στις Άγιοι Τόποι.

Συνεχίζω. Σε πολλά ομόφυλα ζευγάρια βλέπω τη ροπή να αναλάβει το ένα μέλος το νοικοκυριό και τη φιλοξενία των φίλων (παιδιά δεν έχουν ακόμα οι φίλοι μου αυτοί) με το άλλο μέλος να κάνει την εργασία του κυρίως βιοπορισμού και να ασχολείται με τα εξωτερικά θέματα. Φυσικά είναι κι αυτός ένας διακανονισμός του καθημερινού βίου που, από μόνος του δεν λέει τίποτα: αλίμονο αν βλέπουμε πατριαρχία παντού όπως οι κνίτες βλέπουνε καπιταλισμό στο παγωτό χωνάκι κι οι χριστιανοί πορνικότητα στις φαινομηρίδες.

Ακριβώς γι' αυτό μιλήσα για ροπή: δύο άντρες ή δύο γυναίκες που θα ξεκινήσουν να ζούνε μαζί συχνά θα αναλάβουν ο καθένας ή η καθεμία τον ρόλο "νοικοκυράκι" ή "κουβαλητάκι" κατ' αποκλειστικότητα σχεδόν ασυζητητί και με κάποια προθυμία. Όχι απαραιτήτως, όχι πάντοτε. Αλλά περισσότερες φορές και πιο αβίαστα απ' ό,τι θα περίμενε κανείς από γκέι και λεσβίες, ανθρώπους που έχουνε ζήσει στο πετσί τους τη χρηστομάθεια της ετεροκανονικότητας (αν είναι τυχερές και τυχεροί) ή και τη βάναυση βία της. Γιατί τόση ανάγκη για συμμόρφωση σε μια εποχή που ακόμα και βαρετά παντρεμένα ζευγάρια μοιράζονται εξίσου τα καθήκοντα εντός και εκτός σπιτιού, εν μέρει διαβρώνοντας το δίπολο "νοικοκυράκι"-"κουβαλητάκι";

Επαναλαμβάνω ότι δεν κρίνω: ο διπολικός διακανονισμός είναι κι αυτός ένας διακανονισμός και μάλιστα εύκολος, άλλωστε πολλά ετερόφυλα ζευγάρια πλέον έχουν νοικοκυράρη τον άντρα και κουβαλήτρα τη γυναίκα. Αυτό που με ξενίζει είναι η αβασάνιστη ευκολία με την οποία ένα ομόφυλο ζευγάρι ολισθαίνει προς τον διακανονισμό αυτό, πολλές φορές αψήφιστα, ακόμα και όταν μιλάμε για άτομα αντίστοιχου μορφωτικού επιπέδου, με ομόλογες επαγγελματικές ευθύνες κτλ.

Η εύκολη απάντηση, αλλά υπερβολικά γενική, είναι "η ισχύς της πατριαρχίας". Παραπέρα όμως;

GatheRate

Η τσόντα σήμερα δεν έχει σύνορα



... κι αυτό είναι και καλό και κακό.

Η πορνογραφία σήμερα δεν είναι αυτό που θυμούνται όσοι ήταν νέοι πριν είκοσι χρόνια, ή παλιότερα. Δεν περιορίζεται πια στη μία εξάδα βιντεοκασέτες που έχεις φυλαγμένη ή στη συλλογή από τραπουλόχαρτα με γυμνές ή στα περιοδικά πίσω από τα βιβλία των αγγλικών ή στις γαλλικές καρποστάλ σου. Παραθέτω σχεδόν αυτούσιο σχόλιο του Φανούτο Κουσουράκι -- και συνιστώ να διαβαστεί ολόκληρο.
Πριν 10-15 χρόνια βλέποντας βιδεάκια στο YouPorn ήσουν στην υπεραιχμή της πορνικότητας, και γελούσες με τον μεσήλικα που νοίκιαζε βιντεοκασέτες DVD για να την παίξει. Σήμερα το pornhub που θα ανοίξεις σε ανώνυμη περιήγηση για να την παίξεις πριν την πέσεις για ύπνο, είναι αντίστοιχη φάση με τον μεσήλικα με την καπαρντίνα στο βιντεοκλαμπάδικα.

Το πορνό ακολουθεί όπως κάθε βιομηχανία νέες διεξόδους και τεχνολογίες. Self-produced παραγωγές, monetization σε instagram και twitter accounts, η μετεξέλιξη των συνδρομητικών sites σε συνδρομητικό personal / private stream, subscriber snapchat, από τα cams και τα chat rooms μπορείς πλέον να μπεις σε πριβέ κανάλι πορνοστάρλετ στο Discord! Crowdfunding για πορνό, Patreon για τσονοφωτοσετ, γενικά οτιδήποτε μπορείς να βάλεις από τη μία μια πιστωτική και απο την άλλη να ανοίξει ένα μικρόφωνο και μία κάμερα, μέχρι και ένα application code για να ρυθμίζεις το ρυθμό που δονείται το κωλοφτιαγμένο Hitachi πάνω στην κλειτορίδα της.
Συνελόντι ειπείν: η πορνογραφία σήμερα είναι μαζική και εύκολα προσβάσιμη· δεν είναι αποκλειστικά προϊόν στούντιο και ηθοποιών. Ταυτόχρονα, η πορνογραφία το 2018 είναι εξατομικευμένη, όπως πρέπει να έγινε σαφές πιο πάνω, και εν πολλοίς ιδιωτική υπόθεση: τι άλλο είναι η ανταλλαγή βίντεο φωτογραφιών (δικών μας ή όχι) στα διάφορα ίνμποξ;

Τώρα πια λοιπόν τρομάζει και απωθεί για τρεις λόγους:

Ο πρώτος και ο πιο σοβαρός είναι επειδή μέρος της πορνογραφίας που παράγεται σε αφθονία καταγράφει και ενδεχομένως ενισχύει την κουλτούρα του βιασμού και τον μισογυνισμό με ιδιαίτερα στυγερούς τρόπους. Με άλλα λόγια, επειδή αφθονούν απροσχημάτιστα κακοποιητικές πορνογραφικές αναπαραστάσεις. Αυτό φυσικά ισχύει για κάθε πεδίο του ανθρώπινου βίου, εκτός πορνογραφίας απλώς τηρούνται (;;;) κάποια προσχήματα. Και πάλι είναι σημαντικό να έχει κανείς υπόψη του ότι οι τσόντες με κακοποιητικές καταστάσεις που δεν παρουσιάζονται ως παιχνίδι ή ως μέρος συναινετικού σεναρίου δεν είναι τόσο διαδεδομένες όσο νομίζει κάποια ή κάποιος άνω των 30 (καλή ώρα εγώ), που μπορεί να πέσει πάνω τους, άθελά του ή και όχι, σε ανώνυμη περιήγηση. Αφήνω φυσικά κατά μέρος παραλογισμούς τύπου "η σεξεργασία είναι βιασμός, άρα κάθε επαγγελματική τσόντα είναι βιασμός και κακοποίηση", η άποψή μου βρίσκεται εδώ.

Ο δεύτερος λόγος που η τσόντα τρομάζει κι απωθεί είναι επειδή το επαγγελματικά παραγόμενο μέρος της, και μάλιστα ούτε το πιο ενδιαφέρον ούτε το πιο συναρπαστικό ούτε το πιο ανατρεπτικό, διαμορφώνει τη δημόσια αισθητική και το γούστο μας όσον αφορά την αναπαράσταση του εαυτού μας και του έρωτα. Επειδή πλέον δεν έχει σύνορα, πολλή τσόντα χαμηλής ποιότητας και πρωτοτυπίας (η τζάμπα βιομηχανική, κλεψίτυπη ή μη) διαποτίζει την ποπ κουλτούρα. Όπως έλεγα εδώ, το πρόβλημα μας είναι ότι
Η τσόντα, και μάλιστα αυτή που κυκλοφορεί και καταναλώνεται στο τζαμπέ διαδικτυακώς, κυριαρχείται από αυτό το προκάτ και βιομηχανοποιημένο πράμα που [...] δεν είναι ούτε ανταρσία ούτε αντίσταση παρά ακόμα ένας τρόπος να καλουπώσουμε βίο, επιθυμίες και ηδονές. Επιπλέον, [...] αλλοιώνει όχι μόνο τον τρόπο που κατανοούμε και αντιλαμβανόμαστε αναλυτικές κατηγορίες όπως σέξι ή διεγερτικό αλλά διαμορφώνει και τον τρόπο που βλέπουμε τι φοράει π.χ. η Μπιγιονσέ.
Τέλος, η πορνογραφία μάς φρικάρει και θα μας φρικάρει επειδή ανάλογα με τις προτιμήσεις μας, τις αναμνήσεις και τις επιθυμιες μας, μας διεγείρει στα ίσια, απροσχημάτιστα και απροκάλυπτα: άλλωστε αυτός είναι ο σκοπός της. Και τότε ακριβώς αρχίζει και γίνεται ανατρεπτική. Στο μεν προσωπικό επίπεδο, γίνεται ο καθρέφτης επιθυμιών που είτε θέλουμε να εκπληρώσουμε, είτε αρκούμαστε να ικανοποιούμε μπανίζοντας -- κι είναι κοινός τόπος ότι δεν θέλουμε πάντοτε να αντικρύσουμε αυτό που μύχια επιθυμούμε. Σε επίπεδο κοινωνικής παρτήρησης, όταν δηλαδή μπανίζουμε το μπανιστήρι σε φάση μέτα, η πορνογραφία αναδεικνύει την ασύλληπτη και ατίθαση ποικιλομορφία της ερωτικής επιθυμίας και της σεξουαλικής χαράς -- πάντοτε ως θέαμα ή και ως τσίρκο, βεβαίως.

Από αυτή την άποψη, εφόσον πια η πορνογραφία παράγεται εν πολλοίς κατ' ιδίαν και χειροποίητα και εφόσον είναι πολλές φορές στοχευμένη σε συγκεκριμένο, έως και μονοπρόσωπο, κοινό και μακριά από τα όποια βιομηχανικά πρότυπα, είναι καλό που δεν έχει σύνορα: πλέον αποτυπώνει "το αρεσούμενο του ανθρώπου" με τρόπους που ελέγχει ο αυτόνομος μικροπαραγωγός της.

GatheRate

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2018

Οι γέροντες και ο Πέτρος

Για τον γέροντα Πορφύριο άκουσα για πρώτη φορά το 1991. Τότε όλοι είχανε γέροντες ή γεροντάδες, τότε άρχισε η μόδα με τα κομποσχοίνια και με όλο αυτό το "πνευματικό" απολιτίκ πλαίσιο ιδεών που οικογενειακός φίλος και νυν δεσπότης έλεγε ότι "δεν είναι Πίστη, είναι ενός είδους κουλτούρα".

Τον γέροντα Πορφύριο τον είχε πνευματικό ένα πάρα πολύ όμορφο κορίτσι που μου άρεσε τρελά αλλά δεν είχα το θάρρος. Δηλαδή είχα το θάρρος, αλλά είχα φάει μια πολύ ευγενική χυλόπιτα και μετά έβγαινε με διάφορους και ούτω καθεξής -- απλώς τότε δεν είχα μάθει την dark and tedious art του κολλιτσίδα, να μην καταλαβαίνω από "τελειώσαμε" και από "δεν θέλω".

Ο γέροντας Πορφύριος ήδη προσέλκυε πλήθη. Ήδη τότε η Χάρις (ας την πούμε έτσι) παραπονιόταν ότι υπάρχουν διάφοροι παράγοντες που εκμεταλλεύονταν τη φήμη του γέροντα και ότι ο Γέροντας (με κεφαλαίο) τους κρατάει σε απόσταση αλλά ότι όταν "κοιμηθεί" θα καπηλευτούν πλήρως, στο έπακρο κι επικερδώς τη μνήμη του. Αυτά έλεγε η Χάρις, με το κατάλευκο δέρμα, την όλο νάζι φωνή και ένα σώμα σαν σύννεφο.

Βεβαίως δεν χρειαζόταν να έχεις προορατικό χάρισμα για να μαντέψεις ότι προς τα εκεί πήγαινε η δουλειά. Ο Πορφύριος στον Ωρωπό, ο Ιάκωβος στον όσιο Δαβίδ στην Εύβοια και ο Παΐσιος στο Άγιον Όρος θα έπαυαν σε λίγο να είναι αγοραφοβικά (όπως αρμόζει σε ασκητές) ανθρωπάκια που ήθελαν να πάνε στον Παράδεισο. Παρεκβαίνοντας, άκουσα τον Ιάκωβο να περιγράφει τον Παράδεισο όπως τον είδε σε όραμα και ήτανε σχεδόν σπαρακτικό πως όλου του κόσμου η εξιδανίκευση δεν φτάνει να μας αποσπάσει από την ανάγκη μας για άγγιγμα· όχι για έρωτα, για άγγιγμα.

Πράγματι, στα χρόνια που ακολούθησαν ο Παΐσιος μετατράπηκε από τους αιωνίως στρατόκαυλους και υπεραναπληρωτικά εθνικιστάδες βορειορθόδοξους σε σαολίν χρησμοδότη και Υπέρμαχο Λοχαγό του Γένους. Η όποια κληρονομιά ενός ταπεινού ανθρώπου μεταποιήθηκε σε εθνοκαρτούν και συναξάρι της πιο σκοταδιστικής κι επαρχιώτικης πολιτικής Ορθοδοξίας. Βλέπω ότι τώρα ήρθε η ώρα του Πορφυρίου.

Η κλίκα η οποία διαχειρίζεται τους βίους σύγχρονων αγίων ως προπαγάνδα που θα διαμορφώνει στο εξής την πολιτική και την κοινωνική ζωή του τόπου, όσοι απαρτίζουν τους ΑΝΕΛ και τη ραχοκοκκαλιά της ΝΔ ή βρίσκονται διεσπαρμένοι στον ΣΥΡΙΖΑ ως πατριώτες και ρωμιοί νεορθόδοξου τύπου, έχουνε στα χέρια τους την ιδεολογική ηγεμονία της σημερινης και της αυριανής Ελλάδας. Αυτή η κλίκα ανατράφηκε στις οργανώσεις, ανδρώθηκε από τον Χριστόδουλο και ήρθε στα πράγματα χάρη στην κυνική διαστροφή της δημοκρατίας και της κοινωνίας των πολιτών στα χέρια των μνημονιοκρατών και των χίψτερ νεοφιλελεύθερων, αναλαμβάνοντας όσα άφησαν κάτω κι έφυγαν τρέχοντας οι πρώην αριστεροί.

Ιδεολογική ηγεμονία δεν έχει όποιος μας χαλάει τη σούπα· βεβαίως η ιδεολογική ηγεμονία δεν συνεπάγεται μονολιθική ιδεολογία με απόλυτη κυριαρχία επί πάντων -- αυτός ο μπαμπούλας βρίσκεται κυρίως στο μυαλό του Γκυ Ντεμπόρ και ίσως του Αντόρνο, αφού υποκουλτούρες και αντίσταση υπάρχουν κι ας μη φαίνονται. Ιδεολογική ηγεμονία διαθέτει όποιος θέτει τους όρους του δημόσιου διαλόγου.

Με ποιον διαφωνείς; Με αυτόν που ηγεμονεύει ιδεολογικώς. Τίνος τα επιχειρήματα προσπαθείς να αναιρέσεις; Εκείνου που διαθέτει ιδεολογική ηγεμονία. Με ποια "ηλιθιότητα" αντιπαρατίθεσαι; Της ηγεμονεύουσας ιδεολογίας. Οι γεροντοκάπηλοι κι οι πολιτικώς Ορθόδοξοι, ξαδέρφια Σέρβων και Ρώσων ομοϊδεατών τους και αξεχώριστοι από τους μόλις-και-μετά-βίας-όχι-φασίστες δυτικοευρωπαίους "πατριώτες", είναι για τώρα και για το μέλλον ό,τι ήταν ο Πέτρος Κωστόπουλος τη δεκαετία του '90.

Το Κλικ και το Νίτρο έθεταν τους όρους της συζήτησης στην οποία ίσως να ήσουν ο απέναντι· τα έντυπα του Τερζόπουλου (και μετά της ΙΜΑΚΟ) πούλαγαν κάτι που είτε ήθελες να ζήσεις είτε να του εναντιωθείς, βγάζοντας π.χ. το κάθε 01. Όλοι μίλαγαν κι έγραφαν σαν Γιάννης Νένες και Μανίνα Ζουμπουλάκη, ακόμα και για να τους αντικρούσουν. Θυμηθείτε το τοτέμ Μαλβίνα, τόσο αντι-Κλικ στο ήθος και τόσο Κλικ στον τρόπο. Όπως οι πολιτικώς Ορθόδοξοι σήμερα, τότε η μπάνκα ήταν ο κωστοπουλισμός: καθόριζε το πλαίσιο και τη θεματολογία του δημόσιου διαλόγου. Δεν είναι τυχαίο ότι η κουραδομαγκιά που πλεόν ανελλιπώς συνοδεύει τον εθνικισμό μας εισήχθη σε εντιτό του Κωστόπουλου, που έμπλεως έκστασης και σημιτισμού μάς έλεγε πόσο γαμάω είμαστε οι Έλληνες.

Το ζητούμενο δεν είναι να κοροϊδεύετε τους γεροντοκάπηλους, όπως το ζητούμενο δεν ήταν να κράζετε το Κλικ τότε -- εκτός και εάν είχατε να αντιπροτείνετε κάτι τόσο συγκροτημένο και (για τους όρους της ψόφιας τότε εποχής) τόσο τολμηρό όσο το 01.

Το ζητούμενο είναι να γίνουμε βλαμμένοι και να λέμε και να κάνουμε τα δικά μας, να κάνουμε αισθητή την παρουσία της κοσμάρας μας ο καθένας.

GatheRate

Τρίτη, 17 Απριλίου 2018

«Κατά μαλάκα» από το «Πώς να μη γίνετε μαλάκας»


Κάποιος απαισιόδοξος θα ισχυριζόταν ότι προστασία απέναντι στον μαλάκα δεν υπάρχει, πολλώ μάλλον ότι ο μαλάκας ούτε παλεύεται ούτε καταβάλλεται. Όπως το έθεσε και ο Φρειδερίκος Σίλλερ σε άπταιστα γερμανικά (από τα οποία δυστυχώς λείπει ο τεχνικός όρος "μαλάκας"),  mit der Dummheit kämpfen Götter selbst vergebens.

Παρόλ' αυτά από ένα πόνημα με τίτλο Πώς να μη γίνετε μαλάκας δεν θα μπορούσε να λείπει ένα κεφάλαιο σχετικό με την αυτοπροστασία μας, που να πραγματεύεται πώς θα πολεμήσουμε τον μαλάκα. Δυστυχώς ένα τέτοιο κεφάλαιο είναι μάλλον απαραίτητο αφού πολλοί γινόμαστε μαλάκες πολεμώντας τον μαλάκα. Όπως θα το έθετε ένας άλλος γερμανόφωνος: "Όποιος πολεμάει μαλάκες πρέπει να προσέξει μη γίνει ο ίδιος μαλάκας".

Όπως είδαμε και στο οικείο κεφάλαιο το σχετικό με την τάχα θεομορφία τού μαλάκα, κατά τις διατυπώσεις του Ξανθάκη, όχι μόνο "δεν μπορεί κανείς να τον νικήσει" τον μαλάκα αλλά επιπλέον
όπου και να κρυφτείς
όσο και να κρυφτείς
ο μαλάκας θα σε βρεί

και θα σε τυραννίσει.
Με άλλα λόγια, ναι μεν δεν μπορείς να νικήσεις τον μαλάκα, αλλά θα αναγκαστείς οπωσδήποτε να τον πολεμήσεις αφού "θα σε βρει / και θα σε τυραννίσει".

Όπως αναφέρθηκε πριν, είναι πολύ εύκολο να γίνει κανείς μαλάκας πολεμώντας μαλάκες και η ανθρώπινη ιστορία βρίθει από παράδειγματα μαλακομάχων που έγιναν έως και χειρότεροι τριμαλάκες από τον χατζημαλάκα που πολέμαγαν. Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι απλός: οι μαλάκες είναι ακατάβλητοι, αφού είναι θωρακισμένοι με τις βεβαιότητές τους. Από εκεί και πέρα το πράγμα είναι κλασικές αρχές του πολέμου, το εσκαλέισον που λέει κι ο Τζόκερ στον Μπάτμαν: προσομοιώνεις τις αμυντικές βεβαιότητες που θωρακίζουν τον μαλάκα ώστε να τον προσβάλεις αλλά στο τέλος καταλήγεις να ενστερνίζεσαι αυτές τις όποιες βεβαιότητές σου κι εσύ ο ίδιος· κι έτσι γίνεσαι κι εσύ σιγά σιγά μαλάκας.


Ας αναφέρουμε συνοπτικά δύο παραδείγματα πολέμου με μαλάκα:

Ο ειλικρινής μαλάκας θα χρησιμοποιήσει αυτό που αποκαλεί ειλικρίνεια για να σας πλήξει. Αν πέσετε στην παγίδα, ξεκινώντας να πολεμήσετε κατά του μαλάκα καταλήγετε να πολεμάτε κατά τον μαλάκα: του λέτε κι εσείς κάποια αλήθεια (...) που φρονείτε ότι θα τον πονέσει. Όμως είπαμε: ο μαλάκας δεν πονάει γιατί και κατώτερός του είστε και είναι και θεός. Αποτέλεσμα; Γίνατε λίγο πιο πολύ μαλάκας χρησιμοποιώντας την ωμότητα μιας κάποιας ειλικρίνειας ως όπλο.

Ο μισογύνης μαλάκας θα κάνει τα μισογυνικά του, με τα "ναι μεν αλλά" του και με τα απ' όλα του. Ας πούμε ότι θέλετε να τον αντιμετωπίσετε είτε γιατί είστε γυναίκα, είτε γιατί είστε μουνόδουλος, είτε γιατί είστε αδερφάρα από αυτές που ξέρουν ότι η πατριαρχία έχει πολλά ποδάρια -- και μάλιστα όχι από αυτά που αρέσουν. Απαντάτε λοιπόν στα μισογυνικά του με μια προσβολή που αφορά τον χαρακτήρα ή το ποιόν του μισογύνη μαλάκα. Όμως ο μισογύνης δεν έβρισε εσάς προσωπικά ή μια γυναίκα, παρά μίλησε για αυτό το ψευδές, αόριστο και πολλαπλό είδωλο που λέγεται "γυναίκα", μίλησε για μια κατασκευή. Άρα ποιος είναι τώρα ο μαλάκας, που αντέταξε σε μια πλατωνική κουβέντα ένα σαφές ad hominem; Ποιος άλλος: εσείς.

Γίνεται λοιπόν να είσαι κατά του μαλάκα χωρίς να γίνεσαι κατά τον μαλάκα; Ίσως, αλλά ακόμα και οι θεοί το ψάχνουν το πώς, όπως είδαμε. Πιθανόν μια καλή μέθοδος μαλακομαχίας είναι να ακινητείς περιμένοντας να ξεθυμάνει ο μαλάκας και μετά να παραστήσεις ότι τίποτε δεν κατάλαβες, ότι δεν έτρεξε κάστανο: κανείς μαλάκας δεν αντέχει να νιώθει ότι είναι ατελέσφορη η μαλακία που τον δέρνει και τον κινεί και τον ζωοποιεί. Τότε λοιπόν ίσως και να σκάσει ο μαλάκας -- που είναι και το ουσιώδες.

GatheRate

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2018

«Είναι ο μαλάκας Θεός;» από το «Πώς να μη γίνετε μαλάκας»


Βεβαίως κάθε μαλάκας πιστεύει ότι είναι θεός ή και ο Θεός. Ενδεχομένως αυτό είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του μαλάκα: πιστεύει ότι είναι θεός. Σίγουρα η πεποίθησή του ότι είναι αντίθεος (με την ομηρική έννοια) είναι ισχυρή: είπαμε ότι μαλάκα σε κάνουν οι βεβαιότητες· όσο πιο ακράδαντες, τόσο πιο μαλάκας. Όμως ο μαλάκας δεν πιστεύει απλώς ότι είναι θεός, παρά μοιάζει με θεό και σε κάτι ακόμα: δεν ορίζεται εύκολα.

Ο Θεός των μονοθεϊστικών θρησκειών όντως ορίζεται κυρίως αποφατικά: μέσω του τι δεν είναι παρά με βάση κάποια χαρακτηριστικά του. Ο Θεός αυτών των θρησκειών είναι υπερβατικός, ενώ "κάθε θεότητα που δεν είναι υπερβατική, έχει γνωρίσματα: ο Βαάλ τη μοσχαροκεφαλή και τις μύγες, ο Απόλλων τον ήλιο και το τόξο" κτλ. Ο ένας Θεός δεν έχει γνωρίσματα, λέμε ότι δεν έχει σώμα (ασώματος), ότι δεν βρίσκεται κάπου στον χώρο (πανταχού παρών), ότι δεν μπορεί να γίνει κατανοητός (απερινόητος). Γι' αυτό και συσσωρεύουν οι θρησκείες επίθετα του Θεού τους (99 το Ισλάμ, περισσότερα οι χριστιανοί), γνωρίσματά του, αφού τον ίδιο τον Θεό τους δεν μπορούν να τον ορίσουν επιτυχώς. Μέσα από τη συσσώρευση επιθέτων προσπαθούν οι πιστοί Του να περιγράψουν και να προσεγγίσουν τον υπερβατικό Θεό τους.

Έτσι και στην περίπτωση του μαλάκα. Παρά τις βεβαιότητές του, απέχει ιλιγγιωδώς από το να είναι υπερβατικός. Ωστόσο δεν ορίζεται με βεβαιότητα. Σκεφτείτε πόσο δύσκολο είναι να διατυπωθεί ένας ορισμός του μαλάκα. Τι είναι μαλάκας; Αμηχανία. Πώς ορίζεται; Θέμα. Συνήθως λοιπόν αναγκαζόμαστε να συσσωρεύσουμε κι εμείς χαρακτηρισμούς κι επίθετα και περιγραφές και περιστατικά με μαλάκες αφού ο μαλάκας δεν ορίζεται. Ο Χρήστος Ξανθάκης, που ζήλωσε τη δόξα του μεγάλου αυτού πονήματος για τον μαλάκα που διαβάζετε κι εσχάτως ασχολήθηκε και αυτός με το θέμα, το διατυπώνει με τον κατάλληλο τόνο:
ο μαλάκας είναι ασταμάτητος, ασύνορος και απροσμέτρητος
και δεν μπορεί κανείς να τον νικήσει
Ακριβώς γι' αυτό τον λόγο, ο μαλάκας αποτελεί διαρκεί πηγή εκπλήξεων, ανεξαιρέτως δυσάρεστων. Ακόμα και όταν ξέρουμε ότι κάποιος είναι μαλάκας και είμαστε κατάλληλα προετοιμασμένοι, ποτέ δεν είμαστε επαρκώς προετοιμασμένοι: θα βρει εκείνος τον τρόπο να μας βλάψει ή να μας βγάλει από τα ρούχα μας ή έστω να μας ενοχλήσει. Θα βρει εκείνος τον τρόπο να γίνει ακόμα πιο μαλάκας ή να γίνει μαλάκας με κάποιον καινούργιο τρόπο. Γιατί είναι έμπειρος και ξέρει. Γιατί η βεβαιότητα σε συνδυασμό με τον σολιψισμό σε απαλλάσσουν από την υποψία ότι μπορεί να γίνεσαι γελοίος, ενώ σε εμψυχώνει να ανέβεις καμαρωτός και ξεσκούφωτος το Έβερεστ της μαλακίας μέχρι την κορυφή του, ή μέχρι να σε σκοτώσουν η ανοξία και το μαλακόκρυο.

Μια τεταρτη ιδιότητα του μαλάκα (πέραν από το ιδεασμό ισοθεΐας, την αδυναμία να οριστεί και το ότι πάντοτε θα βρει τρόπους να μας βλάψει) είναι τέλος η κάτωθι. Και σε αυτήν την ιδιότητά του ο μαλάκας μοιάζει με τον τιμωρό Θεό των μονοθεϊστικών θρησκειών, και πάλι επιγραμματικώς διατυπωμένη από τον οψίμως ενδιαφερθέντα Ξανθάκη:
όπου και να κρυφτείς
όσο και να κρυφτείς
ο μαλάκας θα σε βρεί

και θα σε τυραννίσει
Τι άλλο να πει κανείς λοιπόν εκτός από το ni Dieu ni malakas.

GatheRate

Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

Το Παρίσι και το μοναστήρι


Πρέπει να υπάρχουν ακόμα πολλοί που νομίζουν ότι "δεν είμαστε λαός" επειδή "είμαστε βρωμιάρηδες και δεν σεβόμαστε τον δημόσιο χώρο" και οι οποίοι αποδίδουν αυτή μας την κακοδαιμονία (υποκριτικώς ντρέπονται πια να πουν "γυφταριό") στο ότι δεν περάσαμε Διαφωτισμό κτλ. Όσο και αν έχουνε ταξιδέψει αυτοί οι άνθρωποι, μάλλον έχουν ταξιδέψει λειψά. Άλλωστε το ταξίδι ποσώς δεν επεκτείνει τους ορίζοντές μας και σίγουρα από μόνο του δεν θεραπεύει απολύτως τίποτα, ούτε τη στενομυαλιά ούτε τον ρατσισμό.

Όσοι τα λένε αυτά, ότι είμαστε "από τη φύση μας" ή λόγω Τουρκοκρατίας ή και Βυζαντίου "τέτοιοι", αν δεν έχουν χρήματα να ταξιδέψουν για να δούνε το σκουπιδομάνι μεγάλων και μικρότερων πόλεων της Εσπερίας, ας πάνε σε κανα μοναστήρι της πατρίδας μας.

Εκεί, στα μοναστήρια, τους περιμένει μια εντελώς διαφορετική εικόνα από τα λιγδιασμένα περιτυλίγματα και τα σπασμένα μπουκάλια και το ρέον κάτουρο στους δρόμους βορείως των Άλπεων πριν επελάσουν τα δημαοτικά συνεργεία καθαρισμού.

Ας πάνε λοιπόν σε κάποιο μοναστήρι, που είναι ο ρωμεϊκότερος θεσμός που υπάρχει, ο πιο μη διαφωτισμένος, και ο οποίος στελεχώνεται από τους ρωμεϊκότερους ρωμιούς. Εκεί ας χορτάσει ευταξία και καθαριότητα επιπέδων Ζάλτσμπουργκ, ας θαυμάσει τη φροντίδα παντού· μετά λοιπόν ας έρθει μετά να μας πει για τον Διαφωτισμό που δεν έχουμε περάσει και πώς αυτή η έλλειψη φταίει που "είμαστε τέτοιο μπουρδέλο" ή που "βρωμάν οι πόλεις μας".

Τέλος πάντων, κάποια στιγμή θα καταλάβουμε ότι οι καθαρές πόλεις προϋποθέτουν εξοπλισμένα και στελεχωμένα συνεργεία καθαριότητας· ότι τα φροντισμένα πάρκα προϋποθέτουν και συνεργεία καθαριότητας και κηπουρούς αλλά και τη χρήση τους απ΄οτο κοινό. Γενικότερα, κάποτε θα πάρουμε χαμπάρι ότι ο σεβασμός του δημόσιου χώρου προϋποθέτει τουλάχιστον να υπάρχει αίσθηση κοινότητας και, γενικότερα, εδραιωμένη η αντίληψη του ότι ζούμε σε κοινωνία.

Συνεπώς η βρωμιά, ο θόρυβος και η αταξία γύρω μας οφείλονται και στο ότι κάποια στιγμή κατά τη νεώτερη ιστορία μας αποφασίσαμε ότι μπορούμε με τον (όποιο) συσσωρευμένο πλούτο μας και με τον εγκλεισμό στο σπιτάκι μας να υποκαταστήσουμε τα δημόσια αγαθά και τους δημόσιους χώρους: η νεοελληνική βρωμιά και η χωροταξική αναρχία είναι συνέπειες του πώς μας ήθελε η πολιτική εξουσία από το 1949 και μετά.

GatheRate

Σάββατο, 14 Απριλίου 2018

Ένας άλλος κόσμος, σφαιρικός


Πάντως ό,τι και να πει κανείς, όσο και να διαμαρτυρηθεί, όσο και να καμώνεται τον ανώτερο, οι ποδοσφαιρόφιλοι, οι ένθεοι του ποδοσφαίρου, αυτοί που τέλος πάντων είναι το αντίθετο των άμπαλων σαν κι εμένα, είναι τυχεροί άνθρωποι: προνομιούχοι.

Όλοι εμείς οι άμπαλοι έχουμε την επικαιρότητα των πολιτικών θεμάτων, των οικονομικών προβλημάτων, του μέλλοντος της κοινωνίας ή του πλανήτη ή των ίδιων των ζωών μας για να βαυκαλιζόμαστε, αυτοί έχουνε διαρκώς ζωντανή και τρέχουσα ενημέρωση για μεταγραφές, προπονητικές δηλώσεις, διαστρέμματα, αποτελέσματα του λευκορωσικού, του κολομβιανού ή του μολδαβικού πρωταθλήματος. Ενημέρωση που μάλιστα εξυπηρετεί ο σφριγηλός αθλητικός τύπος, όχι σαν τις σκιές περασμένων μεγαλείων όπως το Βήμα κι η Καθημερινή ή σαν τις καινοφανείς φυλλάδες που πουλάνε χούντα και προφητείες του Πατροκοσμά. Η ποδοσφαιρική επικαιρότητα υπάρχει είτε ανεξάρτητα από την υπόλοιπη, είτε ως παραπλήρωμα της υπόλοιπης είτε, για κάτι καλτσιοθεωρητικούς, ως μια προνομιακή ερμηνευτική σκοπιά του κόσμου.

Οι άμπαλοι επίσης έχουμε τους ήρωες και τους κακούς μιας πραγματικότητας που επηρεάζει και ενίοτε δηώνει τις ζωές μας, εκτός κι αν ασχολούμαστε με το σινεμά ή με το ροκενρόλ για να ξεφεύγουμε. Το πάνθεον της μπάλας όμως είναι πλήρες, συνεπές και αυτόνομο, ένα πάνθεον επικό και εφάμιλλο του σύμπαντος της Μάρβελ. Το πάνθεον της μπάλας όμως δεν είναι κόμιξ για νέρντουλες, είναι σημαντικότερο από την πραγματικότητα, όπως άλλωστε οι θεοί είναι σημαντικότεροι από τους ανθρώπους, είτε είναι θεοί της Αρετής και του Ερνέστο Βαλβέρδε, είτε της Κακίας και του βασιλείου εκείνου του αχώνευτου που όλοι βρίζουν. Μεσα στη σύνθετη νομενκλατούρα του ποδοσφαίρου, στο Μπάλα Universe, προϊόν μεταγραφικών θεογονιών και θαυμαστών αποκαλύψεων, δεσπόζουν οι ημίθεοι ήρωες: τα αντικείμενα αρσενικών τάχα ανερωτικών και θηλυκών στάνταρ ερωτικών πόθων, οι στρατιές ποδοσφαιριστών. Στις τάξεις τους χωράει ο αλαζόνας αχιλληίσκος Κριστιάνο Ρονάλντο, ο φάλσταφ κάγκουρας πώς τον λένε, ο σχεδόν ιησουχριστός Τζωρτζ Μπεστ, ο Μέσι-Αρτζούνα, ο αηγιώργης Μαραντόνα -- και ούτω καθεξής.

Τέλος, εμείς οι άμπαλοι για να ζήσουμε χαρές και συγκινήσεις, για να μας αγγίξει η ευτυχία, περιμένουμε να πάρουμε κανα πτυχίο, να ανοίξουμε κανα σπίτι, να δούμε καναν φίλο, να βρούμε έναν δικό μας άνθρωπο, να γράψουμε κανα βιβλίο ή να κάνουμε καμμιά συναυλία ή έκθεση ή κατασκευή, να πάμε κανα ταξίδι, να αναγνωριστεί η δουλειά μας, να αγαπήσουμε, να μας ερωτευτεί καμμιά θεότητα, να κάνουμε παιδιά. Οι ένθεοι του ποδοσφαίρου, στον βαθμό που ασχολούνται με όλες αυτές τις μπανάλ σάχλες, έχουν επιπλέον τους δίκαιους αγώνες του ΠΑΟΚ, την έκσταση του να το σηκώνεις στην Πορτογαλία, τα θαύματα "μια στα χίλια χρόνια" τύπου Ρόμα-Μπαρσελόνα 3-0, τον ποδοσφαιρικώς ακατάβλητο λαό της Βραζιλίας, το from zero to hero της Λέστερ κτλ.

Λέμε κι εμείς ότι ζούμε, δηλαδή.

GatheRate

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2018

Γυμνοί τόποι

Κανένας χώρος, είτε εξωτερικός είτε εσωτερικός, δεν αντέχει να μένει γυμνός. Δεν έχει σημασία αν είναι δωμάτιο, μπαλκόνι, δρόμος, μπαρ, πλατεία ή εξοχή: για να υπάρξει πραγματικά κάθε τόπος πρέπει να ντυθεί, να επιπλωθεί, να σαρκωθεί -- πείτε το όπως θέλετε. Αλλά γυμνός τόπος είναι μη-τόπος.

Ένας τρόπος να ντύσεις έναν χώρο, ιδίως άμα είναι εσωτερικός, είναι η μουσική. Πήγα το Πάσχα στο Pirée, όπου παίζει μουσική ο Κώστας Παντιώρας. Εντυπωσιάστηκα από το πώς η μουσική μπορεί να καταστήσει έναν χώρο ενδαφέροντα και συναρπαστικό, και μάλιστα έναν χώρο γυμνό, που θα ήταν απλώς αδιάφορος ή και ασυνάρτητος αν απουσίαζε η μουσική. Χάρη στη μουσική του, η χιψτεροεκλεκτική διακόσμηση ενός κάπως ανοικονόμητου εσωτερικού χώρου έχανε κάτι από την ειρωνεία που κουβαλάει κάθε υπαινιγμός σε κάτι άλλο (στο μπουρδέλο, στην περίπτωσή μας): η μουσική μετέτρεπε τη διακόσμηση από πράγματα που προσπαθούν να στήσουν νόημα σε ρούχο ή και σάρκα, σε κάτι από το οποίο αποστασιοποιείσαι ενδεχομένως αλλά το οποίο είναι φορέας ομορφιάς (ως ρούχο) ή και ζωής (ως σάρκα).

Οι χώροι και οι τόποι μπορούνε να επενδυθούν βεβαίως και αλλιώς, όχι μόνον μουσικά. Αλίμονο. Και εννοείται ότι ο πιο καίριος και ο πιο δύσκολος τρόπος να ντύσεις έναν χώρο είναι οι αναμνήσεις. Είναι ο πιο καίριος γιατί είναι ο πιο σαφής: όταν ντύνονται με αναμνήσεις οι τόποι λειτουργούν ως σκηνικά πράξεων, ως το φόντο μπροστά στο οποίο στήθηκαν πρόσωπα ή σώματα, ως σκηνές γεμάτες αποτυπώματα διαθέσεων. Με την ανάμνηση ο τόπος παραπέμπει στο γεγονός ή στη διάθεση, όταν δεν είναι ο τόπος το ίδιο το γεγονός και η ίδια η διάθεση. Αυτή η επένδυση, αυτή η σάρκωση γυμνών τόπων είναι επίσης ευάλωτη στην αποστασιοποίηση· επιπλέον την υπονομεύει η ζαχαρόπηκτη υπερτροφία της νοστλαγίας και -- το χειρότερο -- ο σκώρος της λήθης που στο τέλος όλα θα τα φάει.

GatheRate

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2018

Κριτικές από το μέλλον

Η υστεροφημία είναι πιο άστατη και απρόβλεπτη κι από καθωσπρέπει παλληκάρι με σπουδές και καλάς συστάσεις μετά τον τρίτο χρόνο έγγαμου βίου. Παράλληλα, η κριτική πολλές φορές πάσχει από σύνδρομο ωχράς κηλίδας και δεν βλέπει μπροστά της παρά μόνον τα γύρω γύρω: τα περιφερειακά και τα καθέκαστα. Όμως καμμιά φορά αξίζει να αναρωτηθεί κανείς πώς θα φαίνεται η εποχή του από το μέλλον. Για παράδειγμα, σήμερα μιλάμε για την ελληνική δεκαετία του '60 ως εποχή ηρώων και θαυμάτων στην ποίηση, στο θέατρο και στη μουσική των Χατζιδάκι-Θεοδωράκη-Μαμαγκάκη (αλλά και Χρήστου) όμως όσοι ζούσαν και εργάζονταν τότε είχαν είτε κάπως διαφορετική γνώμη είτε μια λιγότερη ευκρινή εικόνα, εικόνα που έβλεπαν χωρίς τα φίλτρα του εκ των υστέρων.

Μπορεί λοιπόν τα μπλογκ να μην πια αυτό που ήταν την προηγούμενη δεκαετία και πλέον να έχουνε πολύ πιο εξειδικευμένο κοινό. Αυτό οφείλεται και στο ότι η ονλάιν κοινωνική δικτύωση διεκπεραιώνεται πλέον με άλλα μέσα: αρχικά διάβαζες και σχολίαζες τα μπλογκ και για να δικτυωθείς· εδώ και χρόνια υπάρχουν ευκολότεροι και λιγότεροι πληκτικοί τρόποι: με εξυπνάδες (τουίτερ), με φωτό (ίνσταγκραμ), με λίγο απ' όλα (φέισμπουκ) κτλ.

Βεβαίως αρχικά τα μπλογκ φαίνονταν να έχουν ορμή, φρεσκάδα και δυναμισμό, ενώ συγκέντρωναν φωνές αποκλεισμένες από την εκδοτική καμαρίλα αλλά και από την εν γένει βάσανο της διαδικασίας γραφή-επιμέλεια-έκδοση-προώθηση. Κάποιες φωνές ήταν όντως σπουδαίες και απροσδόκητα μοναδικές. Κάποιες παλαιότερες άλλες φωνές, δοκιμασμένων γραφιάδων που τους προσέκλυσε το νέο μέσο και οι δυνατότητές του περισσότερο από τη στιγμιαία αυτοέκδοση, ήρθαν και προσέδωσαν στο μέσο ποικιλία και κάποιο κύρος.

Για την κληρονομιά των μπλογκ έγραψα και εδώ πριν τέσσερα χρόνια:
Τα μπλογκ όμως στην πλειοψηφία τους ανέδειξαν τελικώς ένα ύφος, έναν άλφα τρόπο γραφής: αποσπασματικό και θυμόσοφο, υπαινικτικό, με αποσιωπήσεις και με πολλά αποσιωπητικά, ελαφρώς μεθυσμένο και ζαβά προυστιανό... Τα μπλογκ ποτίστηκαν από την αμεσότητα και την τεχνητή προφορικότητα της σχολής Κλικ, από τον υποκειμενισμό του χρονογράφου, από τον συναισθηματισμό και τη χαμηλή οπτική γωνία του ερωτοχτυπημένου στιχουργού και του ημερολογιογράφου. Κύλησαν χαμηλόφωνα, υποκειμενικά ή και αλαλάζοντας -- συνήθως ομφαλοσκοπώντας, πάντως. Άλλα ήταν ανοιχτά ημερολόγια, άλλα ήτανε σαν μικρές εισηγήσεις περί τα κοινά σε οικογενειακά τραπέζια. Ακκίστηκαν τα μπλογκ ότι το μικρό, το στιγμιαίο και το καθέκαστο θα εξακτινωνόταν ανεξαιρέτως στο μεγάλο, στο γενικό, στο πολιτικό, στο πανανθρώπινο. Στις εκβολές των μπλογκ βρίσκουμε τα φρη πρες και τη νέα μυθιστοριογραφία του Λιβάνη και του Ψυχογιού.
 Χτες το βράδυ όμως σκέφτηκα κάτι άλλο: τα μπλογκ, λίγο μετά την αρχή του αιώνα, αποτέλεσαν το αποφασιστικό πέρασμα από το ίντερνετ της τσόντας, των ιμέιλ και του τσατ μέσω IRC σε κάτι σύνθετο και κομψό, σε κάτι με δικές του αυτόνομες δυνατότητες και χρήσεις. Μετέτρεψαν το ίντερνετ από βιβλιοθήκη και τηλέφωνο σε συμπληρωμα βιοτής: το πήραν εργαλείο και συντέλεσαν στο να γίνει Μέσο. Επιμένω ότι τα μπλογκ πρωταγωνίστησαν σε αυτή τη διαδικασία μετατροπής, ακόμα και πριν καταντήσουν ατελή υποκατάστατα της δημοσιογραφίας.
Από αυτή την άποψη, νομίζω ότι η προηγούμενη δεκαετία, αυτή με τα μηδενικά, σύντομα θα εξιδανικευτεί και θα ηρωοποιηθεί. Γενιές που γεννήθηκαν μεγάλωσαν σε έναν κόσμο δικτυωμένο θα βλέπουν με δέος και συλλογική νοσταλγία, ξέρετε: τη νοσταλγία των άλλων, το 2003-2010, όταν αρχίσαμε να εκφραζόμαστε και να επικοινωνούμε και κυκλοφορούμε  διαδικτυακά. Θα βγουν ταινίες και αφηγήματα (σε χαρτί; ηλεκτρονικά; δεν ξέρω) για εκείνη την αστεία άλλά συναρπαστική εποχή των πρωτοπόρων, όταν δεν ήξερε ο κόσμος αν θα γράφει επιφυλλίδες, ανοιχτά ημερολόγια, λογοτεχνία, χρονογράφημα ή κομψούς ακκισμούς προς γκομενική άγρα. "Φοβερή εποχή", θα λένε. Για εσάς που τη ζήσατε και μόνο το κομμάτι του Θανάση σάς φέρνει προς απομνημείωσή της, φανταστείτε να είχατε ζήσει την εποχή που π.χ. άρχισε ο γραπτός τύπος, το ράδιο, η τηλεόραση: τρελή πρωτοπορία!

Στην ελληνική μπλογκοκοινωνία δύο θα αναδειχτούν ως ήρωές της, για όσους θα ενδιαφέρονται για κριτικές και για γενεαλογίες του μέσου. Λίγοι θα ενδιαφέρονται βεβαίως αλλά, και πάλι, πόσοι ασχολούνται με την αναγεννησιακή μουσική ή με την ποίηση του Εμπειρίκου; Οι ήρωές της λοιπόν, είμαι σίγουρος και ως μπλογκάς και ως γραμματιζούμενο παιδί, θα είναι δύο: ο Τάλως και ο Old Boy.

Ο μεν Τάλως εγκαινίασε το νέο μέσο σχεδόν με τρόπο σολωμικό, μεταγγίζοντας πρώτος την ιδέα "από το εξωτερικό", δημιουργώντας είδος μεικτό αλλά νόμιμο και, ως επιστέγασμα, επινοώντας τον όρο "ιστολόγιο". Από αυτή την άποψη είναι πρώτος και παραμένει σημαντικός γιατί δεν έγραφε ονλάιν ποίηση, χρονογράφημα, ημερολόγιο, μπροσούρα ή επιφυλλίδα, παρά κείμενα μεταξύ του επικαιρικού και του γενικού, δοκιμιακά, τα οποία όμως αξιοποιούσαν στο έπακρο τις δυνατότητες που έδιναν οι σύνδεσμοι και το λινκάρισμα ως δυνητική παραπομπή και προσεκτική τεκμηρίωση. Διαβάζοντας Τάλω μάθαινες τα πάντα π.χ. για την Άνω Βόλτα (την Μπουρκίνα Φάσο) μέσα από τα κείμενά του αν ήθελες: ακολουθώντας λινκ. 'Οσοι τον μιμήθηκαν ευτύχησαν κι ευτυχήσαμε κι εμείς που τους διαβάζουμε.

Για τον Ολντμπόυ τα έχω ξαναπεί:
Ο old boy δεν κάνει λογοτεχνία, δεν κρατάει ημερολόγιο, δεν κάνει ρεπορτάζ, δε χρονικογραφεί, δεν κάνει ακριβώς σχολιασμό της επικαιρότητας. Βεβαίως, δεν άποτελούν ασκήσεις ύφους κενές περιεχομένου τα ποστάκια του: στον βαθμό που λοξά και -- αναπόφευκτα -- επιλεκτικά, σχολιάζει τι γίνεται στον κόσμο, θα τον χαρακτήριζα τον Πιτσιρίκο του σκεπτόμενου ανθρώπου. Όταν πάλι καταπιάνεται με το σινεμά, νιώθουμε ξαφνικά ότι βρισκόμαστε στη συμβολή του Ebert ή του Alexander Walker με έναν βιωματικό μπλογκά που κρατάει ημερολόγιο ονλάιν: ένα ημερολόγιο όπου, φυσικά, ο τέταρτος τοίχος λείπει.
Το ξαναλέω: ο Παναγιωτακης κι ο Κωστάκος μια μέρα θα είναι θρύλοι. Έκαναν μπλογκ, κυρίως μπλογκ, κι έκαναν το μπλογκ κάτι που ήθελες να διαβάζεις. Μαζί με άλλους, πιο καλλιτέχνες, σε έκαναν να θες να ανοίξεις μπλογκ κι εσύ, ακόμα κι αν δεν ήξερες γιατί. Κι ακριβώς εκεί βρίσκεται η επιτυχία και η απήχηση ενός μέσου: όταν θες να έχεις βιβλιοθήκη, δισκοθήκη, τηλεόραση, ράδιο κτλ. ακόμα και αν δεν είσαι βιβλιοφάγος, μελομανής κτλ. Κι αυτοί οι δύο "τα ξεκίνησαν όλα", που λένε κι οι αμερικανικές ταινίες, χωρίς σοβαροφάνειες, απολαυστικά, κάνοντάς το να φαίνεται σχεδόν εύκολο.

Κι έτσι δημιουργήθηκε έναυσμα για "να μπαίνεις και να γράφεις" στα σοσιαλμήντια.

GatheRate

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2018

It's oh so quiet


Ο κόσμος έχει πάει πίσω πολλές φορές. Οι περισσότεροι γνωρίζουμε για τα λεπτά ήθη, τη σπουδαία τέχνη και τη συναρπαστική τεχνολογία που χάθηκαν μεταξύ 600 και 1100 μ.Χ. Υπάρχουνε και οι πρώτες πόλεις της ανθρωπότητας, σύνθετες κοινότητες χωρίς ναούς και χωρίς παλάτια, που τις καπάκωσαν ιερατεία κι άρχοντες για τα καλά. Η βαρβαρότητα όμως ελλοχεύει παντού, όχι μόνο σε σκοτεινούς αιώνες, γενοκτονικές κονκίστες και στυγερές αντεπαναστάσεις.

Σε κάθε συγκυρία αναδίπλωσης, σε κάθε πρόσκομμα στην αργή και βασανιστική επέκταση του χώρου της ανθρώπινης ελευθερίας, ενυπάρχει το στοιχείο της βαρβαρότητας. Η βαρβαρότητα αυτή δεν εκφράζεται μόνον αφηρημένα ή με όρους ηθών και ιδεών παρά μεταφράζεται σε εξαθλίωση και σε πρόωρους θανάτους. Ακόμα χειρότερα, η εξαθλίωση και οι πρόωροι θάνατοι δεν είναι απαραιτήτως οικονομικής αιτιολογίας: όταν στο όνομα λ.χ. της "κοινωνικής συγκρότησης" ή της "εθνικής ενότητας" καταπιέζονται ή περιθωριοποιούνται λίγο όπως παλιά και λίγο με νέους τρόπους οι γυναίκες κι οι γκέι ή κάποια εθνότητα αντίστοιχα, τότε όλο και κάποια κοπέλα θα πάθει κάποιο σοβαρό ατύχημα, κάποια αδερφή θα καταλήξει να αυτοκτονήσει, κάποιος καρκινοπαθής θα ζήσει λίγο λιγότερο και πολύ πιο οδυνηρά, κάποιος τσιγγάνος θα βρεθεί με μια σφαίρα στο κεφάλι. Και όλες αυτές οι μικρές αφανείς τραγωδίες θα είναι είτε μεμονωμένα περιστατικά είτε αναπόφευκτες συνέπειες κάποιας γενικής κι ακαθόριστης κρίσης που ερμηνεύεται και θα ερμηνεύεται περίπου σαν θεομηνία -- όταν δεν μας βεβαιώνουν ότι φταίνε γι' αυτήν οι αμαρτίες των πιστών ή των φορολογουμένων.

Η κρίση τέτοιου τύπου, σαν και αυτή που σύντομα θα κλείσει οκταετία, δεν αντιμετωπίζεται με τις επαναστάσεις και τις εξεγέρσεις που φαντασιωθήκαμε: εφόσον υπάρχει η υποψία ότι μπορούμε να γυρίσουμε στην κανονικότητα, όσο λειψή και περιορισμένη κι αν είναι, καμμία κοινωνική τάξη δεν είναι διατεθειμένη να πάρει το ρίσκο της ανατροπής.

Κατά συνέπεια η κρίση καταλήγει να κανονικοποιηθεί: αρχικά την απορροφούν οι θεσμοί και προσαρμόζονται αναλόγως, ερμηνεύοντας και αποφασίζοντας και ενεργώντας συνοπτικά, τυπολατρικά κι αυταρχικά. Επίσης οι αφανείς και οι άφωνοι, προβληματικοί λόγω της δυστυχίας τους και των άδικων ή πρόωρων θανάτων τους,  περιθωριοποιούνται ακόμα περισσότερο για χάρη της "κοινωνικής συγκρότησης" και της "εθνικής ενότητας". Η damnatio memoriae ολόκληρων κοινωνικών στρωμάτων επιτυγχάνεται είτε με την αποσιώπηση της ύπαρξής τους είτε με τον στιγματισμό τους ως φανατικών, ηλιθίων, εγκληματικών μαζών ή πλέμπας που εκφράζεται μέσα από ακρότητες κι ευτελείς εκτονώσεις (όπως π.χ. τα σπορ). Σε αυτή τη damnatio συντελούν τα μέγιστα (όπως είναι η διαχρονικώς σπουδαιοφανής διατύπωση) οι δοκιμασμένες μορφές ελέγχου: αυταρχική παιδεία, ολοκληρωτική οικογένεια, θρησκεία ενοχής και υποκρισίας. Παιδεία, οικογένεια και θρησκεία αναγορεύονται σε ιδανικά, ανανεώνονται και ξαναπλασάρονται ως συνεκτικοί δεσμοί ή απλώς ως το τσιμέντο που πνίγει και σαβανώνει τα bricks in the wall.

Στα δικά μας τώρα, το μακροπρόθεσμο πρόβλημα με τον Σύριζα δεν είναι η ανικανότητα και ο ερασιτεχνισμός των στελεχών του, ποιότητες που διακρίνουν όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις μετά τον Σημίτη. Η διαφορά του Σύριζα είναι ότι δεν διαθέτει τη μαγιά αδίστακτων που προσέδιδε στις πριν από τις δικές του κυβερνήσεις αίγλη ηγετική -- η κυβέρνηση Σημίτη (που κι εγώ θαύμασα) πιθανόν μόνον από αδίστακτους ήταν στελεχωμένη. Το πρόβλημα του Σύριζα δεν είναι ούτε o θρυλούμενος αυταρχισμός του, που φαιδρώς και φαντασιακώς αποδίδεται σε σταλινικά αντανακλαστικά: υπό την καθοδήγηση του Νίκου Παππά και με ξεκάρφωμα 2-3 χρήσιμους ονειροπόλους, η κυβέρνηση Σύριζα είναι μια κανονικά αυταρχική ελληνική κυβέρνηση (θυμάστε λ.χ. κάποιον Μαρούδα; τα έργα της κυβέρνησης Μητσοτάκη; ας μην επεκταθούμε).

Το μακροπρόθεσμο πρόβλημα με τον Σύριζα δεν είναι ούτε οι άψογα κεντροδεξιές πολιτικές του, δεν είνα καν ότι πρώτα συνθηκολόγησε και μετά προσπάθησε να μας κάνει όλους εθελουσίως μεν, happy δε, δούλους. Το πρόβλημα είναι ότι η υπόσχεσή του να περιορίσει τον χώρο της βαρβαρότητας και του αυταρχισμού μέσα στην ελληνική κοινωνία ακόμα και αν αποτύγχανε οικονομικά. Την υπόσχεση αυτή την εκπλήρωσε μερικώς με το Σύμφωνο Συμβίωσης και με την αναγνώριση της Ταυτότητας Φύλου, ταυτόχρονα μάς φόρτωσε τόνους έρμα για αντιστάθισμα: στεγνή δεσποτοκρατία, καταστολή όπως παλιά, καουμπόικες εξωτερικές πολιτικές, πατριδοκαπηλία α λα πατριώτα (που συγκινεί και τους κνίτες).

Ο Σύριζα είναι ένα κεντροδεξιό κόμμα που παριστάνει το κεντροαριστερό ενώ τα στελέχη του νοσταλγικώς ακούνε Βσταβάι και Κατιούσα πίσω από κλειστές πόρτες. Εξαιτίας του Σύριζα κανονικοποιήθηκε η κρίση και ολοκληρώθηκε η damnatio memoriae όσων παραμένουν αφανή κι άφωνα θύματά της αλλά και όσων προορίζονται να γίνουν θύματά της στο εγγύς μέλλον. Χάρη στον Σύριζα επικράτησε επιτέλους η κοινωνική σιωπή που τόσο λαχτάρησαν οι σαμαράδες και ο δένδιες, ηττήθηκε πρακτικά κάθε δοκιμή οργάνωσης από τα κάτω, πείσθηκαν όλοι πια ότι η μη επαναστατική αριστερά δεν έχει κανέναν απολύτως λόγο ύπαρξης εκτός από το ότι δεν φλερτάρει με τον φασισμό, όπως τα δεξιά κόμματα. Κι αυτό είναι σχεδόν έγκλημα.

GatheRate

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2018

Wir sind die Tat


Σε ένα πούλμαν στη Γαλλία το 1995 άκουσα τους Τούρκους φοιτητές να τραγουδούν ένα καταπληκτικό τραγούδι. Αν και εγγονός κομμουνιστή δεν αναγνώρισα το "Μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά", οπότε ρώτησα τι ήταν αυτό.

"Το τραγούδι των εργατών της Αυστρίας"

Με ξένισε αυτό: ήδη από τότε αντιπαθούσα τους Αυστριακούς συλλήβδην, τους θεωρούσα όλους ξινούς δυσκοίλιους χαλβάδες που νομίζουν ότι τους ανήκει ο γερμανόφωνος κόσμος αν και είναι καθολικοί τσομπαναραίοι. Κακώς μεν, αυτά είναι στερεότυπα που αφορούν μόνον τους μη-Βιεννέζους. Όμως τότε δεν το ήξερα και δεν μπορούσα να καταλάβω πώς ένα επαναστατικό τραγούδι μπορεί να λέγεται το τραγούδι των εργατών της Αυστρίας.

Τη μελωδία τη μουρμούραγα για χρόνια με ό,τι θυμόμουν από τους τούρκικους στίχους. Την εποχή του Ίντερνετ, κάποιος φίλος του Κόμματος μού είπε ότι βεβαίως αυτό είναι το Белая армия, чёрный барон, του 1920, εδώ με ωραίο βίντεο στο οποίο κάνει εμφάνιση ένας αρπακτικός δικέφαλος αετός.

Αναρωτιόμουν πλέον πώς από το τραγούδι του Κόκκινου Στρατού φτάσαμε στους Τουρκόφωνους εργάτες της Αυστρίας και στο πανάθλιο στιχουργικά συνθηματολογικό μοιρολόι του ΚΚΕ για τον Δημητρώφ (το οποίο είχα ανακαλύψει και μελετήσει στο μεταξύ). Χάρη στο Ίντερνετ και πάλι βρήκα τον ελλείποντα κρίκο πριν κάτι μήνες: τη γερμανική εκδοχή του τραγουδιού, απευθείας διασκευή του 'Λευκός Στρατός, Μαύρος Βαρώνος' (Белая армия, чёрный барон) που λέγεται Arbeiter von Wien: Οι εργάτες της Βιέννης.

Είχα βρει αυτό που έψαχνα.

Η αυστριακή εκδοχή είναι το κάτι άλλο στιχουργικά. Τα γερμανικά μου είναι για τα μπάζα, αλλά υποκλίνομαι σε όποιον σύντροφο στιχουργό έγραψε τους εξής στίχους:

Wir sind die Zukunft und wir sind die Tat.

είμαστε η δράση

αλλά και

Wie auch die Lüge uns schmähend umkreist,
alles besiegend erhebt sich der Geist.
Kerker und Eisen zerbricht seine Macht,
wenn wir uns rüsten zur letzten Schlacht.

χωρίς να πω για την εικόνα της κόκκινης σημαίας που φλογίζει. Τι να λέμε.

Το άσμα με μετάφραση στα αγγλικά το βλέπετε εδώ:


Φωτογραφία: Γιάννης Κολεσίδης

GatheRate

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2018

«Καθώς γίνεσαι μαλάκας» από το «Πώς να μη γίνετε μαλάκας»

Εάν πράγματι μαλάκα σε κάνουν οι βεβαιότητες, ποια είναι η διαφορά βεβαιοτήτων και πεποιθήσεων; Η διαφορά είναι μάλλον απλή: οι βεβαιότητες δεν μεταβάλλονται, δεν αναθεωρούνται, δεν αναιρούνται και, βεβαίως, δεν καταρρίπτονται. Ήδη νιώθει κανείς να σχηματίζεται το προφίλ του ιδανικού μαλάκα: εκείνου που δεν θα σαλέψει ούτε ρούπι από τις βεβαιότητές του, που μερικά χρόνια πριν θα σου έλεγε κιόλας το παλιακό "ου με πείσεις καν με πείσης".

Οι βεβαιότητές σου σε κάνουνε σιγά σιγά μαλάκα καθώς αμφισβητούνται ή καθώς ο κόσμος ή ο εαυτός σου σε εξαναγκάζουνε να τις αναθεώρησεις. Αυτό που σε καθιστά σιγά σιγά μαλάκα είναι η άρνηση: η αντίστασή σου στην πραγματικότητα· επιπλέον, η αντίστασή σου στον ίδιο σου τον εαυτό, στις ιδιαιτερότητες και στους περιορισμούς του, μπορεί να σε κάνει δυστυχισμένο ή μαλάκα.
Εδώ κάνουμε μια πρώτη διάκριση σε δύο τύπους μαλάκα:
  1. εκείνου που αντιστέκεται στην πραγματικότητα και συνεπώς έχει βεβαιότητες κυρίως για τον κόσμο γύρω του (και συνεπώς και για τον εαυτό του) και
  2. εκείνου που αντιστέκεται στον ίδιο του τον εαυτό και συνεπώς έχει βεβαιότητες κυρίως για τον εαυτό του -- αφού τον κόσμο γύρω του τον έχει εντελώς γραμμένο.
Αυτή η δεύτερη κατηγορία μαλάκα είναι η πιο επιδραστική, αφού περιλαμβάνει ανθρώπους που ναι μεν είναι μαλάκες απροσχημάτιστα αλλά εντοπίζονται δύσκολα γιατί δεν σε προειδοποιεί κανενός είδους κενοδοξία, μεγαλαυχία, αμετροέπεια, επιδειξιομανία, στόμφος κ.ο.κ. Πολλοί λοιπόν προτιμούν την ατραπό του μαλάκα τύπου 2 από εκείνη της δυστυχίας, αγκιστρωμένοι επώδυνα και οριακά στο τσιγκέλι των βεβαιοτήτων τους. Άλλωστε, παραφράζοντας τη γνωστή ρήση, όταν είσαι μαλάκας βλάπτεις μόνο τους γύρω σου, όχι τον εαυτό σου. Είναι λοιπόν εύλογο να προτιμάει κανείς να είναι μαλάκας παρά δυστυχισμένος.

Έχοντας ακλόνητες βεβαιότητες έχεις λοιπόν πάντοτε δίκιο. Πάντοτε. Δεν είναι δυνατόν να έχεις άδικο. Έτσι ξεκινάει η διαδικασία και έτσι εξελίσσεται. Καθώς λοιπόν γίνεσαι μαλάκας διαπιστώνεις επιπλέον ότι οι βεβαιότητές σου για τον κόσμο ή για τον εαυτό σου σε θωρακίζουν από τη δυστυχία και από την ενοχή. Αυτό είναι το μεγάλο πλεονέκτημα του μαλάκα: δεν φταίει ποτέ.
Το πλεονέκτημα αυτό υφίσταται ακόμα και αν ανήκεις σε εκείνη την κατηγορία μαλάκα του οποίου οι βεβαιότητες έχουν χαρακτήρα αυτομεμψίας ή και αυτοκαταστροφικό. Και σε αυτή την περίπτωση, που η δυστυχία καταφέρνει τελικά να σε διαποτίσει παρότι είσαι μαλάκας, βρίσκεσαι σε καλύτερη μοίρα από τον απλώς δυστυχισμένο: με τη βεβαιότητά σου ότι είσαι άχρηστος, ένοχος γενικώς, ανίκανος και λούζερ, συνελόντι ειπείν χάλιας, και πάλι απαλλάσσεις τον εαυτό σου από κάθε ευθύνη. Χαμηλώνοντας τις προσδοκίες σου, γίνεσαι μια ωραία αυτοεκπληρούμενη δυσοίωνη προφητεία ενώ, όπως κάθε μαλάκας, εσύ δεν φταις και δεν ευθύνεσαι για τίποτα.

Καθώς ανεβαίνει κανείς τούς αναβαθμούς του μαλάκα, συνήθως εγκαταλείπεται σταδιακά από τους ανθρώπους γύρω του εκτός και αν α) εξασφαλίσει την ανοχή τους με ταλέντα κι ικανότητες ή β) την εκβιάσει με ψυχαναγκασμό, δόλο, χειρισμό ή και βία ή γ) την εξαγοράσει με εξουσία, σεξ ή χρήμα. Ωστόσο, όπως είδαμε, ο μαλάκας είναι βλαπτικός για τους γύρω του και συνήθως ανυπόφορα βλαπτικός -- ακόμα και όταν δεν είναι εξόφθαλμα αντικοινωνικός. Περιττό να πούμε ξανά ότι βεβαίως ο μαλάκας δεν έχει καμμία επίγνωση του ότι φταίει ο ίδιος που εγκαταλείπεται και αποξενώνεται από τους άλλους: εξυπακούεται ότι φταιν εκείνοι.

Αν είναι μαλάκας τύπου 1, γνωρίζει ότι φταιν οι άλλοι που φεύγουν τρέχοντας να σωθούν από την ευθυκρισία του και από το ότι έχει πάντα δίκιο. Αν είναι μαλάκας τύπου 2 διαισθάνεται πως οι δραπέτες από το μεγαλείο του είναι μάλλον είτε ανήθικοι, είτε λίγοι, είτε (απλούστατα) βλάκες. Σε αυτό ο μαλάκας τύπου 2 θυμίζει σταλινικά καθεστώτα και κάθε λογής θεοκρατίες: αν δεν αντέχεις φταις εσύ που είσαι είτε δόλιος, είτε βλαξ, είτε λίγος, είτε -- απλούστατα -- τρελός. Κι έτσι όσο ανεβαίνει την κλίμακα του μαλάκα ο μαλάκας μαθαίνει να δουλεύει με αυτούς που τον ανέχονται, με αυτούς που εκβιάζει και με αυτούς που εξαγοράζει. Ενδεχομένως δεν τους θεωρεί αντάξιούς του αλλά -- ως έρμαιο των βεβαιοτήτων του -- ο μαλάκας συμπεραίνει ότι η μοναδικότητά του ευθύνεται για τη σχετική μοναξιά του και όχι που είναι μαλάκας.

GatheRate

Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2018

Η εισαγωγή του "Πώς να μη γίνετε μαλάκας"


Μαλάκα σε κάνουν οι βεβαιότητες. Όσο περισσότερες και όσο πιο στέρεες είναι οι βεβαιότητές σου, τόσο αυξάνεται η προδιάθεσή σου να γίνεις μαλάκας. Μαλάκα δεν σε κάνει η μαλακία, αυτή είναι κοινή κληρονομιά της ανθρωπότητας. Επίσης, παρά όσα θρυλούνται, δεν σε κάνουνε μαλάκα οι αρχές, οι πεποιθήσεις ή τα ιδεώδη σου: αυτά στη χειρότερη περίπτωση σε καταντούν αφελή, στην καλύτερη σε ζωοποιούν ώστε να είσαι Άνθρωπος.

Οι βεβαιότητες δημιουργούν την προδιάθεση να γίνεις μαλάκας όχι μόνον επειδή σε αναγκάζουν να σκέφτεσαι και να ζεις με έναν συγκεκριμένο και κλειστό τρόπο -- έναν τρόπο που είναι η οδός η απάγουσα στη μαλακία -- αλλά κι επειδή σε αναγκάζουν να τον επιβάλεις τον τρόπο αυτό στους άλλους στανικώς και χωρίς πολλά πολλά. Κι αυτή είναι η ουσία του μαλάκα: κάποιου που ζει με ανεξέταστες παραδοχές τις οποίες λόγω τεμπελιάς ή αλαζονίας έχει λαξέψει σε βεβαιότητες που προσκυνάει και που ψάχνεται να τις επιβάλει και στους άλλους.

Σε αυτό το βιβλίο θα δούμε πρακτικούς... [cetera desunt]

GatheRate

Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2018

Rule Britannia


Τα πραγματολογικά στοιχεία σχετικά με αυτό το "πατριωτικό τραγούδι" θα τα βρείτε εδώ. Το βίντεο είναι από την τελευταία βραδιά των Proms, φεστιβάλ θερινών συναυλιών του BBC στο Albert Hall, η οποία είναι αφιερωμένη συνήθως σε πιο λαοφιλή ακούσματα και η οποία κλείνει με τον εθνικό ύμνο. Του εθνικού ύμνου προηγούνται πατριωτικά ακούσματα όπως το Zadok the Priest, το Jerusalem, το Land of Hope and Glory και το Rule Britannia.

Ειδικά το Rule Britannia είναι πηγή διακριτικής αλλά απτής αμηχανίας για τον μέσο μη-Ούγκανο Άγγλο. Μιλαώ για Άγγλους γιατί ακόμα και οι Σκώτοι που αυτοπροσδιορίζονται ως Βρετανοί θεωρούν το τραγούδι αυτό κάτι σαν νοσταλγικό απολίθωμα του εγγλέζικου τσαμπουκά. Οι δε μη-Ούγκανοι Άγγλοι αντιλαμβάνονται το Rule Britannia ως ξέπλυμα της αποικιοκρατίας.

Ωστόσο, επειδή εθνικισμός και σαρισοφόροι στα συλλαλητήρια αποτελούν κάθε άλλο παρά προνόμιο του ελληνικού εθνικισμού, το τραγούδι είναι βεβαίως λαοφιλές. Γι' αυτό και εκτελείται συχνά την τελευταία βραδιά των Proms. Κι ενώ όλες οι άλλες συναυλίες των Proms έχουν πανάκριβα και δυσεύρετα εισιτήρια, η τελευταία βραδιά είναι από πολλές απόψεις πιο προσιτή στην πλέμπα, δηλαδή στον μέσο ψηφοφόρο των Τόρηδων που οι ξινοί Εγγλέζοι γραφιάδες αποκαλούν Middle England, αφού τουλάχιστον δεν είναι της εργατικής τάξης. Το αντίστοιχο στην Ελλάδα θα ήταν στην τελευταία βραδιά του Φεστιβάλ Αθηνών να πλημμυρίζει το Ηρώδειο τουρίστες, πασοκοπατριώτες και ψηφοφόρους του Καμμένου, οι οποίοι θα κούναγαν γαλανόλευκες ενώ η ΚΟΑ θα έπαιζε τον Ζορμπά, το Όλη δόξα όλη χάρη και το Τη Υπερμάχω.

Και μάλιστα, ο πρωτοψάλτης που θα έψαλλε το Τη Υπερμάχω να έβγαινε αναχρονιστικά μασκαρεμένος σε Ιουστινιανό. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και στο βίντεο που βλέπετε, όπου η καθόλου τυχαία Sarah Connolly εμφανίζεται ντυμένη ναύαρχος Νέλσων με αποκριάτικο ξίφος-σημαιούλα και δεν παραλείπει να ερμηνεύσει το άσμα όλο γκριμάτσες και καλαμπουράκια. Προσπαθεί εξόφθαλμα να αποστασιοποιηθει από αυτό που λέει κι από αυτό που υπενθυμίζει το τραγούδι, ακολουθώντας σκηνοθετικές οδηγίες υποθέτω. Και πώς να μη θέλει να αποστασιοποιηθεί: το τραγούδι είναι πράγματι συνδεδεμένο με όλον τον αποικιακό τσαμπουκά (jingoism αγγλιστί) της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, της γεωγραφικώς πιο εκτεταμένης μηχανής κακού που γνώρισε η ανθρωπότητα.

Επειδή όμως κανείς δεν είναι εθνικιστής κι είναι όλοι πατριώτες και καλό είναι να υπενθυμιζεται αυτό, η αποστασιοποίηση και η ειρωνεία του σκηνοθέτη μέσα στο Albert Hall αντισταθμίζεται και αναιρείται από την τηλεοπτική μετάδοση της εκδήλωσης. Βλέπουμε λοιπόν σκηνές ενθουσιασμού και πατριωτικής έξαψης μέσα στο Albert Hall αλλά και έξω από αυτό: στο Χάιντ Παρκ και σε κάποιο πόλισμα της επαρχίας Ντάουν, όπου συγκεντρωμένος κόσμος παρακολουθεί την αναμετάδοση. Η οποία επαρχία Ντάουν είναι, βεβαίως, στη Βόρειο Ιρλανδία. Γιατί οι φανατικοί Προτεστάντες της Β. Ιρλανδίας είναι η άλλη μερίδα του πληθυσμού που νιώθει ανόθευτη περηφάνεια για το Rule Britannia. Θα τόλμαγα να πω ότι μια τέτοια τηλεσκηνοθετική επιλογή είναι αντίστοιχη του να παιανίζει κάποια ορχήστρα τον τουρκικό εθνικό ύμνο στην TRT και η μετάδοση να μας δείχνει πλάνα του κοινού που παρακολουθεί όλο μεταρσίωση στην κατεχόμενη Κερύνεια -- αλλά θα αντέτεινε κάποιος που κατέχει τα νομικά ότι το Ώλστερ είναι de jure βρετανικό.

GatheRate

Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2018

Η μετάνοια και ο Μίκης

Ο Στήβεν Ράνσιμαν παραπονιέται σε ένα ντοκυμαντέρ για τη ζωή του ότι οι Ορθόδοξοι αποδίδουν "υστερική σημασία" στη μετάνοια.

Θεωρώ ότι η Εκκλησία είναι ένας διεισδυτικά τυραννικός μηχανισμός κολοσσιαίων διαστάσεων και διαχρονικής αντοχής. Και ναι μεν πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής αλλά καλό θα ήταν η μετατροπή της σε άκακο κι όμορφο φολκλόρ να ολοκληρωνόταν μέσα στους επόμενους 2-3 αιώνες, όπως έγινε παλιότερα με την ολυμπιακή θρησκεία και όπως για πολλές δεκαετίες του 20ου αιώνα ελπίστηκε ότι θα γίνει και με τη χριστιανική.

Ωστόσο η χριστιανική πίστη αφήνει πίσω της τουλάχιστον μία κεφαλαιώδη παρακαταθήκη για τον πανανθρώπινο πολιτισμό: την έννοια της μετάνοιας. Γνωρίζουμε φυσικά πως όλες οι χριστιανικές εκκλησίες ευτέλισαν κανονικότατα τη μετάνοια είτε σε τελετουργικό, είτε σε μεταμέλεια κι ενοχή, είτε σε απάνθρωπη αυτομαστίγωση (σωματική ή ψυχολογική). Γνωρίζουμε ότι η μετάνοια κατέστη μηχανισμός πνευματικού εξανδραποδισμού, σύνθλιψης επιθυμιών και ακρωτηριασμού προσωπικοτήτων στα χέρια των παπάδων -- μηχανισμός που αδιαφορούσε για το πολιτικό κακό, από το κακό μέσα στην οικογένεια μέχρι το κακό στον πλανήτη ολόκληρο.

Παρ' όλα αυτά η ίδια η έννοια της μετάνοιας είναι πολύτιμη: αλλάζοντας ζωή και αποτασσόμενος το (όποιο) κακό κάνεις ριφορμάτ και ξεκινάς από την αρχή· δεν είναι μικρό πράγμα. Στην πραγματικότητα, είναι πολύ μεγάλο πράγμα, τόσο όσο να περνιέται άνετα για σωτηρία: σε απελευθερώνει από το στίγμα του παρελθόντος σου ως αισχύνης άπαξ και αλλάξεις. Με τη διαφορά ότι η αλλαγή δεν επιτυγχάνεται ούτε με καθαρμούς, ούτε με θαύματα παρά με αλλαγή του τρόπου σου, της νοοτροπίας σου όπως αποτυπώνεται στην πολιτεία σου. Η μετάνοια είναι πολιτική πράξη κι όχι ψυχολογική κατάσταση: είσαι αλλιώς επειδή δρας αλλιώς.

Οι πατέρες της εκκλησίας ερμηνεύουν με ακριβώς αυτόν τον τρόπο με τη μετάνοια. Βεβαίως ξινίζουμε όταν ακούμε για πατέρες, και με το δίκιο μας: η καπηλεία κι εξιδανίκευση που έχει υποστεί το έργο τους καθώς και οι επιλεκτικές ερμηνείες του συγκρίνονται μόνο με την καπηλεία, την εξιδανίκευση και τη διαστρέβλωση μέρους της κλασικής γραμματείας. Παράλληλα το να κατηγορείς τους πατέρες της Εκκλησίας για την δισχιλιετή τυραννία της Εκκλησίας και το ανόσιο έργο υποκρισίας, ηγεμονίας, τυραννίας και ψεύδους που την εδραίωσε στην οικουμένη είναι σαν να κατηγορείς τη Λούξεμπουργκ και τον Γκράμσι για τον Στάλιν και τον Πολ Ποτ.

Για τους πατέρες η μετάνοια δεν είναι μεταμέλεια και ενοχές -- αφήστε τη δακρυολαγνία των ανατολικών ασκητάδων και τον τρόμο της θεοδικίας των δυτικών ιεροκηρύκων. Άλλωστε,
η μεταμέλεια είναι εύκολη και ευτελής: είναι το 'συγγνώμη' που λες για να ξεμπερδεύεις, για να σταματήσει ο άλλος να παραπονιέται και για να πάει το θέμα στον αγύριστο κι εσύ να προχωρήσεις παρακάτω. Η μεταμέλεια είναι σχηματικό μεακούλπα και προσχηματική αναγνώριση σφάλματος. Με τη μεταμέλεια ξεμπερδεύεις και είσαι και προκαταβολικά εξιλεωμένος ώστε να επαναλάβεις μελλοντικώς τα λάθη σου, καλυμμένος πίσω από τα "μα ζήτησα συγγνώμη". Μεταμελείσαι όχι γιατί το θες εσύ, αφού γουστάρεις κατά βάθος: αν ρωτιόσουν πάλι, τα ίδια θα ξανάκανες· μεταμελείσαι γιατί κάτι στράβωσε στις συγκυρίες ή γιατί σου το ζητάει ο κόσμος: οι εγωισμοί των άλλων, αυθεντίες, εξουσίες, συμφέροντα, προσχήματα, η τρεχάμενη ηθική...
Από αυτή την άποψη της μετανοίας, την πολιτική που λέγαμε, έχει κάθε δίκιο η Εύη Βουλγαράκη να λέει τα εξής για την πρόσφατη πράξη εξιλασμού των ναζί στην οποία χοροστάτησε ο Μίκης:
Γνωρίζω (σαφώς γνωρίζω και συνειδητά μεταχειρίζομαι το ρήμα αυτό) ότι από χρόνια ο Μίκης έχει φτιάξει μια θεωρία γενικής συγχώρησης μέσα του. Ίσως αυτό να σημαίνει ότι έχει φτάσει σε πολύ ανώτερα πνευματικά ύψη από εμένα και είναι πανέτοιμος να συναντηθεί με τον Δημιουργό μας, ίσως πάλι και όχι. Ίσως είναι κάπως πιο απλό να συγχωρεί κανείς όντας χορτάτος, σε πλούτη και δόξα, έχοντας ξεπεράσει μια δυσμενή κατάσταση που πλέον δεν μπορεί να σε αγγίξει. [...]

Υπερβαλλόντως χριστιανικό / ή και όχι. Γιατί η χριστιανική αγάπη μπορεί να συγχωρεί τον φονιά και τον ληστή, αλλά σίγουρα γνωρίζει ότι οφείλει να τον διαπαιδαγωγήσει να μην είναι φονιάς και ληστής. Δεν μπορεί να τον δικαιώνει στην αμαρτία του, να τον καλεί σε αμετανοησία και ουσιαστικά να προβάλλει ένα πρότυπο μηχανιστικής αποκατάστασης των πάντων.

Και εδώ λοιπόν λέω ότι ο τρόπος του Μίκη είναι παιδαγωγικά και κοινωνικά, αλλά και χριστιανικά ακόμα (για να μη μιλήσω για πολιτικά) φάουλ. Δεν μπορεί με ακροατήριο τον Κασιδιάρη και τον Μιχαλολιάκο να λες αδέρφια μου φασίστες και ναζιστές και να τους επιτρέπεις να αυτοδικαιώνονται ακριβώς ως ναζιστές και φασίστες.

[...]

Χριστιανική αγάπη στον Μιχαλολιάκο και τον Κασιδιάρη σημαίνει να δικαστούν και να εκτίσουν την ποινή τους με άκρα αυστηρότητα μήπως από την κόπωση και τη σκληράδα αρχίσουν να αναρωτιούνται αν ο δολοφονικός δρόμος δεν είναι του Κυρίου.

GatheRate

Πέμπτη, 8 Φεβρουαρίου 2018

I'll teach you how to

Η Μαντόνα έβγαλε το Erotica το 1992 αλλά ήδη τα βίντεο που το συνόδευαν, όπως π.χ. το Erotica και το Justify my love, τα προσεγγίζουμε πια με αρχαιολογική ματιά: τα βλέπουμε ως κάτι που μας καθόρισε μεν αλλά που είναι πια εντελώς ξένο με τη ζωή μας.

Αν εξαιρέσει κανείς την γκλαμ πινελιά, που δεν λείπει από τίποτα σχεδόν που έχει να κάνει με την ερωτογραφία τη δεκαετία του '90, η εικονογραφία και η τόλμη των βίντεο κάπως μας ξενίζει πλέον.

Βεβαίως τα συγκεκριμένα βίντεο, χελμουτνευτώνειας ματιάς, τα ξεσήκωσαν και τα ξεπατίκωσαν πολλοί και πολλοί -- ένα κομψό παράδειγμα της δικής μας δεκαετίας είναι αυτό ενώ πιο μεϊνστρήμ δείγμα είναι κι αυτό. Όντως βλέπουμε πια πάρα πολλά βιντεοκλίπ που παραπέμπουν σε αυτά του Erotica, με τον τρόπο που παραπέμπουνε τα χουντάνιτ στον Οιδίποδα Τύραννο και οι περιπέτειες στην Οδύσσεια: με σέβας και επιμελή διακειμενικότητα αλλά αποστασιοποιημένα.

Γιατί αποστασιοποιημένα; Επειδή μετά το ίντερνετ οι περισσότεροι από εμάς είμαστε πια πολύ εξοικειωμένοι με εικονογραφία πολύ πιο ειλικρινή και απερίφραστη από όσα μάς έδειχνε ή υπαινισσόταν η Μαντόνα. Η ερωτογραφία και, βεβαίως, η πορνογραφία έγιναν πολύ πιο προσβάσιμες: ποτέ τόσοι άνθρωποι δεν είχανε πρόσβαση σε τόσο πολλή ερωτική και πορνογραφική εικόνα.

Ταυτόχρονα η ερωτογραφία έγινε περισσότερο σκιώδης και λιγότερο αποδεκτή: άλλο μια συλλογή από έντυπα, κάρτες ή κασέτες και ντιβιντί, άλλο κάτι προσβάσιμο ανά πάσα στιγμή από τη δουλειά σου λ.χ., εξού και η ταμπελίτσα NSFW. Τώρα που είναι τόσο εύκολο να φανούν τα γούστα μας, έχουμε πια ενστερνιστεί την τάχα "αναγκαιότητα να μην ταράζει ο λόγος, να μην αποκαλύπτεται ο χαρακτήρας, να μη διαφαίνονται τα πάθη".

Άρα λοιπόν είναι η εποχή μας στο σύνολό της πιο κομψή, πιο διακριτική, πιο υπαινικτική; Μήπως έχουμε ωριμάσει πια και δεν έχουμε ανάγκη να τα πετάμε όλα στη μάπα του κοινού, όπως τη δεκαετία του '70; Μήπως δεν έχουμε να κάνουμε με νεοπουριτανισμό, όπως συνήθως παραπονιέμαι, παρά με εκλέπτυνση των μέσων και με πιο γλαφυρές αναπαραστάσεις που απαιτούν να παιδευτείς και να σκεφτείς λιγάκι;

Πολύ φοβάμαι πως όχι. Αντί να κάνω κάποια εκτενή συζήτηση για την ευκολία με την οποία αναπαρίσταται η βία ως μέσο επίλυσης ατομικών διαφορών ή για τον άφατο κρετινισμό της λογοκρισίας που αποσκοπεί στο να μην προσβάλουμε ποτέ κανέναν (θέλετε λινκ εδώ; ορίστε) θα μιλήσω για μια ταινία προπαγάνδας.

Η ταινία Darkest Hour μπορεί να ειδωθεί ως ένα υπερμεγέθες βίντεο κλιπ κι αυτή, όχι μουσικό αλλά υποκριτικό: πρωταγωνιστεί ο Γκάρυ Όλντμαν, προβάλλεται ο Γκάρυ Όλντμαν και η ταινία είναι ο Γκάρυ Όλντμαν. Από αυτήν την άποψη βλέπεται ευχάριστα αν σας αρέσει ο Γκάρυ Όλντμαν.

Κατά τα άλλα πρόκειται για ταινία προπαγάνδας με σεναριακά ευρήματα, χαρακτήρες και πλάνα που θα ζήλευε ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός αν είχε καταφέρει να επιβιώσει μέχρι τις μέρες μας: π.χ. ο Ηγέτης μιλάει με τον λαό στον Υπόγειο, αγκαλιάζει παιδάκια, ακούει τον σκυλάραπα (όπως θα τον σκεφτόταν κι ο ίδιος ο Τσώρτσιλ) και μετά πάει στο Ανώτατο Σοβιέτ, συγγνώμη, στη Βουλή των Κοινοτήτων για να σώσει την Πατρίδα και τον Κόσμο από τον ναζισμό. Στο μεταξύ έχει προηγηθεί η πατρική στήριξη του Βασιλέως Γεωργίου Στ' (ο οποίος δεν τραυλίζει) καθώς και η σκιαγράφηση του πόσο φθαρτός και ανθρώπινος ήταν ο Ουίνστον, ένας λίθος ον απέρριψαν οι οικοδομούντες που όμως μεσσιανικά τοποθετήθηκε εις κεφαλήν γωνίας. Με δυο λόγια: θα μπορούσε να είναι ταινία για τον Πατερούλη, αν είχε κινηματογραφιστές πια ο Πατερούλης να του φιλούν τη δεξιά, όμως είναι για τον ρατσιστή φονιά φίλο του.

Η ταινία δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τις ποταπότερες ταινίες προπαγάνδας που έχουνε στήσει οι ολοκληρωτισμοί, καταφέρνει να γίνει χειρότερη και από εκείνο το ανεκδιήγητα αγιογραφικό πράμα, το The Queen. Όμως πόσο λίγοι το βλέπουνε πια αυτό: η ευπρέπεια και το να μην είσαι συνθηματολογικός και εξώφθαλμος και προπαγανδιστής έχει να κάνει πια μόνον με σκοπούς και κινήματα που ενοχλούν το δημοκρατικό και φιλελεύθερο καθεστώς και τον καπιταλισμό ως τρόπο ζωής μας -- στον οποίο μόνον πρέπει μπαρόκ δόξα και τρυφερή προπαγάνδα.

GatheRate

Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2018

Πώς να καταστρέψετε τον γάμο σας


Απλές συμβουλές για όλους. Απευθύνονται κυρίως σε άντρες που συμβιώνουν με γυναίκα με την οποία έχουνε σχέση για πάνω από 1-2 χρόνια (δείτε κι αυτό).
  • Παραστήστε τον pater familias που όλα τα ελέγχει κι έχει λόγο για όλα και κάνει κουμάντο ενώ δεν έχετε πάρα πολλά λεφτά: καμμιά δεν θέλει να είναι ορντινάντζα σας αν δεν είστε πάρα πολύ πλούσιος.
  • Κάντε τον ψυχολόγο της γυναίκας σας. Όταν θα χωρίσετε, γιατί θα χωρίσετε, θα χωρίσετε με τρόπο αμίμητα φρικτό. Στο μεταξύ θα έχετε κάνει αρκετό gaslighting για μια ζωή.
  • Αφήστε τη γυναίκα να γίνει η ψυχολόγος-μάνα σας (έτσι παν αυτά). Όταν θα χωρίσετε, γιατί θα χωρίσετε, θα χωρίσετε με τρόπο αμίμητα φρικτό.
  • Μπείτε στη λογική να φτιάξετε τη ζωή σας με βάση ποιο είναι το σωστό και το πρέπον ή ακολουθώντας τι λεν και τι θεν οι άλλοι. Στο τέλος θα γίνετε εσείς οι άλλοι και θα ψάχνετε να βρείτε ποιοι είστε εσείς ή που πήγαν τα καλύτερά σας χρόνια κτλ.
  • Οχυρώστε τη σχέση πίσω από τα παιδιά σας. Διότι τα παιδιά είναι άριστη ανθρώπινη ασπίδα.
  • Βάλτε τη σχέση σας στον αυτόματο πιλότο: μέρα μπαίνει-μέρα βγαίνει και πήδημα μπες-βγες κάθε δεύτερο Σάββατο. Άλλωστε γι' αυτό δεν παντρευτήκατε;
  • Εναγκαλιστείτε την απόλυτη ειλικρίνεια. Δεν έχουνε σημασία τα συναισθήματα και οι ευαισθησίες της άλλης, πάνω απ' όλα η αλήθεια μας. Έτσι δεν είναι;
  • Υπεραναλύστε.
  • Αποφασίστε να βγάλετε τη στοργή από τη σχέση. Αν έχετε και παιδιά και μένετε μαζί γι' αυτά, έχετε εξασφαλίσει πικρά κοινά γεράματα όλο μεταμέλειες και καβγάδες.
  • Κοιτάξτε την πάρτη σας γιατί είστε ο καλύτερος και η άλλη είναι ευτυχισμένη μόνο και μόνο γιατί περνάει μαζί σας τη ζωή της.
  • Προσβάλλετε τη γυναίκα σας μπροστά σε τρίτους. Πλάκα κάνουμε ρε συ, πώς κάνεις έτσι;
  • Μείνετε μαζί μόνο για τα παιδιά ενώ έχουνε τελειώσει όλα τα άλλα.
  • Βάλτε τους γονείς σας stakeholders στον γάμο σας. Συγχαρητήρια, είστε μαλάκας. Πολύ μαλάκας.
  • Αφήστε τις αγγαρείες και τις δουλειές του σπιτιού και την ανατροφή των παιδιών στη γυναίκα, παριστάνοντας τον μπαμπά με το μουστάκι εκείνου του Αναγνωστικού που πάει τα τέκνα για παγωτό. Πότε γεννηθήκατε; το 1927.
  • Παραμελήστε τη γυναίκα γιατί ασχολείστε με τη δόξα τη δική σας. Θα χωρίσετε και θα αναρωτιέστε γιατί.
  • Μοιραστείτε τα όλα με τους κολλητούς σας: άλλωστε ποτέ δεν εκτιθέμεθα, μόνον εκθέτουμε (μου το είπε ο Πετεφρής κι έχει βεβαίως δίκιο).
  • Κάντε τα όλα μαζί. Όλα. Μόνο μαζί. Συνέχεια. Μην της δίνετε καθόλου χρόνο και χώρο.
  • Μην κάνετε τίποτα μαζί. Ο καθένας στο κιβούρι του με τα χέρια σταυρωμένα.
Ο πίνακας είναι του Philip Pearlstein

GatheRate

Παρασκευή, 2 Φεβρουαρίου 2018

Η φωλιά του φιδιού

Η υπόθεση "συλλαλητήρια για το Μακεδονικό" δεν είναι αστεία και σίγουρα δεν είναι καρναβάλια. Όπως οι πλατείες εκφράσανε την απολίτικη αγανάκτηση στο μνημονιακό καθεστώς, έτσι και αυτά είναι η ώρα που σαρκώνεται ένα μεγάλο πρωτοφασιστικό-εθνικιστικό κίνημα. Και αν το απολίτικο κίνημα των πλατειών ήταν θνησιγενές, ο πρωτοφασισμός-εθνικισμός στην Ελλάδα έχει εκκολαφθεί σε ζεστή φωλιά και γι' αυτό έχει μέλλον.

Το κίνημα των ταυτοτήτων, που κατάφερε να ξανακάνει τους δεσποτάδες πολιτικούς παράγοντες, ξεκίνησε από μια χούφτα ιεροκήρυκες στη Θεσσαλία και αλλού τη δεκαετία του '80· προσωπικά ξέρω τον ηγούμενο Αθανάσιο στη Μονή Αγίου Δημητρίου στο Στόμιο του Κισσάβου, είναι κι άλλοι. Αυτοί οι ιεροκήρυκες έπεισαν πολύ κόσμο ότι η τριλογία του Αντιχρίστου είναι βιβλικές προφητείες, χέρι χέρι με τρελούς Αμερικάνους Ευαγγελικούς και ψευδοπροφήτες. Ο Αντίχριστος, που θα είναι Εβραίος (φυσικά) θέλει να μας σφραγίσει με το 666 και οι ταυτότητες ήτανε το πρώτο βήμα στο να δεχτούμε το Χάραγμα.

Αστειότητες, ναι, αλλά μερικά χρόνια μετά ο αδίστακτος Χριστόδουλος (αδίστακτος ήδη από τον καιρό που ήτανε δεσπότης στον Βόλο: "εργαστείτε για να πλουτίσουμε" έλεγε στις συνάξεις νεολαίας στα στάδια) χρησιμοποίησε ακριβώς αυτό το μέγα πλήθος για να αναδειχθεί σε κάτι σαν Εθνάρχη. Συνέπεια του κινήματος εκείνου είναι ότι κληρονομήσαμε το φάσμα της ελληνορθοδοξίας σε επίπεδο ιδεών και τους δεσποτάδες ως πολιτικά πρόσωπα σε επίπεδο ηγεσίας. Και γελάμε ακόμα και με τα δύο γιατί ζούμε στη φούσκα μας ενώ στα αποκαΐδια της (όποιας) αριστεράς χτίζονται οικισμοί ολοκληρωτικών χριστιανοφασιστικών ιδεολογιών, όπως και αλλού στην Ευρώπη.

Το κίνημα του Μακεδονικού ξεκινάει από μερικούς Έλληνες Βλάχους και από τον Φλωρίνης Αυγουστίνο, τον περιβόητο Καντιώτη, μπροστά στον οποίο οι Άνθιμοι και οι Αμβρόσιοι φαντάζουνε γατάκια του γιουτιούμπ. Ο Αυγουστίνος κυβέρναγε τη Φλώρινα, κατέστρεφε σλαβονικές επιγραφές στις εκκλησίες με το πρόσχημα της συντήρησης κι αποκατάστασης ενώ κυνήγησε απηνώς και τους ζωηρούς (Σλαβο)Μακεδόνες της Φλώρινας και κάθε ίχνος της γλώσσας τους. Αν θυμάστε, έκανε ανταρτοπόλεμο στον Αγγελόπουλο που "τόλμησε" να γυρίσει το Μετέωρο Βήμα στη Φλώρινα, στο οποίο ακούγονται σλαβομακεδονικά -- όπως παντού στα τρένα και στα ΚΤΕΛ για Φλώρινα. Ο Αυγουστίνος ήτανε τόσο ισχυρός και γιατί είχε τη δική του παρεκκλησιαστική οργάνωση, τους ταλιμπάν του Σταυρού με γραφεία στη Ζωοδόχου Πηγής. Οι υπόλοιποι δεσποτάδες, όταν δεν τον θαύμαζαν, τον θεωρούσανε γραφικό, άλλωστε τότε τους περισσότερους μόνον τα λεφτά και τα γκομενικά τούς ενδιέφεραν, και τον άφηναν να παίζει μέσα στο τσιφλίκι-επισκοπή του και με την οργανωσή του.

Η ώρα του Μακεδονικού ήρθε λίγο μετά, με τον λαμπρό ηγέτη Αντώνη Σαμαρά, τον γητευτή του Ελύτη και των τότε νεοφιλελεύθερων. Τη συνέχεια, το τι θα χτίσει αυτός ο αντισημιτικός-εθνικιστικός-πρωτοφασιστικός οίστρος θα τη δούμε σύντομα.

Εν ολίγοις: αν θέλετε να μάθετε τι μας περιμένει σε είκοσι χρόνια, ακούστε τι συζητάει ο κόσμος γύρω από ενορίες, κύκλους μελέτης Αγίας Γραφής, συνάξεις νέων, παρεκκλησιαστικές οργανώσεις, "σωματεία" κτλ. Αυτές είναι οι φωλιές που αφήνει το φίδι τα αυγά του.

GatheRate