Κυριακή, 21 Ιανουαρίου 2018

Το βάρος της αξόδευτης ζωής


Η περιορισμένη φήμη του John Betjeman μαρτυρεί πως καθόλου δεν αρκεί να γράφεις σε μια παγκόσμια γλώσσα για να αποκτήσεις παγκόσμιο ακροατήριο. Ο Δαφνοστεφής Ποιητής (ή μήπως "Δαφνηφόρος";) είναι παγκοσμίως άσημος, και δικαίως ίσως. Στην ίδια τη Βρετανία τον θεωρούν εξάρτημα της μεσαίας τάξης και τον θυμούνται κάθε Χριστούγεννα λόγω ενός εξόχως θεολογικού ποιήματός του για τη γέννηση του Χριστού, χτυπητή παραφωνία μέσα στον βρετανικό καρναβαλισμό των Χριστουγέννων.

Θυμήθηκα τον Μπέτζεμαν γιατί θυμήθηκα ένα κείμενο στον Γκάρντιαν για μια βιογραφία του που τότε ετοιμαζόταν. "Τότε" είναι οι αρχές του αιώνα. Oι αρχές του αιώνα ήταν από τις χειρότερες εποχές της ζωής μου: αποστεωμένος και άνεργος, unemployable, παγιδευμένος σε κάτι το οποίο μοιάζει εκ των υστέρων με κατάθλιψη. Το κείμενο έλεγε ότι ο Μπέτζεμαν, μάλλον καραγκιόζης και μπον βιβέρ αλλά με τον καυστικό και πείσμονα σαρκασμό των εντελώς ανασφαλών, πεθαίνοντας βυθιζόταν στην φρίκη αναλογιζόμενος πόσο λίγο είχε χαρεί τον έρωτα με κορίτσια και με αγόρια λόγω αιδημοσύνης, αναστολών και σκαλωμάτων. Με είχε σοκάρει τότε, στις αρχές του αιώνα που προσπαθούσα να ζήσω με 700 στερλίνες τον μήνα, ότι μπορεί ένας άνθρωπος τόσο χορτάτος από τιμές και δόξες και απ' όλα να πεθαίνει αναλογιζόμενος πόσο λίγο σεξ είχε κάνει. Αναρωτιόμουν πώς καταντάει κανείς έτσι.

Πρόσφατα διάβασα ένα παλιότερο κείμενο του Τσαγκαρουσιάνου με το ίδιο θέμα κι έτσι ξαναθυμήθηκα αυτό το ξεχασμένο απόσπασμα για τον Μπέτζεμαν. Μετά θυμήθηκα την ανατριχιαστική ατάκα στον Θείο Βάνια του Τσέχοφ για το βάρος της αξόδευτης ζωής. Ένιωσα μεγάλη δυσφορία στο ότι μια ζωή μπορεί να τελειώνει έτσι. Κι όχι, τα απωθημένα δεν είναι απαραίτητα σεξουαλικά. Θυμήθηκα με φρίκη κάποιον που πέθαινε και φώναζε τη μάνα του· η δε μάνα του, ας μη συζητήσουμε το ποιόν της. Θυμήθηκα βεβαίως και ανθρώπους που πέθαναν ολοφάνερα χορτάτοι, με μόνο το παράπονο του θανάτου, όπως όταν παιδί πρέπει να πας για ύπνο ενώ όλοι ακόμη γιορτάζουν.

Κράτησα σημειώσεις για αυτό το κείμενο αλλά αποφάσισα να το γράψω σήμερα γιατί  διάβασα στο φέισμπουκ το παρακάτω απόσπασμα του Ιωάννη Παπαναγιώτου:

Εμείς
που σε λίγο
θα σαπίζουμε κάτω
από μια δεξαμενή χώμα,
ντρεπόμαστε για τα inbox μας.
Απλώνουμε στα wall έναν μίτο πε-
ριπλάνησης- αποπλάνησης
λες και θα έπρεπε να
μας νοιάζει, λες
και θα έπρεπε
να τους
αφορά-νοιάζει
ποιοι πραγματικά
ΗΜΑΣΤΑΝ

Αν και για μένα η οικογένεια έχει υπάρξει χώρος αγάπης και παρότι το σεξ υπήρξε για μένα πηγή ανεκλάλητης χαράς, δεν είμαι ούτε αμερικανάκι για να πιστεύω ότι η οικογένεια είναι ο προνομιακός, ή ακόμα χειρότερα ο αποκλειστικός, χώρος της αγάπης ούτε χαζοχίππης για να πιστεύω ότι το σεξ είναι αποκλειστικά πηγή χαράς. Περισσότερο όμως από την τυφλή εξιδανίκευση της οικογένειας, του έρωτα ή ό,τι άλλου με ανησυχεί πια το πόσο έτοιμοι και πόσο πολύ πρόθυμοι είμαστε να αρέσουμε εις βάρος του να ζούμε -- όπως θέλει τέλος πάντων να ζήσει κανείς. Και πλέον, μέρος του πώς ζούμε είναι και το πώς πολιτευόμαστε και πορευόμαστε μέσα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Όπως έλεγα πριν τέσσερα περίπου χρόνια, "παρατηρώ την ανάγκη για καθαρότητα παντού, την οποία κατα καιρούς εκφράζουνε πολλοί εδώ μέσα, σ' αυτό το μικρό-χωριό-κακό-χωριό των σοσιαλμήντια. Επίσης παρακολουθώ το κόλλημα πολλών με την άκαμπτη και σιδηρά συνέπεια, πολλών που δεν αφήνουνε στους άλλους περιθώρια να χαλαρώσουν, να παίξουν ή να χαβαλεδιάσουν, να γίνουν αυθόρμητοι ή και προπετείς. Έχω τέλος κατά νου τη διαρκή και ανακυκλούμενη διερώτηση για τα ψυχολογικά κίνητρα των άλλων, που εκφράζεται και μέσα και έξω από τα σοσιαλμήντια: γιατί ο δείνα κινείται; γιατί ο τάδε γράφει (έτσι); γιατί ο χι ανεβάζει τέτοια; γιατί ο ψι ακκίζεται; γιατί ο λεγάμενος κοινοποιεί; Εντοπίζω επανειλημμένα την ετοιμότητα και προθυμία να βλέπουμε παντού φαυλότητα, μικροψυχία και χυδαιότητα, να φανταζόμαστε συμμορίες και κλίκες, συνωμοσίες και παράλληλες καμπάνιες."

Δεν πρέπει να υποκύψουμε στη, αιδημοσύνη, στην ανάγκη να κρυφτούμε και να καλυφθούμε από την αδηφάγο φαγωμάρα κάποιων να διακρίνουν και να εξετάσουν και να αξιολογήσουν τα κίνητρά μας, λες και μπορούν (ιδίως εκείνοι) να δούνε την τύφλα τους.

Με δυο λόγια: pecca fortiter.

Εικονίζεται ο Νάρκισσος του Roberto Ferri.

GatheRate

Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2018

Τέσσερα σημειώματα για το #me_too

Το πρώτο σημείωμα παρατίθεται αριστερά, ως εικόνα που κυκλοφορεί στο ίντερνετ. Γενικά, είναι πολύ εύκολο μια γυναίκα να καταγγέλλει άλλες γυναίκες θύματα παρενόχλησης ότι είναι μιρλιάρες ή και καιροσκόποι όταν η ίδια βρίσκεται οχυρωμένη πίσω από προνομιάρες.

Δεύτερον

Η ιστορία με τον Ανσάρι πλασάρεται ήδη κανονικά ως η Μαρφίν του #me_too: η καταγγελία μιας μάλλον αμφιλεγόμενης περίπτωσης παρακαλετού και χατιριού παρουσιάζεται ως χαρακτηριστική, ως το στίγμα, ενός κινήματος που αποκαλύπτει την έκταση της σεξουαλικής παρενόχλησης και καταπίεσης.

Τρίτον

Το από καταβολης πατριαρχίας "δικαίωμα" του άντρα να χουφτώνει και να μαρκαλεύει τις γυναίκες ή τους "λιγότερο άντρες" είναι δεδομένο και είναι πηγή δυστυχίας, φόβου και ένα σωρό άλλων. Η εναντίωση στην παρενόχληση ως κίνημα πλέον φαίνεται να έχει τις τύχες κάθε κινήματος: από τη μια όσοι εναντιώνονται σε αυτό το ταυτίζουν πονηρά με τον νεοπουριτανισμό, από την άλλη οι νεοπουριτανοί (οποιαδήποτε δορά και αν έχουνε ρίξει πάνω τους) σπεύδουν να σφετεριστούν το κίνημα αυτό ώστε να προωθήσουν τους δικούς τους σκοπούς, δηλαδή τη ρύθμιση, επιτήρηση και καταστολή της επιθυμίας. Έχει συμβεί και στα καλύτερα κινήματα και στις σπουδαιότερες επαναστάσεις: από την Ντε Γκουζ στον Ναπολέοντα, από τα σοβιέτ στον Στάλιν...

Τέταρτον

Δεν θέλουν οι #me_too να καταργήσουνε το καμάκι και το φλερτ; Δεν κινδυνεύει το ερωτικό παιχνίδι; Ας δούμε ένα υποθετικό παράδειγμα. Ανεβαίνω στο λεωφορείο, είμαι ωραίος και σέξυ και 26 (για να απαλείψουμε προκαταλήψεις για σπυριάρηδες, αγάμητους, βρωμόγερους κτλ). Κοιτάζω μια κοπέλα με νόημα (όχι σαν να βλέπω καρμπονάρα να αχνίζει), με κοιτάζει και αυτή με νόημα (το πιάσαμε αυτό ε; μπορούμε ελπίζω), την αγγίζω τάχα τυχαία, δείχνει να ανταποκρίνεται. Υπάρχει πρόβλημα; Όχι.

Βεβαίως αυτό το σενάριο φαίνεται προβληματικό για διάφορους λόγους -- όλοι εκ των οποίων έχουνε να κάνουν με τον σεξισμό. Ας δούμε δύο από αυτούς: Πρώτον, μας μαθαίνουν ότι αυτό το αρχικό παιχνίδι δεσμεύει και υποχρεώνει την κοπέλα κάποια στιγμή (σύντομα) να μας κάτσει. Όμως σόρυ, όχι, κι είμαστε μαλάκες και σαυροειδή αν θεωρούμε ότι η άλλη ή ο άλλος δεν μπορεί να το λήξει εκεί και τότε ή να ξενερώσει ή να αλλάξει γνώμη. Δεύτερον, γυναίκα που θα ανταποκριθεί κοιτάζοντάς μας με νόημα είναι ή ξέκωλο, άρα θα μας κολλήσει κανα σκουλαμέντο και θα μας στείλει στο τσώνυ και στα καψουροσκυλάδικα, ή "από αυτές που παίρνουνε πρωτοβουλίες", άρα φοβόμαστε ότι θα σκάσει με κανα μαστίγιο ή με καναν όλισβο.

Το πρόβλημα των αρσενικών γενικά δεν είναι ότι κινδυνεύει το επί ίσοις όροις φλερτ, η καυλάντα και το παιχνίδι -- με ή χωρίς χουφτώματα. Το πρόβλημα των αρσενικών είναι να μπορούμε να συνεχίσουμε τουλάχιστον να κουνάμε το πουλί μας, πραγματικό ή συμβολικό, όποτε θέλουμε και αν θέλουμε απρόσκλητα, απρόκλητα κι ατιμωρητί.

GatheRate

Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2018

and you, you are not me


Οι κάπως άστοχες ερωτήσεις που ρωτούσαμε στα λευκώματα μικροί είναι παρόμοιες με αυτές που τώρα ως ενήλικοι ρωτάμε ο ένας στον άλλο χρησιμοποιώντας τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Είναι συγκινητική σχεδόν η προσπάθειά μας να καταλάβουμε πόσο διαφορετικοί είναι οι άλλοι από εμάς, πόσο διαφορετικός είναι ο καθένας από εμάς, μέσα από ερωτήσεις. Χρησιμοποιούμε τις ερωτήσεις διερευνητικά και διαγνωστικά και κάνουμε πως ξεχνάμε πόσο αναξιόπιστα εργαλεία είναι. Όμως και τι άλλο μέσο διαθέτουμε;

Ταυτόχρονα, με τα σοσιαλμήντια έχει διευρυνθεί ο κύκλος όσων μπορούν να μας βρουν για να μας ορμηνέψουν ενώ έχει πυκνώσει και το δίκτυο συμβουλών: πολλοί μπορούμε να συμβουλέψουμε πολύ περισσότερους από ποτέ για πάρα πολλά πράγματα.

Είναι μάλλον ανησυχητική η διάθεσή μας να επιβάλουμε στους άλλους να γίνουνε σαν κι εμάς συμβουλεύοντάς ή και νουθετώντας τους. Τις συμβουλές και τα tips και τα life hacks συνήθως δεν τα μοιραζόμαστε για να κάνουμε καλύτερη τη ζωή του άλλου παρά για να τον ενθαρρύνουμε να τη διαμορφώσει τη ζωή του λίγο πιο πολύ σαν τη δική μας. Οι συμβουλές που δίνουμε είναι σαν τα χάπια που συνιστούσαν οι γιαγιάδες μας η μία στην άλλη: όχι τόσο "το ταβόρ με βοήθησε, θα βοηθήσει κι εσένα" αλλά "αν παίρνω εγώ ταβόρ, να πάρεις κι εσύ".

Δηλαδή ας πούμε ότι από την αδιανόητη ηλικία των 44 (όταν ήμουν 24) ξεκινάω να γράψω μια σειρά από συμβουλές προς άντρες 24 ετών (μια ηλικία που μου φαίνεται αφύσικα κοντινή). Ας πούμε ότι θέλω να πάω πέρα από μια σειρά απλές ασκήσεις αξιοπρέπειας κι αυτογνωσίας. Τι θα είχα να πω; Να πορευτεί ο εικοσιτετράχρονος όπως πορεύτηκα; Με τίποτα, άλλωστε ποιος μου είπε ότι θέλει να πάει εκεί όπου έφτασα εγώ; Να αποφύγει όσες μαλακίες έκανα; Στάνταρ όμως ό,τι για μένα δούλεψε ως μαλακία μάλλον θα κάνει θαύματα σε άλλες περιπτώσεις.

Καμμιά φορά νομίζω ότι όσο περισσότερο θέλουμε να δώσουμε συμβουλές και να βοηθήσουμε τον άλλο να βρει εύκολες και γρήγορες λύσεις σε όσα τον απασχολούν, τόσο περισσότερο προσπαθούμε να πείσουμε τον εαυτό μας πως ό,τι πέρασε πέρασε σωστά στη δική μας ζωή, πως ό,τι είμαστε κι ό,τι κάνουμε είναι αναπόδραστο. Επίσης νομίζω ότι συνήθως ρωτάμε τους άλλους πράγματα που καιν εμάς τους ίδιους. Προσπαθούμε με τις ερωτήσεις μας όχι να βρούμε τι κάνει διαφορετικούς και μοναδικούς τους άλλους, παρά πώς ανταποκρίνονται στις ερωτήσεις μας αυτές, ερωτήσεις που τελικά διατυπώνουμε με βάση ποιοι είμαστε εμείς.

Κι αλίμονο μας αν ρωτήσουμε τον εαυτό μας τις ίδιες ερωτήσεις, θα ανοίξουμε μια άβυσσο από πολλαπλά είδωλα, το ένα εγκιβωτισμένο μέσα στο άλλο επ' άπειρον. Αυτό το τελευταίο δεν το κατάλαβα μόνος μου, μου το έμαθε ένας άνθρωπος σοφός: με έπεισε να αφήσω την ανάλυση και τις ερωτήσεις στους ειδικούς και να προσπαθήσω (όσο μπορώ) να είμαι τίμιος με τον εαυτό μου. Που είναι και το πιο δύσκολο.

Η φωτογραφία: Christopher Brellis

GatheRate

Σάββατο, 6 Ιανουαρίου 2018

Νέκυιες


Ο Νάτσης είπε κάποτε πως υπάρχουν δύο ειδών επικήδειοι: όσοι μας λεν πόσο καταπληκτικός είναι ο νεκρολογών μια και γνώριζε τον εκλιπόντα και όσοι μας λεν πόσο καταπληκτικός ήταν ο εκλιπών μια και γνώριζε τον νεκρολογούντα. Απέχω και από τα δύο είδη.

*

Κάποτε λυπόμουν που βρίσκομαι θωρακισμένος πίσω από τόσα προνόμια και από το σκληρό κέλυφος της θωριάς και του τρόπου μου. Μετά κατάλαβα πως ήμουν και λιγάκι τυχερός που ήμουν έτσι.

Γνώρισα ανθρώπους ελεύθερους κι ανοιχτούς κι ανέμελους μα όχι άκαρδους. Κι είδα τι ήθελε να τους κάνει ο κόσμος: είδα πόσο πολύ λαχταράει ο κόσμος γύρω σου να σε δει συγκαταβατικά, να πιστέψει ότι σε ξέρει καλά κι ότι μπορεί να σε ερμηνεύσει εύκολα κι απλά. Είδα ξανά και ξανά πόσοι μετριασμένοι άνθρωποι θεωρούν ότι μπορούν να σε επιμεληθούν και να σε βελτιώσουν, να σε πάρουν δήθεν άπλαστη κι αφελή ύλη ώστε να φτιάξουν από εσένα ακόμη ένα μετριασμένο είδωλο του εαυτού τους.

Γιατί οι πυγμαλίωνες επιδιώκουν απλώς και μόνο να πλάσουν είδωλά τους, να σε επιμεληθούν και να σε κόψουν και να σε ράψουν και να σε τσιτώσουν ώσπου να γίνεις εικόνα τους και ατελής βεβαίως αντικατοπτρισμός τους: η ηχώ που θα επιστρέφει τις τελευταίες τους λέξεις. Αν λαχταρούν τελικά κάτι είναι αυτό: να βρουν ανθρώπους ελεύθερους κι ανοιχτούς κι ανέμελους μα όχι άκαρδους για να τους κάνουν κυριολεκτικά σαν τα μούτρα τους.

Γι' αυτό και στον αγώνα μεταξύ της ψυχής σου και του κόσμου οφείλεις να υπερασπιστείς την ψυχή σου. Και κάθε άνθρωπος που, αντίθετα από εμένα, δεν βρίσκεται πίσω από κέλυφος κι ασπίδα και καταφέρνει να καταβάλει τους πυγμαλίωνες του κόσμου τούτου, κάθε ανθρώπος ελεύθερος κι ανοιχτός κι ανέμελος μα όχι άκαρδος, είναι κι ένας ήρωας.

*

Είναι άχαρη τέχνη το θέατρο. Απευθύνεται στους παρόντες. Είναι πάντοτε μοναδικό. Εξαρτάται από την οπτική σου γωνία και από το δικό σου βλέμμα, του θεατή: το θεατρικό έργο απλώς εκτυλίσσεται μπροστά σου κι εσύ επιλέγεις πού θα στρέψεις το βλέμμα και τι θα κοιτάξεις μέσα του· σε αντίθεση με τον κινηματογράφο, που έχει τη δύναμη να σου λέει "εδώ κοίτα, αυτό" και -- αν θέλει -- γεμίζει την οθόνη με αυτό.

Είναι μαγική τέχνη το θέατρο, είναι σαν τη ζωή των ανθρώπων και πώς εμείς την προσλαμβάνουμε. Δρώντων και ου δι' απαγγελίας: δεν μπορώ να σε πείσω, δεν μπορώ καν να σου πω "ο Παύλος ήταν λυπημένος". Ίσως το δεις, ίσως όχι· ίσως πειστείς, ίσως όχι.

*

Είδα το Κόκο με τέσσερα παιδιά. Ωραία ταινία, μια μεξικάνικη Νέκυια για παιδιά. Παίζει και η Φρίντα Κάλο, ή μάλλον η σκιά της Φρίντα Κάλο, που είναι ψώνιο. Τι θα ήταν σε αμερικάνικη ταινία: οτιδήποτε ατίθασο, πιο έντονο ή πιο ζωηρό, είπαμε, ό,τι ανοιχτό και ταξιδιάρικο κατατάσσεται στα ψώνια και στα σαλά του κόσμου τούτου.

Στην ταινία με κριντζάρισαν δύο στοιχεία, πάντως: το ένα ήταν πόσο έχει κανονικοποιηθεί η διαδικασία του τσακώματος του λαθραίου ταξιδιώτη (με ηλεκτρονικά μέσα αναγνώρισης προσώπου) και το τσουβάλιασμα-επαναπροώθησή του, πόσο έχουμε συνηθίσει την ιδέα της μάντρας ανθρώπων. Το δεύτερο στοιχείο που με ενόχλησε: το ασταμάτητο κήρυγμα κάθε ταινίας της Ντίσνεϋ και του περιβάλλοντός της για την τάχα αυταξία της οικογένειας. Η οικογένεια είναι αξιωματικώς καλή, είναι η απαρχή σου και το καταφύγιό σου. Μας το λένε ξανά και ξανά και ξανά μέχρι να το πιστέψουμε όπως πίστευε ο κόσμος στην αιώνια Κόλαση για τους "πόρνους" κι όσους αρταίνονταν την Παρασκευή.

*

Αλλά τι όμορφο, μέσα σε όλη αυτή τη νέα θρησκεία της οικογένειας και των ατομικών επιλογών που δεν έχουνε να κάνουν με τον κόσμο γύρω σου, να ζεις μια στιγμή ελευθερίας· σαν ολόκληρη ζωή νιώθεται. Και πόσο πιο όμορφο να γνωρίσεις έναν ελεύθερο κι ανοιχτό κι ανέμελο μα όχι άκαρδο άνθρωπο· σαν ολόκληρος κόσμος αγγελικά πλασμένος νιώθεται.


Στη φωτογραφία η εξαίσια ηθοποιός Ευθαλία Παπακώστα ως Ευρυδίκη.

GatheRate

Πέμπτη, 4 Ιανουαρίου 2018

Η αντιβίωση και το ποντικοφάρμακο στο εργαστήριο


Κάθε καταστροφή που γνωρίζει αυτός ο λαός από το 1897 ερμηνεύεται συνήθως με δύο τρόπους.

Ο πρώτος είναι ως συνωμοσία των ξένων, αναμενόμενο σε μια χώρα δημιούργημα των πεφωτισμένων ξένων που θέλησαν να αναστηλώσουν τη φάτνη και το λίκνο του πολιτισμού τους.

Ο δεύτερος και συνηθέστερος τρόπος είναι να ερμηνεύονται οι "συμφορές" μας ως καρπός της αφροσύνης όσων αντιμάχονται τις ελίτ -- όταν αυτοί δεν παρουσιάζονται ως εγκληματίες, συμμορίτες κτλ. Διατυπώσεις όπως "η κατάρα του διχασμού", η Διχόνοια (λες και μιλάμε για δίδυμα που μαλώνουν για τη νομή του πλεϊστέισον), οι Έλληνες που αεί παίδες εσμέν κτλ. υποκρύπτουν σχεδόν πάντοτε μομφές κατά όσων δεν βγάζουνε τον σκασμό και δεν σκύβουν το κεφάλι. Είπαμε: η κριτική στην πλέμπα είναι διεισδυτική και καίρια, αλήθειες που πονούν· απεναντίας η κριτική στις ελίτ είναι διχαστική και σπέρνει τη διχόνοια

Αυτό βεβαίως το ζούμε και κατά την ατελείωτη δεκαετία της υποτέλειας και της εξαθλίωσης. Αν η ρητορική περί μίσους, διχόνοιας και εχθροπάθειας έχει κοπάσει, αυτό οφείλεται στο ότι ο Σύριζα εξουδετέρωσε κάθε αντίσταση εκ μέρους όσων κινητοποιούσε η ιδεοληπτική, ανεδαφική και θεωρητικολάγνα Αριστερά μας -- εξαγοραζόντας πασοκικώς πολλούς από αυτούς. Ωστόσο όσοι δεν την έχουμε κοντή τη μνήμη θυμόμαστε λήρους και κορώνες κατά της διχαστικής "αντιμνημονιακής" κριτικής και διαμαρτυρίας, κυρίως με αφορμές κάτι ψόφος. Αναρωτιέμαι πώς θα ένιωθαν όλες αυτές οι ευαίσθητες ψυχές που εξυπηρέτησαν με ζήλο κι εξαρχής το μνημονιακό ξεπάτωμα αν διάβαζαν τα συνήθη και δι' ασήμαντον αφορμήν μπινελίκια στον βρετανικό τύπο ή και στη Βουλή των Κοινοτήτων.

Ελάχιστοι άνθρωποι που δεν ήταν πακτωμένοι μέσα στο κομματικό κράτος του ΠΑΣΟΚ ή της ΝΔ θα ισχυρίζονταν ότι πριν το 2010 δεν υπήρχαν κοινωνικές παθογένειες όχι αδιαμεσολάβητα ταξικού χαρακτήρα ή ότι δεν υπήρχαν εστίες δυσλειτουργίας και διαφθοράς του κράτους με αιτιολογία που πάει πολύ πριν από την κάθε Μεταπολίτευση. Δύο σνάπσοτ αυτής της κατάστασης προσπάθησα να αποδώσω εδώ κι εδώ.

Ωστόσο πάρα πολύ γρήγορα έγινε αντιληπτό ότι η Μνημονιοκρατία ήταν δυστυχώς σοβαρότερο, οξύτερο και πολύ πιο μαζικής κλίμακας πρόβλημα από όλα τα άλλα. Το παρομοίασα με ναυάγιο πριν δυο χρόνια.

Βεβαίως οι φίλοι της "ελληνικής πραγματικότητας", μιας αναλυτικής κατηγορίας που ερμηνεύει αξιωματικά οποιαδήποτε κακοδαιμονία ("δεν είμαστε λαός", "αυτοί είμαστε", "Ελλαδάρα", "Μπαλκάνια" κτλ), έσπευσαν να μας πουν ότι τα αυτά, δηλαδή οι κοινωνικές παθογένειες κι οι εστίες δυσλειτουργίας και διαφθοράς του κράτους, μας έφεραν ως εδώ, δηλαδή στα Μνημόνια.

Ενδεχομένως. Είναι μια άποψη. Όσο περνάει ο καιρός αυτή η εκδοχή ιστορικοκοινωνικού ντετερμινισμού από τα δεξιά χάνει την όποια ερμηνευτική αξία της. Αλλά ας πούμε ότι ναι, χρειαζόντουσαν μεταρρυθμίσεις, αυτό που ο Αμάρτυα Σεν αποκάλεσε"αντιβίωση". Το ερώτημα που τίθεται αμέσως μετά, από τον Σεν, όχι από εμένα, είναι γιατί έπρεπε η αντιβίωση να συνοδεύεται από φτωχοποίηση, εξανδραποδισμό, γενικευμένο ξεπούλημα,  λεηλασία του κοινωνικού κράτους -- ναι, του όποιου κοινωνικού κράτους· γιατί έπρεπε να συνοδεύεται, πάντα κατά Σεν, από το "ποντικοφάρμακο" της λιτότητας.

Η απάντηση είναι γιατί μπορούσαν. Η αιτία δόθηκε πέραν κάθε αμφιβολίας από τον πρόσφατα αποχωρήσαντα Dijsselbloem το 2017: τα ελληνικά ομόλογα έθεταν σε κίνδυνο τις ευρωπαϊκές τράπεζες. Η συζήτηση βεβαίως ότι ο καβγάς γίνεται για το πάπλωμα της BNP και της Deutsche, που έπρεπε να ξεφορτώσουν ελληνικό χρέος, γινόταν ήδη από το 2010. Αντίστοιχα ισχύουν για τη σκανδαλώδη και θηριωδώς ζημιογόνα ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών ή για τη φορολογική εξόντωση των ελεύθερων επαγγελματιών, χαμηλοσυνταξιούχων και μισθωτών κ.ο.κ.

Πρέπει όμως κανείς να βασανίσει λιγάκι το "γιατί μπόρεσαν", αλλιώς κινδυνεύει να υποπέσει στο φαιδρό αλλά σοβαρό αμάρτημα της συνωμοσιολογίας. Γιατί να θέλουν "κάποιοι" να συντρίψουν "μια χώρα του Πρώτου Κόσμου με αντανακλαστικά Τρίτου Κόσμου"; (όπως είπε ένας φίλος). Ο δρ. Σόυμπλε μάλλον για λόγους αρχής αλλά όλοι οι υπόλοιποι για παραδειγματισμό. Άλλωστε η Ελλάδα δεν είναι η μοναδική τέτοια χώρα, ίσα ίσα: δείτε πώς ο σωφρονισμός καταβύθισε την εκλογική ρώμη των Podemos. Δεύτερον, γιατί όπως νωρίς επισήμανε ο Μαζάουερ, η Ελλάδα πάντοτε υπήρξε το εργαστήριο στο οποίο δοκιμάστηκαν οι "νέες ιδέες" στην Ευρώπη: η εθνική επανάσταση το 1821, η μεταρρύθμιση της μοναρχίας το 1864, η αποσυναρμαλόγηση φεουδαρχικής αυτοκρατορίας διά του πολέμου το 1912-13, η εθνοκάθαρση το 1923, ο Ψυχρός Πόλεμος το 1944 και το 1946-49, η δημιουργία οικονομικών προτεκτοράτων στον Πρώτο Κόσμο το 2010 -- ενδεχομένως και άλλες.

Αντιλαμβάνεται λοιπόν κανείς γιατί η κωλοτούμπα του Σύριζα, που κατέληξε να διαχειρίζεται αυτό που όφειλε να πολεμήσει, αφενός τον κατέστησε μια ιδανική κεντροδεξιά κυβέρνηση (ιδανική γιατί δεν έχει κανένα δέος αντίπαλο μεταξύ κινημάτων και συλλογικοτήτων) αφετέρου ανάγκασε όλους μας να υπαχθούμε στη συνταγολόγηση του ποντικοφαρμάκου που δήωσε και δηώνει ζωές -- μιλάμε πάντοτε για ζωές κι όχι για δείκτες, έτσι; Όσο για την αντιβίωση, θα αστειεύεστε βέβαια: οι κοινωνικές παθογένειες κι οι εστίες δυσλειτουργίας και διαφθοράς του κράτους παραμένουν και άθικτες και στο απυρόβλητο -- εάν δεν έχουνε βγει σούπερ ενισχυμένες από αυτό που συμβαίνει τα τελευταία σχεδόν οχτώ χρόνια.

GatheRate

Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017

Η αλληγορία του μπακλαβά

Ο πατέρας μου είναι ένας από αυτούς τους ανθρώπους που μιλάνε συνεχώς με ανοικονόμητες και γριφώδεις μεταφορές. Πολλές φορές μάλιστα τις ξηλώνει αφηγηματικώς τις μεταφορές αυτές για να φτιάξει σύντομες αλληγορίες. Ακόμα και τώρα, μετά από τόσα χρόνια, πολλές φορές δυσκολεύομαι να καταλάβω τι θέλει να πει.

Ακολουθεί η γνωστότερη αλληγορία του, αυτή του μπακλαβά. Την έχει επαναλάβει πολλάκις και αφορά τη διαχείριση των επιθυμιών. Αν ήταν ο πατέρας μου άνθρωπος επιγραμματικός κι όχι λάτρης της σιωπής (όταν δεν χρησμοδοτεί), θα συνοψιζόταν στο οσκαρουαϊλντιανό "ο καλύτερος τρόπος να απαλλαγείς από τον πειρασμό είναι να ενδώσεις σε αυτόν".
"Όταν ήμουν πιτσιρικάς ήθελα να τρώω συνέχεια μπακλαβά, μπακλαβά γωνία. Μανία είχα· δεν τον χόρταινα. Όταν πήρα τον πρώτο μου μισθό, πήγα και αγόρασα με αυτόν μισό ταψί μπακλαβά. Αυτό ήταν. Τον μπούχτισα."
"Δηλαδή τον σιχάθηκες;"
"Στην αρχή ναι, αλλά μετά μου πέρασε και αυτό. Συνεχίζει να μου αρέσει ο μπακλαβάς αλλά τώρα τον απολαμβάνω με μέτρο. Δεν κάνω πια καταχρήσεις."
 Όπως είπα, την έχουμε ακούσει πολλές φορές αυτή την αλληγορία. Πριν τρία-τέσσερα χρόνια, καινοτόμησε καπως και διευκρίνισε σε κάποιον μικρότερο ότι "αυτό με τον μπακλαβά δεν ισχύει για το σεξ". Το σχόλιό του αυτό με ξένισε για δύο λόγους, ο πρώτος είναι επειδή ο πατέρας μου είπε τη λέξη "σεξ".

GatheRate

Τρίτη, 26 Δεκεμβρίου 2017

Η ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς


Κάποιοι πολιτικοί και κοινωνικοί αναλυτές θεωρούν ότι για την κρίση ευθύνεται η κουλτούρα της Μεταπολίτευσης. Αυτό δεν είναι ούτε αληθές ούτε ψευδές μέχρι να ορίσει κάποιος τι είναι η κουλτούρα της Μεταπολίτευσης: είναι άραγε η δημαγωγία, η διαφθορά και το ρουσφέτι (αυτό που πια λέμε "διαπλοκή"); Βεβαίως και προϋπήρχαν. Εννοούμε μήπως ότι το παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ διεύρυνε την κοινωνική ομάδα των "με οικονομική άνεση" πέρα από τις τάξεις των παλαιών αστών (καμμιά πενηνταριά οικογένειες), των κοτζαμπάσηδων (ή "δημογερόντων" επί το ελληνικότερον) και των απογόνων δοσιλόγων; Σίγουρα όμως το πρόβλημα είναι η διαφθορά και οι λοιπές παθογένειες και όχι αν όσοι μετέχουν σε αυτές είναι τρε μπανάλ πασοκογενείς ή τρε σικ μπουρζουά-και-σουαρέ-ντανσάντ ή ό,τι άλλο. Η λεγόμενη κουλτούρα της Μεταπολίτευσης δεν είναι αναλυτική κατηγορία αλλά καραμέλα.

Άλλοι αναλυτές φρονούν ότι για την κρίση ευθύνεται η ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς: η μουσική, οι τέχνες, η φιλοσοφία, οι κοινωνικές και πολιτικές επιστήμες, η λογοτεχνία βρίσκονται υπό την επιρροή του μαρξισμού ή και του ίδιου του ΚΚΕ. Εδώ τα πράγματα είναι κάπως πιο σύνθετα.

Πρώτον πρέπει να ρωτήσουμε ποιοι θα ήταν οι φορείς της υποτιθέμενης αυτής ηγεμονίας. Η Ακαδημία Αθηνών; Τα Πανεπιστήμια; (το δαιμονοποιημενο Πάντειο δεν ήταν καν πανεπιστήμιο μέχρι τη δεκαετία του '80.) Η μουσική βιομηχανία και οι δισκογραφικές εταιρείες; Το εκδοτικό κατεστημένο, πλην εξαιρέσεων; Το κινηματογραφικό ή το θεατρικό κύκλωμα; Ποιος λοιπόν διέδιδε την ιδεολογία και επέβαλλε την ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς;

Αναλογιστείτε λόγου χάρη ότι ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος και ο Κωνσταντίνος Τσάτσος συγκαταλέγονταν μεταξύ των μεγάλων πνευματικών μορφών της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Αναρωτιέται κανείς βάσει ποιου έργου θεωρούνται σοφοί, φιλόσοφοι και νέστορες οι δύο αυτοί και οι όμοιοί τους. Δεν μας ενδιαφέρει εδώ η πολιτική στράτευσή τους αλλά το πνευματικό έργο με βάση το οποίο στήθηκαν προτομές και ονομάστηκαν δρόμοι προς τιμή τους -- άλλωστε στην Ελλάδα, όπου υποτίθεται ότι ηγεμονεύει η Αριστερά, στράτευση νοείται μόνο με το ΚΚΕ: η Δεξιά δεν στρατεύει αλλά μιλάει "με τη φωνή της λογικής". Βεβαίως το ευρύ κοινό αγνοεί το όποιο φιλοσοφικό έργο του Τσάτσου ή το (μάλλον λογοκλεμμένο) έργο του Κανελλόπουλου όσο αγνοεί τον Καστοριάδη, τον Πουλαντζά και πολλούς άλλους. Πλην όμως οι μεν αναγνωρίζονται ως σοφοί, φιλόσοφοι και νέστορες ενώ οι δε ως "αριστεροί διανοούμενοι". Περίεργο· όταν ηγεμονεύεις αποτελείς αυθεντία με τρόπο απερίφραστο κι αυτονόητο, δεν χαρακτηρίζεσαι "διανοούμενος" με επιθετικό προσδιορισμό.

Δεν υπήρξε ποτέ "ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς". Υπήρχε μόνον ένας σχεδόν ψιθυριστός αντίλογος στον πανοπτικό ελληνοχριστιανισμό του δοσιλογισμού και του παλαιοκαραμανλισμού. Στη συντηρητική Ελλάδα όμως και για την επαρχιώτικη δεξιά σκέψη μας ακόμα κι αυτός ο αντίλογος, πολλές φορές λιγότερο τολμηρός κι από τον πολιτικό λόγο ενός Ράσελ ή ενός Αϊνστάιν, ενοχλούσε κι ενοχλεί.

Μη συγχέουμε λοιπόν την "ηγεμονία", η οποία για παράδειγμα θα μας φόρτωνε τον Ρίτσο ως ύπατο των ποιητών, Σεφέρη στη θέση του Σεφέρη, με αυτό που ο Σταντάλ αποκαλεί empire du génie. Συνέβη κάποια αστέρια του στοχασμού και της τέχνης να έχουν υπάρξει ελεύθερα πνεύματα και δημιουργοί που απεχθάνονταν τη δεξιά κλειστοφοβία και τον καθωσπρέπει επαρχωτισμό της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Κάποια από αυτά εντάχθηκαν στο ΚΚΕ, κάποια τα οικειοποιήθηκε το ΚΚΕ, κάποια στράφηκαν προς τη γενική κατεύθυνση της Αριστεράς -- και πώς αλλιώς σε μια χώρα που κυβερνούσαν χωροφύλακες, παπάδες, κότες, σχολάρχες και ταγματασφαλίτες.

Ακόμα κι έτσι, η επιρροή των πνευμάτων αυτών έχει διογκωθεί υπέρμετρα και έχει γίνει αντικείμενο ηθικού πανικού ή χλεύης. Ακόμα και σήμερα όποιος ασκεί οξεία κριτική στην πλέμπα, βεβαίως ασκεί διεισδυτική και καίρια κριτική, λέει αλήθειες που πονούν. Όποιος απεναντίας αρθρώνει οξεία κριτική στις ελίτ διασπείρει μίσος κι εχθροπάθεια, διχάζει. Η ιδεολογική ηγεμονία βρίσκεται πάντοτε στα χέρια του ελληνοχριστιανισμού ή της ελληνορθοδοξίας, που πραγματώνεται ως εθνικισμός, οικογενειοκεντρισμός, τοπικισμοί και  ξενοφοβίες.

Όσοι λοιπόν ακόμα συζητούν τη λεγόμενη ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς τη συγχέουν, μάλλον επίτηδες, με την αριστερή εικονογραφία που οικειοποιήθηκε το παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ. Είναι πολύ ενδιαφέρον πάντως ότι το ΠΑΣΟΚ βεβαίως δεν οικοδόμησε τον σοσιαλισμό ακολουθώντας τον τρίτο δρόμο μεταξύ σοβιετικού και σοσιαλδημοκρατικού μοντέλου, παρά ανακύκλωσε ελληνορθοδοξία, εθνικισμό, κοινωνικό συντηρητισμό και ξενοφοβίες φορώντας τους αντάρτικα αμπέχονα και ειρηνιστικές ρητορικές.

Η μόνη ουσιώδης επιρροή της αριστερής διαλεκτικής όπως την ασκεί το ΚΚΕ στην κατασκευή ιδεολογίας στην Ελλάδα είναι ο ξέφρενος αναγωγισμός. Εάν για πολλούς μαρξιστές όλα μα όλα και πάντοτε κι αδιαμεσολάβητα ανάγονται στις σχέσεις παραγωγής, οι όποιοι δεξιοί στοχαστές, όσο τους φτάνει το μυαλό, ανάγουν κάθε κοινωνικό φαινόμενο σε ό,τι θέλουν και μπορούν: στο ότι δεν είμαστε λαός, στην κατάρα της φυλής, στο ότι δεν μας θήλασε η μάνα μας κι ότι είναι κοντή η γραβάτα μας -- και σε άλλες παρόμοιες δοξασίες.

GatheRate

Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

The Grinch


Αν είσαι ποιητής, γράφε ποιήματα: μη μας ζαλίζεις με αισθαντικές παπάντζες και ασυνάρτητα ποιοτικά στιγμιότυπα στα σοσιαλμήντια.

Μη χαίρεσαι που το όνομά σου ακούγεται περισσότερο από το έργο σου.

Το ότι κάνεις κάτι αξιέπαινο δεν αναιρεί το ότι είσαι μαλάκας· το ότι είσαι μαλάκας δεν αναιρεί το ότι κάνεις κάτι αξιέπαινο.

Όχι, δεν είσαι έτοιμος να διδάξεις δημιουργική γραφή επειδή έχεις βγάλει δυο συλλογές διηγημάτων, τη μία στον Γαβριηλίδη.

Δεν είναι κακό να θες να βγάλεις γκόμενα με το πελώριο μυαλό σου, το πρόβλημα εστιάζεται στο ότι το βγάζεις και το πετάς στη μούρη ολωνών μας.

Δεν είναι κακό να θες να βγάλεις γκόμενο με τις αισθησιακές σέλφις σου, το πρόβλημα εστιάζεται στο ότι δεν το παραδέχεσαι και απορείς τάχα που κάποιοι παρεξηγούν το φίτνες τη σήμερον ημέρα.

GatheRate

Ακούγοντας τον Δημήτρη Παπαϊωάννου


Τις προάλλες πήγα σε μια συζήτηση του Δημήτρη Παπαϊωάννου με το κυπριακό κοινό. Όπως του είπα (ναι, έκανα ερώτηση), είμαι γκρούπι του από το 1998. Το έργο του Μέσα με άγγιξε πολύ πιο ουσιαστικά και βαθιά από όσο είχα καταλάβει τότε.

Με εντυπωσίασε πόσο εύγλωττος αλλά και συγκροτημένος ομιλητής είναι. Είχα καιρό να νιώσω έναν άνθρωπο που δεν είναι απλός Δάσκαλος αλλά ολόκληρο Σχολείο από μόνος του. Εδώ ταχυολογώ αποσπασματικώς κάποιες απαντήσεις σε ερωτήσεις του κοινού.

Χρειάζεται παιδεία για να απολαύσεις τη σύγχρονη τέχνη;
Ναι, χρειάζεται να εξασκηθείς στην υπομονή: όπως ελάχιστοι άνθρωποι είναι γοητευτικοί, το ίδιο ισχύει και για τα έργα. Πρέπει να έχεις την υπομονή να εκτεθείς σε αυτά.

Χρειάζεται πρώτα να αναγνωρίσουμε την ευαισθησία μέσα μας.

Ποιος είναι ο ιδανικός θεατής;
Ο ιδανικός θεατής είναι αυτός που θέλει να κερδηθεί όντας δύσκολος.

Τι συμβουλές έχετε να δώσετε σε νέους καλλιτέχνες;
Αν δεν το έχεις ανάγκη, μην το κάνεις.

Αν νομίζεις ότι ξέρεις τι κάνεις, παράτα τα (εδώ παρέπεμψε στον William Forsythe).

Μη βάζεις την καριέρα σου πάνω από το έργο σου.

Δες αυτή την ομιλία της Λώρι Άντερσον.

Επίσης είπε για τον κίνδυνο η πληροφορία να αντικαταστήσει την εμπειρία. Κατά τη γνώμη μου αυτή είναι η ουσιωδέστερη κριτική στη διαδικτυακή κουλτούρα -- χωρίς κινδυνολογίες κι ηθικούς πανικούς.

GatheRate

Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2017

Προσφυγικό, τέλη 2017


Το Προσφυγικό είναι το μεγάλο έγκλημα του καιρού μας. Κάποια στοιχεία βρίσκονται εδώ. Βεβαίως τα στοιχεία λεν ελάχιστα για το πώς έφτασαν αυτοί οι άνθρωποι στις ακτές μας και για το πώς ζουν μαντρωμένοι στα στρατόπεδα.

Έχουμε πείσει τους εαυτούς μας ότι η εξαθλίωση που το Φρούριο Ευρώπη προσφέρει σε όσους επέζησαν το πέρασμα της θάλασας είναι συνθήκη ελαφρώς καλύτερη από εκείνη που τους έδιωξε από τις πατρίδες τους. Δεν είμαι καθόλου σίγουρος. Αλλά ακόμα κι αν ήταν έτσι, λησμονούμε τις προσδοκίες αυτών των άνθρωπων, παραγνωρίζουμε ότι είναι άνθρωποι ακριβώς σαν εμάς και ότι πολλοί από αυτούς διαθέτουν βίους και βιογραφικά όπως τα δικά μας. Κάνουμε ότι ξεχνάμε πώς έφτασαν αυτοί οι άνθρωποι μέχρι τα ξώσπιτα του Φρουρίου Ευρώπη που λέγονται Ελλάδα -- όσοι έφτασαν ζωντανοί.

Δεν θέλω να μιλησω άλλο για το Προσφυγικό. Δεν θέλω να λέω σε 20 χρόνια ότι ξέραμε και δεν κάναμε τίποτε. Και δεν χρειάζονται ποιήματα και τραγούδια τώρα.

Θέλω να κάνω κάτι. Κι αυτή είναι μάλλον η τελευταία μου κουβέντα για το θέμα.

GatheRate

Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

Η κυρία Παρόδι


στον Μούτσο τον Μπλε

Πριν καιρό βρέθηκα προσκεκλημένος σε ένα δείπνο που κάποιοι φίλοι διοργάνωναν για μία συνάδερφό τους που έβγαινε στη σύνταξη μετά από χρόνια υπηρεσίας. Την έλεγαν κυρία Παρόδι και ήταν από την Αργεντινή. Εγώ την έβλεπα για δεύτερη φορά στη ζωή μου αλλά οι διοργανωτές με έβαλαν και κάθησα απέναντί της. Νομίζω ότι με κάθισαν εκεί, απέναντι από το τιμώμενο πρόσωπο, επειδή ήμουνα κάπως ξέμπαρκος και δεν γνώριζα πολλούς από τους συνδαιτυμόνες.

Καθόμουν λοιπόν στο ινδικό εστιατόριο απέναντι από την κυρία Παρόδι, που ήτανε λιγομίλητη, λεπτή σαν κλαράκι και με μεγάλα μάτια. Δεν ήξερα τι να πω. Η κυρία Παρόδι είχε μια ασαφή εικόνα για τη δουλειά μου κι εγώ ακόμα ασαφέστερη για τη δική της. Κοίταγα λοιπόν με αφοσίωση το νταλ μου, τις φακούλες μου δηλαδή, πέρναγα μα ζήλο ναν και πιλάφια στους διπλανούς μου και έπινα το κρασί μου γουλίτσα γουλίτσα, με τον τρόπο της γιαγιάς μου.

Η κυρία Παρόδι είχε εκφραστικά μάτια και μάλλον με έβλεπε όπου και να κοίταγε. Πάντως ήταν δύσκολο να μη με βλέπει, αφού ήμουν απέναντί της στους περίπου ογδόντα πόντους. Έπρεπε κάτι να πω. Και όπως κάθε φορά που εξαναγκάζομαι σε ψιλοκουβέντα, έκανα ένα θεαματικώς αδέξιο άνοιγμα:

"Παρόδι... όπως στο Έξι προβλήματα για τον δον Ισίδρο Παρόδι..." Με κοίταξε . "... του Χόρχε Λούις Μπόρχες..."

Σκεφτόμουν ότι εκείνη τη στιγμή πρέπει να έζεχνα βιβλίο. Ντράπηκα. Πώπω, σκέφτηκα, σαν να με ζύγωνε κανένας και να με άρχιζε με ελληνικές μυθολογίες και την Κρήτη όπου πήγε διακοπές. Ήπια μια γουλίτσα και άπλωσα να πιάσω την κουτάλα του μπολ μέσα στο οποίο έπλεαν τεμάχια κοτόπουλου κόρμα -- πολλοί συνδαιτυμόνες δεν μπορούσαν "τα πολύ καυτέρα", τρομάρα τους.

"Ναι, ναι... Χαίρομαι που γνωρίζετε το έργο του."

Ανάσανα. Άφησα την κουτάλα για μετά. την κοίταξα κι εγώ. Σκέφτηκα ότι οι Αργεντίνοι είναι οι Έλληνες της Λατινικής Αμερικής επειδή θεωρούν ότι τους χρωστάει χάρη η οικουμένη κι επειδή είναι τόσο ανώτεροι από αυτούς τους άλλους. Άρα, οκέι, κολάκεψα τον αργεντινισμό της. Σκέφτηκα και ότι πολλοί θα της έχουνε ξανακάνει το μπανάλ αυτό σχόλιο για το όνομά της. Αποφάσισα να πω την αλήθεια, μήπως και εξιλεωθώ:

"Είμαι μεγάλος θαυμαστής του Μπόρχες."

Χαμογέλασε και είπε:

"Τον Μπόρχες τον γνώριζα προσωπικά. Διάβαζα για αυτόν όταν ήμουν νέα -- αφού τυφλώθηκε."

Δεν έπιασα ποτέ την κουτάλα. Την κοίταξα μάλλον σαν καρτούν γιατί το χαμόγελό της πλάτυνε και γλύκανε.

Η υπόλοιπη βραδιά κύλησε υπέροχα. Είναι καλές φίλες με τη Μαρία Κοδάμα, τη γυναίκα του. Διάβαζε γι' αυτόν κάθε Πέμπτη (νομίζω, ήμουν ταραγμένος πια). Ήταν πολύ εσωστρεφής και λιγομίλητος άνθρωπος. Της είπα για τη συνάντηση του Πωλ Θερού με τον Μπόρχες όπως περιγράφεται στο old Patagonian Express. Της είπα ότι πήγα προσκύνημα στον τάφο του στη Γενεύη όπου βρήκα και του Μούζιλ εκεί πιο δίπλα. Μου είπε ότι ήταν αγγλόφιλος ο Μπόρχες και προσκολλημένος στη μητέρα του. Μου περιέγραψε το διαμέρισμά του, αλλά από την περιγραφή δεν θυμάμαι τίποτα. Μιλούσε αργά και προσεκτικά για τον Τυφλό, του απευθυνόταν με κάθε τυπικότητα όσο ζούσε. Συζητήσαμε συνοπτικά το έργο του. Απέφυγε διακριτικά να μου υπενθυμίσει ό,τι μου ξαναθύμισε ο Ρονκαλιόλο πριν μια βδομάδα, γεγονός που απωθώ ξανά και ξανά σε κύκλους σχεδόν σαν νεύρωσης, ότι ο Μπόρχες στήριζε τον μιαρό Βιδέλα και παρασημοφορήθηκε από τον Πινοτσέτ. Επανέλαβε ότι ήταν εσωστρεφής άνθρωπος και επιβεβαίωσε αυτό που λεν οι βιογραφίες του και ο ίδιος ο Μπόρχες: ότι φοβόταν τους καθρέφτες.

Αφού πέθανε ο Μπόρχες, η Κοδάμα μάζεψε φίλους και φίλες της για να καθαρίσουνε το διαμέρισμα στο Μπουένος Άιρες, είπε η κυρία Παρόδι. Είχαν οδηγίες να καταστρέψουν ό,τι σημειώσεις ή σημειωματάρια βρουν.

"Πήρα μαζί μου τέσσερα-πέντε σημειωματάρια δικά του."

Στη φωτογραφία ο τάφος του Μπόρχες στη Γενεύη

GatheRate

Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου 2017

Εναντίον της τσόντας


Όσο εύκολος και δεκτικός είμαι με τους ανθρώπους, αρκεί να μη νομίζουν ότι μπορούνε να με πιλατεύουν όπως τους καπνίσει ένεκα καρτερίας και κατανόησης μου, τόσο δύσκολος είμαι με το τι μου αρέσει. Κάποτε η Ζ μού είπε ότι κάτι πρέπει να με πείσει και να με κερδίσει για να πω "μου αρέσει", μια και η αρχική μου κατάσταση και διάθεση είναι το όχι.

Ωστόσο με ενθουσιάζουνε δύο διαγωνισμοί ριάλιτυ: το αμερικάνικο Master Chef και το Project Runway. Τους τραγουδιάρηδες και τα ταλέντα τα βαριέμαι: προτιμώ να βλέπω να διαγωνίζεται κόσμος που μπορεί να φτιάξει κάτι.

Τις προάλλες πάντως έπεσα σε ένα My Style Rocks. Ελληνικό. Δεν θα πω για τα ρίγη θυμηδίας, οίκτου και αναφυλαξίας που μου προκάλεσε η κριτική επιτροπή. Το θέμα της βραδιάς ήταν "ντύσου σαν σταρ". Η Ραμόνα, η οποία μαθαίνω ότι εξελίσσεται στον Τσάκα της δεκαετίας, ήξερε πώς να σταθεί μέσα σε αυτό το υβρίδιο αποκριάτικου πάρτυ και κυριακάτικου τραπεζιού με τάχα μου αστή αρχαία θεία: είχε ντυθεί Γκρέις Τζόουνς. Μια άλλη είχε ντυθεί Μπιγιονσέ. Εγώ όταν την είδα νόμισα ότι είχε ντυθεί πορνοστάρ σε ταινία με κυριλέ μιλφάρες, αφού φόραγε κάτι μπούστα και ρόμπες αραχνοΰφαντες. Μια άλλη πίσω, που δεν φαινότανε και πολύ καλά, έμοιαζε σαν να βγήκε από κάτι πορνό παρωδίες του Sons of Anarchy με ολίγη από πανκιό ταινίας Δαλιανίδη. Μετά άλλαξα το κανάλι γιατί μία νόμιζε ότι έμοιαζε στην Τάμτα.

Αλλά ναι, νομίζω ότι η τσόντα έχει αλώσει το σέξι μας.

Να εξηγηθώ. Επαναλαμβάνω ότι επί της αρχής δεν έχω τίποτε κατά της πορνογραφίας: και αναγκαία είναι και ευχάριστη. Ευχάριστη για τους ευνόητους λόγους και αναγκαία ως αντίσταση και αντίπραξη στον ασκητισμό, στον πουριτανισμό και στην έξωθεν ρύθμιση του βίου, των επιθυμιών και των ηδονών. Επιπλέον, τάσεις και αισθητικές θέσεις που ξεκινούν από την πορνογραφία διαμορφώνουν και την αισθητική μας και τη νοοτροπία μας.

Και κάπου εκεί βρίσκεται το πρόβλημα, γιατί η πορνογραφία δεν είναι ανεξαιρέτως επαναστατική και απελευθερωτική. Συγκεκριμένα:
Υπάρχουν σοβαροί λόγοι να έχεις πρόβλημα με την πορνογραφία. Η μεγάλη πλειονότητα του επαγγελματικά φτιαγμένου πορνογραφικού υλικού που κυκλοφορεί μας έρχεται είτε από μια γειτονιά του Λος Άντζελες, είτε από τρεις-τέσσερις ευρωπαίους υπερπαραγωγούς. Υπερφωτισμένα πλάνα, υπερσουλουπωμένες γυναίκες λες και φτιαγμένες από πρωτόγονο πρόγραμμα τρισδιάστατης σχεδίασης, απόλυτη σεναριακή προσκόλληση στο εξής τελετουργικό: στοματικό αλλέ, στοματικό ρετούρ, λούπα· σφυροκόπημα α λα καρτ και αλλαγή στάσης (ν φορές, όπου ν≤4), τέλος στα μούτρα ή εκεί γύρω. Βλέπεις ουλές από τις προσθετικές, βλέμματα λιγωμένα μα ντεκαυλέ, δωμάτια ξενοδοχείων, πισίνες στελεχών και σαλόνια βιλλών, αλλόκοτες ανατομίες (αλογίσιες ψωλές ανεξαιρέτως περιτμημένες, μουνιά σα σχισμές κουμπαρά από τις εγχειρίσεις κτλ.), τανύσματα, διαστολές, διατάσεις, ακούς βρωμόλογα που δεν είναι βρωμόλογα παρά κάπως άνοστα ξόρκια. Και όλα τ' άλλα είναι niche.
Η αισθητική αυτής της σχολής πορνογραφίας μάς έχει σβερκωθεί άσχημα. Αυτό είδα στο My Style Rocks. Η αμερικανική βιομηχανική τσόντα έχει διαμορφώσει πώς βλέπουμε το σέξι, το παιχνιδιάρικο, το καυλιάρικο -- ακόμα και το πώς βλέπουμε το ντύσιμο ινδαλμάτων εκτός πορνογραφίας. Πέρα από το ότι έχουμε εθιστεί στη "φωταψία, τάχα μου ανυπόκριτη και ειλικρινή, στη φάση "όλα στο φως" της αμερικάνικης εποχής μας", ενδυματολογικά κάθε τι σχετικό με την επιθυμία και τη διέγερση περνάει σχεδόν αποκλειστικά μέσα από το φίλτρο της πορνογραφικής ματιάς.

Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει με το πώς αντιλαμβανόμαστε και ζούμε τους έρωτες και τα γαμήσια και με το τι προσδοκίες έχουμε από αυτά. Όπως έγραφα πέρσι,
διακρίνω μια τάση, ίσως αυξανόμενη, να σκηνοθετούν και να στήνουν πολλοί την ερωτική τους ζωή με βάση τις τσόντες που βλέπουν, οι οποίες βεβαίως βρίσκονται εύκολα πια και σε αφθονία. Δεν σχολιάζω τη σεξουαλική προσήλωση κάποιων σε (πάρα) πολύ συγκεκριμένες πρακτικές και διαδικασίες -- ανθρώπινα είναι και αυτά. Επίσης δεν αναθεματίζω γενικώς και συλλήβδην την ερωτογραφία και την πορνογραφία, ούτε καν ως πηγή ιδεών και λύσεων για την ερωτοπραξία. Με απασχολεί κάτι γενικότερο: η μανία της ταύτισης, η ανάγκη να κάνουμε αυτά που βλέπουμε και να τα κάνουμε όπως τα βλέπουμε, αλλά και η έπειξη να συμμετάσχουμε κι εμείς σε κάτι σαν κι αυτό που βλέπουμε.
Βεβαίως υπάρχουν εναλλακτικοί παραγωγοί πορνογραφίας, όπως η σχολή της Erika Lust και άλλες πολλές. Υπάρχει πια η ερασιτεχνική τσόντα, ιδιωτικής στόχευσης στη μεγάλη της πλειοψηφία. Υπάρχουν πολλές και διάφορες ερωτογραφίες.

Ωστόσο το πρόβλημα παραμένει ότι η τσόντα, και μάλιστα αυτή που κυκλοφορεί και καταναλώνεται στο τζαμπέ διαδικτυακώς, κυριαρχείται από αυτό το προκάτ και βιομηχανοποιημένο πράμα που περιέγραψα πιο πάνω. Κι αυτό το πράμα δεν είναι ούτε ανταρσία ούτε αντίσταση παρά ακόμα ένας τρόπος να καλουπώσουμε βίο, επιθυμίες και ηδονές. Επιπλέον, όπως φάνηκε και στις παραπάνω περιπτώσεις διαγωνιζόμενων στο ριάλιτυ, αλλοιώνει όχι μόνο τον τρόπο που κατανοούμε και αντιλαμβανόμαστε αναλυτικές κατηγορίες όπως σέξι ή διεγερτικό αλλά διαμορφώνει και τον τρόπο που βλέπουμε τι φοράει π.χ. η Μπιγιονσέ.

Και τι να κάνουμε; Τα γνωστά: να βρούμε την δική μας τσόντα, τη σωστή, όπως ψάχνουμε να βρούμε το δικό μας φαγάδικο και το δικό μας μπαρ· να βρούμε την πορνογραφία που ταιριάζει σε εμάς και που δεν μας αναγκάζει να συμμορφωθούμε με τις δικές της μανιέρες -- πράγμα ευκολότερο αν είσαι πάνω από τριάντα, για να πω τη μαύρη αλήθεια. Και τι άλλο να κάνουμε; Να φτιάξουμε κι εμείς τη δική μας τσόντα.

GatheRate

Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

Επαρχία


Ο Σαββόπουλος μίλησε για άθλια χωριουδάκια κι ασυνάρτητη επαρχία.

Όμως η επαρχία είναι παραπάνω και πέρα από ασυνάρτητη. Μάλιστα, αν κάτι χαρακτηρίζεται από ασυναρτησία, αυτό είναι η ίδια η πόλη με την πολυμορφία της και την έλλειψη κεντρικών οργανωτικών αρχών και συνθηκών.

Την επαρχία τη συνοδεύει και την καθορίζει η στεκάμενη ομοιομορφία της. Και δεν εννοώ το τοπίο, εννοώ τα πάντα της. Η στεκάμενη ομοιομορφία των λόγων, των διαθέσεων, των τρόπων, των ηθών.

Την επαρχία πάντως τη χαρακτηρίζει η ασάλευτη ασχήμια της. Βεβαίως και οι πόλεις μπορεί να είναι άσχημες· αν φύγει κανείς από τις εξευγενισμένες ή τις φροντισμένες γειτονιές τους, συνήθως είναι άσχημες. Αλλά πρόκειται για την ασχήμια της ζωής: για τα υποπροϊόντα δράσης κι αντίδρασης, εμπορίου και φαγητού, διαφωνίας και καβγά, διέγερσης και οργασμού, καβγά και θανάτου. Στην επαρχία όλα είναι ασάλευτα γιατί όλα παρακολουθούνται στενά κι αποτελεσματικά. Αν παρελπίδα ξεφύγουν, θα επανέρθουν αμέσως στην ακινησία -- και τους κραδασμούς θα απορροφήσουν δυο τρεις ευαίσθητες ψυχές που χλευάζονται ή και κανας σαλός που παραμιλάει.
 
Η ατονία και η αυτάρεσκη μικροπρέπεια βασιλεύουν στην επαρχία. Όλοι στην επαρχία νιώθουνε θεοί, θεοί τοπικοί και χθόνιοι αλλά θεοί. Κάθε τι μικρό που σπινθηρίζει στην επαρχία δεν είναι χαρά, σαν αυτές που κρύβονται στις πτυχές και τους μαιάνδρους και τις εσοχές της πόλης, παρά το υποκατάστατο κάθε μεγάλης ιλαρότητας, η οποία ελλείπει στην επαρχία.

GatheRate

Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 2017

Cadenza, δέκα χρόνια μετά


Απόψε οδηγώντας μέσα στη νύχτα, όπως μου αρέσει, έβαλα να ακούσω το Heroes. Ωστόσο μετά το ομώνυμο τραγούδι έβγαλα το σιντί και έβαλα το Coming Up των Suede. Νομίζω ότι θα συμφωνήσετε κι εσείς πως αν κάποιος ακούσει το Trash αμέσως μετά το Heroes θα καταλάβει χωρίς πολλά πολλά αλλά και θα νιώσει τι έγινε μεταξύ 1977 και 1996 στον κόσμο όσων ένιωθαν και μάλλον ακόμα θέλουνε να νιώθουν νέοι.

Μετά το By the sea, που είναι ίσως από τα πιο όμορφα τραγούδια που έχει ξεχάσει πια ο κόσμος, έβαλα να ακούσω το πέμπτο κοντσέρτο του Μπετόβεν, δέκα χρόνια μετά στην ίδια διαδρομή όπως όταν έγραψα αυτό, όταν ήμουν ένας άνθρωπος γεμάτος ελπίδες αλλά νικημένος.

Αυτή τη φορά δεν άκουγα ζαμπόνηρες κι όλο φανφάρα μουσικές λιχουδιές, παρά κάτι δύσκολο και γι' αυτό όμορφο. Απόψε δεν άκουγα το πιάνο να απαντάει μελωδικά και δεξιοτεχνικά στις ντραμ-ντραμ-ντραμ-ντρουμ συγχορδίες της ορχήστρας, ούτε κάποιον άυπνο και καταπονημένο μαθητή πιάνου να πέφτει ηρωικά έχοντας εξαντληθεί μετά το εικοσάλεπτο πρώτο μέρος. Απόψε ένιωθα τη μουσική να μου λέει για τη ζωή μου, την άκουγα ταπεινά καθώς με ζωοποιούσε και αντιφωνούσε τη διάθεσή μου μεγαλόστομα όμως σοφά, απόψε άκουγα τα χέρια κάποιου που δεν ξέρω να τρέχουν μελωδικές γραμμές προς τα κάπου όπου δεν ήξερα πώς πάνε αλλά όπου ήθελα να είμαι.

GatheRate

Τρίτη, 7 Νοεμβρίου 2017

Μαγειρεία


Ελληνικό εστιατόριο


Νομίζω ότι το μαγειρείο είναι το κατ' εξοχήν ελληνικό εστιατόριο.

Όταν λέω "ελληνικό" έχω στον νου μου κάτι που ανήκει στον νεοελληνικό αστικό πολιτισμό. Άλλωστε εκτός πόλεως ο όρος "εστιατόριο " δεν έχει περιεχόμενο.

Πολλοί θα σκεφτούμε ότι το κατ' εξοχήν ελληνικό εστιατόριο είναι η ψησταριά κι η ταβέρνα. Κι όμως μέχρι τη δεκαετία του '80 η ψησταριά, η ταβέρνα ήτανε χώροι διασκέδασης και όχι εστίασης.

Ο λόγος που σήμερα θεωρούμε τις ψησταριές και τις ταβέρνες (στην εκδοχή του σχάρα-φριτέζα-μικροκύματα) τα κατ' εξοχήν ελληνικά εστιατόρια οφείλεται σε πολλούς παράγοντες: επικράτηση των ντελίβερυ, αποθέωση της κρεωφαγίας, κτλ. Ένας ακόμα βασικός παράγοντας, όπως και σε πολλές άλλες εκφάνσεις του νεοελληνικού βίου, ήταν η μετακένωση του τι θεωρούν οι δυτικοευρωπαίοι ότι είναι ελληνικό εστιατόριο. Με άλλα λόγια: Γερμανοί και Γάλλοι και λοιποί θεωρούν ότι ελληνικό εστιατόριο είναι η ψησταριά, άρα η ψησταριά είναι.

Βιτρίνες


Μαγειρείο δεν υπάρχει χωρίς βιτρίνα. Η βιτρίνα αντιστρέφει τη λογική του γαλλικού restaurant: εκεί πρέπει να μαντέψεις τι θα φας βάσει της περιγραφής στο μενού. Πρώτα το κείμενο και μετά το φαγητό, πολλές φορές ως έκπληξη.

Στο μαγειρείο βλέπεις τα ταψιά και τα κατσαρόλια πίσω από τη βιτρίνα· κατόπιν ενδεχομένως να χρειαστεί να σου εξηγήσουν τι είναι αυτό που βλέπεις (θα μιλήσω πιο κάτω για τις σάλτσες). Προηγείται η εικόνα και η μυρωδιά, αφού πολλές φορές αχνίζουν τα περιεχόμενα των ταψιών και των κατσαρολιών, και έπεται το κείμενο, συνήθως μονολεκτικοί όροι (μπριάμ, ιμάμ, στιφάδο, μπάμιες, χοιρινό με πατάτες).

Σάλτσες


Αυτό που έπρεπε να ξέρεις πριν πας να φας σε μαγειρείο ήταν ότι οι σάλτσες, τα λάδια και τα λίπια αφθονούν κι ανακυκλώνονται: από το κοκκινιστό στη μακαρονάδα, από το χοιρινό ρολό στις λεμονάτες πατάτες  (με μέτρο).

Τα φαγητά στα μαγειρεία ήταν επίσης ακαταμάχητα γιατί χρησιμοποιούσαν το ενισχυτικό γεύσης "νόστιμο", δηλαδή γλουταμινικό μονονάτριο -- ναι, το MSG που ανακάλυψαν τα χιψτερόνια ως ουμάμι. Γι' αυτό και τα φασολάκια του μαγειρείου δεν χρειάζονταν κύβο κνορ και σίγουρα υπερτερούσαν των σπιτικών: ήτανε βαφτισμένα με λίπη και πασπαλισμένα με νόστιμο.

Βεβαίως τότε ο κόσμος των μαγειρείων δεν έσκαγε για νηστείες και τέτοια.

Η προσποίηση του σπιτικού φαγητού


Η πελατεία των μαγειρείων ήταν η εργαζόμενη ή ακαμάτρα μάνα που έπαιρνε φαγητά σε πακέτο (το τέικ εγουέι της εποχής), ο φοιτητής, ο εργαζόμενος άντρας που είχε την πολυτέλεια να του δίνουν διάλειμμα για φαγητό κι έπρεπε να πεταχτεί να φάει κάπου κοντά.

Η εργατική τάξη δεν τρελαινόταν για σάντουιτς μέχρι πρόσφατα, αφού αρκετό ψωμί και ψωμοτύρι είχε στουμπωθεί, ενώ τα σουβλάκια ήτανε για βράδυ με μπύρες (μόνο στην Κάνιγγος έβρισκες σουβλάκια μεσημέρι, από γάτα και καλά, στην Αθηνάς και στο Μοναστηράκι πουρ λε τουρίστ).

Το μαγειρείο λοιπόν παρίστανε ότι σε ταΐζει σπιτικό φαγητό όπως γιουβαρλάκια, παστίτσιο, παπουτσάκια, φρικασέ, αλλά βεβαίως επρόκειτο για υπερπαραγωγή σάλτσας και νοθείας.

Κάτι που πάει πακέτο με το μαγειρείο ως τρόπο εστίασης είναι η δυνατότητα να πάρεις μια ολίγη, μαζί με μια σκέτη ρύζι π.χ., να ισορροπήσεις δηλαδή μεταξύ τσιμπολογήματος τύπου μεζέ και "κανονικού" μασαμπουκιάσματος.

GatheRate

Χειμώνας

Πολλοί από εκείνους στέργουν κι αποζητούν συστηματικά το καλοκαίρι τελικά έχουν ανάγκη τη στανική εξωστρέφεια που επιβάλλει το θέρος· στέργουν την αποκάρωση του καλοκαιριού και που δεν σου επιτρέπει να ξεφύγεις από την κατάσταση του έξω κόσμου, είτε είναι γεμάτος σκόνη κι υγρασία και καύμα, είτε -- κατά το ιδανικό τους -- είναι γεμάτος θάλασσα.

Απεναντίας το κρύο και η σιωπή του χειμώνα, η βαρειά ησυχία από εξωτερικά ερεθίσματα, η ανάγκη να προστατευτείς από τη βροχή ή από το χιόνι σε εξαναγκάζει να ακτινοβολήσεις ό,τι έχεις εντός σου. Αν εντός σου υπάρχει κάτι που δεν αντέχεις ή που σε πνίγει, ο χειμώνας σε συνθλίβει. Όμως καθόλου δεν σου φταίνε τα στοιχεία της χειμερινής φύσης, παρά η σιωπή γύρω σου που αυτά επιβάλλουν και που σε αναγκάζει να ακούσεις και να νιώσεις ό,τι έρχεται από μέσα σου.

GatheRate

Κυριακή, 5 Νοεμβρίου 2017

Το θέαμα του πόνου


στον Αλέκο Μοριανόπουλο

Το έργο της Βούλας Παπαϊωάννου το έχω σε πολύ μεγάλη εκτίμηση. Οι φωτογραφίες της είναι πάντοτε συνθετικά καθαρές και μιλούν αργά και ξεκάθαρα χωρίς να φωνασκούν νεορεαλιστικά. Επίσης, χωρίς το έργο της, τόσες δεκαετίες μετά θα πιστεύαμε ότι η μεταπολεμική Ελλάδα ήταν ανεμελιά τύπου Time-Life και εκείνη η φωτό των λαμπερών Χαυτείων με τις κουρσάρες.

Αυτή η φωτογραφία λέγεται "Οικογένεια ορφανή από πατέρα", είναι του 1945 και βρίσκεται στο Μουσείο Μπενάκη. Τώρα θέλω μόνο να σχολιάσω την πόζα του γιου στα αριστερά, πρέπει να είναι ο μεσαίος. Νομίζω ότι διακρίνω αδημονία κι αγανάκτηση. Ενδεχομένως δυσανασχετεί που τον έστησαν εκεί να τον φωτογραφίσουν ως ορφανό με τα αποφόρια και τα κοντά παντελόνια -- θυμάμαι να μου λέει ο πατέρας μου πόσο κανονικός άνθρωπος αισθάνθηκε όταν πρωτοφόρεσε μακρύ παντελόνι. Ίσως νιώθει ο μικρός τέρμα αριστερά ότι αυτή η φωτογραφία θα χρησιμοποιηθεί για να συγκινήσει κάθε λογής φιλανθρώπους και ευεργέτες, ξένους και εγχώριους. Δείτε και το αριστερό χέρι της γυναίκας, σκεφτείτε ότι η φωτογραφία τραβήχτηκε το 1945: δεν ορφάνευες από κακιές αρρώστειες τότε.

Κοίταζα τη φωτογραφία όχι για να την ερμηνεύσω αλλά γιατί με μαγνήτισε -- την έκφραση του μικρού την πρόσεξα πιο μετά. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο ο συνειρμός με έφερε στις φωτογραφίες του μικρού Αμίρ να κρατάει ένα χειρόγραφο χαρτόνι με το ισοδύναμο του Raus και να επιδεικνύει την κοτρώνα που έσπασε το τζάμι του παραθύρου του. Φωτογραφίες που αποσκοπούν στο να ευαισθητοποιηθεί η κοινή γνώμη, βεβαίως, της κινής γνώμης που θέλει να δει και δεν θέλει να πιστέψει αν δεν δει, που μέσα στην ασφάλειά της σπεύδει να κατηγορεί τα θύματα ότι στέργουν τη θυματοποίησή τους, όταν δεν την προκαλούν.

Δεν πάνε και τόσα πολλά χρόνια που ήμουν 11, αν και ξένος υπήρξα πολύ αργότερα και με τους πιο κυριλέ όρους. Θυμάμαι ότι δεν άντεχα που με πήγαινε η μάνα μου σχολείο επειδή η διασταύρωση Βαλτινών και Μουστοξύδη ήτανε καρμανιόλα (όπως έλεγαν τότε). Δεν θες να ξεχωρίζεις όταν είσαι 11 χρονών αγόρι. Συνεπώς δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα ήταν να πηγαίνω σε ένα σχολείο όπου όλοι οι μικρόψυχοι επαρχιώτες του Λεκανοπεδίου με κοιτάνε με μισό μάτι κι από μακριά, στο οποίο με κληρώνουνε για κάποια τελετή τους με βηματισμούς και λάβαρα όμως μετά παίρνουνε πίσω αυτό που έβγαλε ο κλήρος, ενώ κατόπιν μου πετάνε πέτρες στο σπίτι και -- στο τέλος -- πρέπει να ποζάρω με πέτρες και παιδιόφραστα σημειώματα μίσους, μήπως και με λυπηθούνε. Δεν μπορώ να το φανταστώ. Αλλά νιώθω πως μέσα του ο Αμίρ δυσανασχετεί όπως ο πιτσιρικάς της φωτογραφίας, ο τέρμα αριστερά.

GatheRate

Παρασκευή, 3 Νοεμβρίου 2017

Friendzoned! Friendzoned?



Υποθέτω ότι οι συζητήσεις για το λεγόμενο friendzoning, το να ενδιαφέρεσαι για γυναίκα και να σου λέει "σε βλέπω σαν φίλο / φιλικά", είναι κάτι που αφορά μόνο "καλά παιδιά" και μάλιστα κάτω των 30, άντε 35 άμα μένουν ακόμα μαζί με τη μαμά.

Είμαι πρακτικός άνθρωπος όταν δεν είμαι επί της αρχής, οπότε ας το δούμε πρακτικά το ζήτημα.

Τα καλά παιδιά

Γιατί αφορά μόνον τα καλά παιδιά το friendzoning; Επιδή υποτίθεται ότι οι γυναίκες καβατζώνουν τα καλά παιδιά αποκλειστικά για παρέα, για υποστήριξη και αγνή συντροφιά, για επίδειξη εσωψύχων και για απάγκιο. Την ίδια ώρα πάνε και το δίνουν (ξέρουμε ποιο) σε κάτι μαλάκες ή ψυχάκηδες, γιατί οι μαλάκες είναι γαμιάδες ή είναι γαμιάδες και το ξέρουν κ.ο.κ. Όταν λοιπόν οι μαλάκες ή ψυχάκηδες τις πληγώσουν καταφεύγουν στο καλό παιδί που βρίσκεται στη friendzone. Και το μαρτύριο του Ταντάλου συνεχίζεται για το καλό παιδί, γιατί οι φίλοι δεν γαμούν ούτε κυριολεκτικά ούτε βεβαίως με την κακή έννοια.

Αυτό είναι το σενάριο. Το friendzone παρουσιάζεται ως φυλακή των καλών παιδιών, που ναι μεν δεν θέλουν μόνο μια ξεπέτα με την κοπέλα μα τελικά καταλήγουν να έχουνε λευκή σχέση μαζί της, αφού τη νοιάζονται βεβαίως την κοπέλα -- καλά παιδιά γαρ.

Το ψέμα δεν το βλέπεις 

Πριν μιλήσουμε για το friendzone πρέπει να το ξεχωρίσουμε από την ατάκα "α, σε βλέπω σαν φίλο / σαν φίλο". Το οποίο είναι ψέμα και ξεφόρτωμα: το έχω φάει ως χυλόπιτα 4-5 φορές (πάνε και δεκαετίες, δεν θυμάμαι πια), δεν το έχω ρίξει ποτέ γιατί τέτοια ψέματα δεν λέω. Άρα, το friendzone δεν είναι η (όποια) ξήγα που εξαρχής αποκλείει το σεξ ή το σεξ με προοπτική σχέσης -- άλλο το ένα άλλο το άλλο, να τα λέμε αυτά τώρα που γυρίζαμε στα φίφτιζ. Άμα σου πει "σε βλέπω σαν φίλο", λες σαν άντρας "έχω φίλους και φίλες που δεν προκαλούν, εσένα όμως σε θέλω" και την κάνεις με το κεφάλι σου ψηλά.

Συνεπώς στο friendzone το καλό το παιδί μπαίνει γιατί θέλει να μπει και με τη θέλησή του εισέρχεται και με τη θέλησή του παραμένει. Συνεταξάμην φάση. Και μπαίνει στη Ζώνη ενδεχομένως γιατί είναι σοσιαλδημοκράτης και πιστεύει ότι κύμα το κύμα η πέτρα λιώνει / το γκομενάκι αργά καυλώνει -- με καρμπονάρες και σειρές και φιλικά μασάζ. Ενδεχομένως πάλι είναι ασκηταράς και πιστεύει ότι την ταντάλεια στέρηση θα την εξαργυρώσει (σε αυτή τη ζωή) με ένα αποκαλυπτικό κι εκπάγλου δόξης πήδημα, με αυτή την προσδοκία μελλόντων αγαθών.

Γιατί λοιπόν θυμώνει το καλό παιδί που μένει με το πουλί στο χέρι ενώ βλέπει τα άλλα τραίνα (τα τσογλάνικα, τα καγκούρικα, τα μεσήλικα και αλκοολικά) να περνούν; Γιατί η σοσιαλδημοκρατία και η θρησκεία απογοητεύουν πάντοτε· άλλωστε ο κόσμος μας είναι γεμάτος απογοητευμένους οπαδούς και των δύο που τους έχει στρίψει λιγάκι.

Γιατί οι άντρες δεν βάζουνε γυναίκες στο friendzone;

Ένα καλό κορίτσι που φτιάχνει καρμπονάρες, βλέπει Νάρκοζ και σου κάνει φιλικά μασάζ το παντρεύεσαι. Επίσης, αν σε πιάσει γυναίκα για την οποία ψήνεσαι και σου πει "Βασιλάκη θα με γλείψεις λίγο;" δεν της λες "σε βλέπω σαν φίλη": είτε προσκυνάς τον Γιαραμπή που σε έλουσε με μπερεκέτια είτε φεύγεις πανικόβλητος από την κάργια: Ελληνική Πατριαρχία, μέρος 1ο. Παμ' παρακάτω.

Γιατί ρε γαμώτο ποτέ δεν κερδίζω σε τούτο το λόττο του έρωτα εγώ; 

Και φτάνουμε στο κρίσιμο ερώτημα: Γιατί εγώ, Θεέ μου; Κακά τα ψέματα, όποιος είναι άνω των 23 ξέρει καλά ότι στη friendzone δεν μπαίνεις απλώς γιατί είσαι "καλό παιδί" αλλά μπαίνεις εκουσίως όπως μπήκε ο άλλος στη Ζώνη στο Στάλκερ: πας γυρεύοντας. Και μένεις εκεί γιατί ναι μεν είσαι αρκετά ευαίσθητος ώστε να καρτερείς και να σκάβεις λίγο λίγο πίσω από το πορτραίτο της Ρίτας της Χέιγουωρθ, αλλά δεν είσαι και τόσο αδερφή για να αποδεχτείς ότι με κάποιες γυναίκες εσύ θες να παραμείνεις φίλος κι ας μην τις γαμήσεις ποτέ. Γιατί τότε θα είσαι, εεε, αυτό ακριβώς: αδερφή.

Το ερώτημα παραμένει όμως: τόσα και τόσα καλά παιδιά πιάνουν οι γυναίκες, τα βάζουν κάτω (ή κάπου, τέλος πάντων) και βγάζουνε το θηρίο από μέσα τους -- γιατί τα καλά παιδιά είναι μουλωχτά και κρυπτογρρρρ. Γιατί όχι εμένα, Θεέ μου;

Λοιπόν, έχουμε και λέμε. Μια γυναίκα θα σε βάλει στο friendzone επειδή:
  1. Τη γνωρίζεις, πάτε για φαΐ και μέσα σε 45 λεπτά τής έχεις πει για τον ανείπωτο πόνο που σου προκάλεσε η πρώην σου. Ότι δεν σε κατάλαβε καμμία ποτέ. Πόσα έχεις να δώσεις. Και λέει η γυναίκα "Θε μου, είναι κολλιτσίδας και είναι και ψυχ -- με την κακή έννοια, όχι την καυλωτική".
  2. Τονίζεις στο πρώτο ραντεβού -- σε φάση captatio benevolentiae -- ότι δεν είσαι σαν όλους τους άλλους, ότι δεν είσαι της ξεπέτας και ότι είσαι ευαίσθητος. Και λέει η γυναίκα "Αμάν, θέλει στεφάνι". Οπότε friendzone. Εκτός αν θέλει στεφάνι, οπότε εμπίπτει στην κατηγορία "κάργιες που θέλουνε να σε κουκουλώσουν" κι όχι "κάργιες φρεντζονίστριες".
  3. Απλούστατα επειδή δεν την καυλώνεις αλλά θεωρεί κατά τ' άλλα ότι θα ήσουν καλή παρέα. Αλλά αυτό θα ήταν φιλία, άρα θα ήσουν αδερφή. Και μπαίνεις στη friendzone, που εκείνη (θέλει να) νομίζει ότι είναι φιλία, κι εσύ ότι είναι προθάλαμος παστάδας ή, έστω, πίπας μετά από μαργαρίτες που της έφτιαξες για να δείτε τον πέμπτο κύκλο του Game of Thrones.

Δηλαδή δεν φταιν οι γυναίκες ποτέ ρε Σραόσα;

Φταίνε που δεν ακούνε πάντοτε αρκετό Γιώργο Μαργαρίτη, Έλλα Φιτζέραλντ, Έλβις Κοστέλλο, και Lady Gaga.

GatheRate

Γιατί χαίρεται ο κόσμος;


Νομίζω ότι πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο φασισμός σαγηνεύει μαζικώς εκλογικά σώματα και πολιτικούς. Μάλιστα, σαγηνεύει τα εκλογικά σώματα τόσο εκτενώς, ώστε κόμματα που μέχρι πριν 20 χρόνια ευαγγελίζονταν κεντροδεξιές πολιτικές σε χώρες όπως η Δανία, η Αυστρία, η Ελλάδα, η Αγγλία -- για να μην πει κανείς για την Ουγγαρία -- ολισθαίνουν προς τα ακροδεξιά με σταθερό ρυθμό.

Επίσης νομίζω ότι ο μεγάλος υπεύθυνος για αυτή τη νεκρανάσταση της πιο απάνθρωπης και μισανθρωπικής ιδεολογίας που έχει γνωρίσει ο κόσμος -- μαζί με την αποικιοκρατία, ενδεχομένως -- είναι η σοσιαλδημοκρατία.

Το θέμα εδώ δεν είναι η ιδεολογική αμηχανία της σοσιαλδημοκρατίας, ούτε καν οι κατά κανόνα καταστροφικές πολιτικές που προκύπτουν από αυτή την αμηχανία και από την ψυχαναγκαστική προσκόλληση στη "μεσότητα" που παραγνωρίζει πραγματικές ανισότητες και πώς αυτές παράγονται. Άλλωστε, επί δεκαετίες μετά από κάθε ατζαμή σοσιαλδημοκράτη αναλάμβανε κάποιος κωλοπετσωμένος κεντροδεξιός που ήξερε ακριβώς τι φταίει για την αδικία και την ανισότητα και φρόντιζε να τις ενισχύσει ώστε να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα που εξ ορισμού υπηρετεί η Δεξιά. Αλλά φασισμός όχι έτσι, όχι φανερά, όχι λαϊκός.

Η σοσιαλδημοκρατία εξέθρεψε εμμέσως αλλά αποτελεσματικά τον φασισμό που τώρα φουσκώνει παντού όταν οι "μάζες", που δεξιοί, κεντρώοι αλλά και κάποιοι θεμουσχώραμε αριστεροί περιφρονούν εξίσου, επιτέλους κατάλαβαν ότι η και η σαρξ της σοσιαλδημοκρατίας ήταν ασθενής αλλά και το πνεύμα της βαθύτατα απρόθυμο, εγκλωβισμένο στην αταξική καλοσύνη και στη δειλή μεσότητα που δουλεύουν μόνο σε καιρούς αφθονίας και κεϋνσιανικού ελέγχου της αδηφαγίας του κεφαλαίου. Πιο συγκεκριμένα, η σοσιαλδημοκρατία ψόφησε όταν αποδέχθηκε ότι μέρος της μεσαίας τάξης "δικαιούται" να πλουτίσει κι ότι ο πολιτικοποιημένος ατομισμός είναι μέρος κοινωνικών πολιτικών.

Και γιατί το φιάσκο της σοσιαλδημοκρατίας εξέθρεψε τον λαϊκό φασισμό; Γιατί αυτό μας έρχεται: λαϊκος φασισμός. Είναι μάλλον απλό: όταν λόγω σοσιαλδημοκρατίας και μέσα στη σοσιαλδημοκρατία ως εργάτης επανειλημμένα παραγκωνίζεσαι, περιθωριοποιείσαι, αγκομαχάς κι έχεις να ελπίζεις μόνο σε δάνεια ή και σε τίποτα, φυσικό είναι να μη θες να είσαι πια εργάτης· αναμενόμενο είναι να θες να επαναπροσδιοριστείς ως περήφανο εθνικό υποκείμενο: έτσι θα είσαι φαντασιακώς ίσος με τα άλλα εθνικά υποκείμενα και, άμα στείλετε στα ΚαΤσέτ ξένους και τίποτα μειονότητες, μπορεί και να δεις άσπρη μέρα.

GatheRate

Τρίτη, 31 Οκτωβρίου 2017

Τα Βιβλία του Πρόσπερο


Απόψε θυμήθηκα απότομα τον ΛΖ ενώ πήγαινα να πάρω ψωμί. Χρόνια είχα να τον σκεφτώ.

Τον γνώρισα ως αδερφό μιας κοπέλας που μου άρεσε αλλά τα είχε με φίλο. Ξημεροβραδιαζόμουν σπίτι της με τις ώρες, κουβεντιάζαμε. Αυτό έκανε η νεολαία τότε: κουβέντιαζε. Πότε για την τέχνη, πότε για το 01, πότε για μουσική και το κλάμπινγκ των άλλων (μπατήρια γαρ), πότε για σινεμά και τη Ριβιέρα ή το Βοξ -- που ήτανε της γειτονιάς γιατί ναι οι μεγάλες αθηναϊκές ιστορίες ή στον Πειραιά ή πέριξ της Καλλιδρομίου εκτυλίσσονται· κακά τα ψέματα.

Η κοπέλα λοιπόν αυτή είχε αδερφό τον ΛΖ: βιολιστή, αθλητή και αρχιτέκτονα: ήτανε ταυτόχρονα και τα τρία. Βεβαίως, όπως βεβαίωνε κι η αδερφή του και φίλη μου, ο Θεός πάντοτε κρατάει και μια καβάτζα: ήτανε κακάσχημος.

Κάποια στιγμή για ασήμαντη αφορμή τα πράγματα με την κοπέλα αυτή δυσκόλεψαν. Πριν τα κοινωνικά μέσα οι ανθρώπινες σχέσεις μπορούσαν να ξεθεμελιωθούν άξαφνα κι απροειδοποίητα εξαιτίας ευτελών θεομηνιών που δεν ήξερες από πού ήρθαν και πώς έσκασαν πάνω τους: δεν υπήρχε σοσιαλμηντιακή καταγραφή σε πραγματικό χρόνο, ούτε πλούσιο αρχείο αλληλογραφίας (έστω υπό μορφή ίνμποξ τύπου kavla και mwromou).

Όπως συνήθιζε η νεολαία τότε, όπως συνηθίζαμε, αρχίσαμε λοιπόν τις εκ βαθέων εξομολογήσεις. Πήγα σπίτι της, έφτιαξε καφέ και παραδέχτηκε ότι της άρεσα γιατί υπέθετε ότι θα ήμουν καλός στο κρεβάτι, ενώ εγώ παραδέχτηκα ότι και να μου άρεσε το καταπίεζα -- τα πράγματα λέχθηκαν περίπου έτσι και εντελώς inter alia. Μετά μιλήσαμε για τα βάσανά μας: εγώ για τη Σχέση, που θεωρούσε δεδομένο ότι καμασούτριζα με την κοπέλα όσο εκείνη τη φρουρούσε σπίτι ο μπαμπάς της· εκείνη για την οικογένεια και τον γκέι αδερφό της, τον ΛΖ, που έφερνε άντρες στο σπίτι.

Μέσα στον γενικό συγκινησιακό χαμό εμφανίζεται στο σπίτι και ο ίδιος ο ΛΖ, εν είδει καταλυτικού παρείσακτου σε θεατρικό του 19ου-20ου αιώνα, και μας λέει σχεδόν χωρίς εισαγωγή ότι άλλο αυτός άλλο οι επιθυμίες του (του άρεσε να παίρνεται με φορτηγατζήδες στα φορτηγά) και ότι το πνεύμα του και το ταλέντο του (ναι! είπε ταλέντο) και η ζωή βρίσκονται πάνω από όλα αυτά, καθαρά και αμόλυντα. Εγώ, ημιμαθής και χαζός και εξοικειωμένος ελάχιστα με τα βάσανα των ομόφυλων ερώτων, του είπα ότι αυτό είναι δυισμός χειρίστου είδους, ότι αν δεν είναι ο έρωτας (δεν έλεγα 'σεξ', 'γαμήσι', 'λαγνουργία', 'ερωτοπραξία' τότε -- ενώ 'καύλα' έλεγαν μόνον το πορνό, ο Δημήτρης Λιγνάδης και οι τρικαλινοί) μέρος της ζωής μας και του ποιοι είμαστε, τότε τι είναι;

Η απάντηση του ΛΖ ήταν ότι "κάποια πράγματα είναι πολύ βρώμικα για να είναι μέρος της ζωής μας κι ότι αυτά είναι απλώς αναγκαία κακά". Εγώ σκέφτηκα πως σκεφτόταν τον έρωτα (δηλαδή το γαμήσι) σαν να είναι κάτι όπως το χέσιμο και θύμωσα και ταράχτηκα. Όμως ήταν αθλητής, τριαντάρης, βιολιστής κι αρχιτέκτονας. Ήτανε και γκέι άντρας και από τότε είχα καταλάβει ότι θέλει αρχίδια ('cojones' τα έλεγα τότε) να είσαι πούστης -- οπότε δεν θα καθόμουν να του πω για τη ζωή του. Αν και εντελώς βόιδι για 21 χρονών γαϊδούρι, μέχρι εκεί έφτανε το μυαλό μου.

Μετά πήγαμε κι είδαμε τα Βιβλία του Πρόσπερο. Μετά συζητήσαμε την ταινία περπατώντας πίσω προς τα Εξάρχεια. Μετά δεν ξαναειδωθήκαμε ποτέ.

GatheRate

Δευτέρα, 30 Οκτωβρίου 2017

Κύματι θαλάσσης


Κάτι που χαρακτηρίζει τη βυζαντινή εκκλησιαστική ποίηση είναι μεν η προσκόλλησή της στα διακείμενά της, ιερά και όχι τόσο ιερά, αλλά και το θράσος της επινόησης που τη διακρίνει, η ξεδιάντροπη σχεδόν ελευθεριότητα της ποιητικής φαντασίας -- κάτι που την έκανε αρεστή σε κάποιους Έλληνες σουρρεαλιστές.

Δείτε αυτό, το γνωστό:
Κύματι θαλάσσης
τὸν κρύψαντα πάλαι
διώκτην τύραννον
ὑπὸ γῆς ἔκρυψαν
τῶν σεσωσμένων οἱ Παῖδες.
Τι θέλει να πει ο ποιητής, δηλαδή ο Κοσμάς ο Μελωδός ή Κοσμάς Μαϊουμά; Ότι οι παίδες των σεσωσμένων έθαψαν αυτόν που κάποτε κάλυψε με το κύμα της θάλασσας κάποιον "διώκτη τύραννο".

Και σκέφτεσαι: τον Χριστό (αυτός είναι ο κρύψας) δεν τον έκρυψαν οι παίδες των σεσωσμένων αλλά ο Ιωσήφ Αριμαθαίας. Αλλά οκέι, Επιτάφιο έχουμε δεν βαριέσαι. Εδώ λοιπόν το πού και το πότε ακούγεται ο στίχος υπερτερεί της όποιας βιβλικής αλήθειας -- σχεδόν όπως τολμάμε να κάνουμε πια μόνον όταν σκαρώνουμε ερωτική ποίηση.

Μετά βάζει τον Χριστό, προφανώς ως Υιό του Θεού και δεύτερο πρόσωπο της τριαδικής θεότητας, να κρύβει μέσα στην Ερυθρά Θάλασσα αυτοπροσώπως τον Φαραώ διώκτη και τύραννο. Γιατί; Γιατί μπορεί. Why not deal in absolutes if you can? Ο Υιός και Λόγος του Θεού, άναρχος, άκτιστος, αΐδιος κτλ. εκτέλεσε ο ίδιος (ομοουσίως και αδιαιρέτως) το μεγάλο γεωλογικό εφέ που έκλεισε τα νερά της Ερυθράς Θάλασσας πίσω από τους τρεχάτους ισραηλίτες του Σεσίλ ντε Μιλ. Μόνον ο Σαίξπηρ τολμάει ακόμα να κάνει τέτοια γκραν ζετέ ποιητικά. Μετά μας μπούκωσε το μέτρο, η σεμνότητα κα η ακριβολογία ή (χειρότερα) στόμφος κενός.

Μια ποίηση στρατευμένη στο παντοδύναμο Απόλυτο, όπως του Κοσμά, μπορεί να ισχυρίζεται ό,τι θέλει, να κάνει άλματα μακρινά και τρίδιπλα, να επιστρατεύσει κάθε βορειοκορεάτικο υπερθετικό και ακόμα να κυριολεκτεί, τουλάχιστον στα αυτιά των ακροατών της εφόσον είναι πιστοί. Αυτό της δίνει πρωτόγνωρη ρώμη και τόλμη.

GatheRate

Μωρό μου!

Η φίλη μου η Ειρήνη μού δάνεισε τους Φτωχούς του Ντοστογιέφσκι το 1997. Δεν τους διάβασα ποτέ και δεν της τους επέστρεψα ποτέ γιατί μόνασε και απαρνήθηκε τα υλικά αγαθά.

Λίγες βδομάδες αφού μου δάνεισε το βιβλίο πήγαμε και είδαμε τη Diva του Μπενέξ. Την έβλεπα για δεύτερη φορά και εμένα μου ξανάρεσε, τότε, της Ειρήνης καθόλου.

Μετά από μια βδομάδα είδαμε τη Μικρή Βέρα, που είχε κάνει πάταγο τότε καθώς τα καλόπαιδα της Ευρώπης ανακαλύπταμε όψιμα το δουλεμπόριο που οι φιλάνθρωποι φιλελεύθεροι θα ονόμαζαν "τράφικινγκ". Εκείνης της άρεσε, εμένα με φρίκαρε βαθιά.

Μετά, αφού συζητήσαμε την ταινία και την άγνωστη τότε Ρωσία,  είπαμε να πάει ο καθένας σπίτι του. Με ρώτησε λοιπόν:

"Διάβασες τον Ντοστογιέφσκι;"
"Δεν μου πολυαρέσει, ρε Ειρήνη."
"Α δεν έχεις δίκιο..."
"Άσε που αυτά τα αιμομικτικά μανούλα και τα μανίτσα που αποκαλεί ο τύπος την γκόμενά του με ενοχλούν -- πολύ ανωμαλία ρε συ."
"Ενώ, αν το σκεφτείς, το μωρό μου είναι νορμάλ;"

GatheRate

Κυριακή, 29 Οκτωβρίου 2017

Ο άλλος, 2043


he dreamed, I now realize, the impossible date on that dollar bill

Πίσω στον χρόνο δεν θα ταξιδέψουμε ποτέ, τουλάχιστον όχι όπως θα θέλαμε. Αλλά όταν θα είμαι 70, το 2043 (ούτε το 2046, ούτε το 2049) θα επισκεφθώ τον 19χρονο εαυτό μου στο όνειρό του, με τον τρόπο του Χόρχε Λούις Μπόρχες, αφού τότε θα την έχουμε αναπτύξει αυτή την τεχνολογία βεβαίως.

Αντίθετα με τον 70χρονο Μπόρχες, δεν θα του αποκαλύψω το μέλλον του: η φρίκη ενός και μόνον ενός εφιάλτη στον οποίο συναντάει τον εβδομηντάχρονο εαυτό του, τον εαυτό μου, εμένα, θα αρκούσε να τον συντρίψει: τον ξέρω καλά και τον θυμάμαι καλύτερα,
 τον 19χρονο εαυτό μου και ξέρω ότι υπέστη όνειρα που τον στοιχειώναν μήνες. Δεν θα διακινδυνέψω λοιπόν το παρόν μου τώρα ως 44χρονος ούτε το παρόν μου τότε ως 70χρονος με άσκοπες αποκαλύψεις, με την τερατωδία ενός διαυγώς μαντικού ονείρου: ακόμα κι ο Θεός παχειές και ισχνές αγελάδες έστελνε, θα κάνω εγώ φιγούρα;

Ούτε καν συμβουλές υπό μορφή χρησμών δεν θα του δώσω, όπως έκανε ο Πετεφρής πριν κλείσω τα σαράντα.

Αυτός θα κάθεται στο πεζούλι της Ρωμαϊκής Αγοράς και θα περιμένει την Α. Θα παραβλέψω πόσο κακοντυμένος ήταν και ήμουν και θα καθήσω δίπλα του. Όπως ο εβδομηντάχρονος Μπόρχες, εγώ θα βρίσκομαι στα 2043 αλλά στο μπαλκόνι μου που βλέπει μισή Ακρόπολη αν παραμερίσεις τα φυτά που ξεκίνησε να φροντίζει η μάνα μου και αναγκαστικά θα έχω αναλάβει πολλά χρόνια πριν το '43 (κανείς δεν θα λέει πια δύο χιλιάδες σαραντατρία). Θα του πω μόνον ένα πράγμα, αυτό που μου είπαν πριν λίγα χρόνια, δηλαδή πριν πολλά χρόνια τότε στο 2043:

Είσαι πολύ καλύτερος από όσο νομίζεις. Κι αν δεν είσαι, όσο φοβάσαι τόσο σκαρτεύεις. Κάνε μου τη χάρη και κοίτα να φοβάσαι λιγότερο.

Γιατί ελπίζω ότι μέχρι τότε θα έχω τελειοποιήσει την τάχα ατημέλητη επιγραμματικότητα.

GatheRate

Πέμπτη, 26 Οκτωβρίου 2017

Σημειώσεις για το Blade Runner 2049


Από τις ταινίες που οπωσδήποτε πρέπει να δεις κανείς στη μεγάλη οθόνη. Όσο πιο μεγάλη, τόσο πιο καλά.

*

Από τον καιρό που είδα το Σολάρις έχω να αισθανθώ έτσι σε ταινία που μιλάει για κάποιον πιθανό κόσμο άλλο από τον δικό μας. Η ταινία με τράβηξε μέσα της.

*

Μακριά από κιουμπρικιανή αποστασιοποίηση και αλαζονεία, η ταινία ωστόσο είναι εικαστικά ανυπέρβλητη: δεν έχουμε ξαναδεί κάτι τέτοιο και δεν ξέρω αν ήμασταν έτοιμοι να δούμε κάτι τέτοιο. Παρά το εικαστικώς θαυμαστό αποτέλεσμα, υπάρχει μεγάλη απόσταση από τα στημένα πλάνα του Αγγελόπουλου, την πόζα του Κιούμπρικ, τα ταμπλώ βιβάν του Γκρηναγουέη (τον οποίο αγαπώ) ή τα οπτικά πυροτεχνήματα άλλων: η ταινία παραμένει αναλλοίωτα ανθρώπινη. Μυρίζεις την ανθρωπίλα διαρκώς, όχι ως αποφορά παρά ως το μόνο που έχουμε. Ταυτόχρονα, κάποιες σκηνές μού έκοψαν την ανάσα με την ανυπόκριτα έκπαγλη ομορφιά τους.

*

Η ταινία αποφεύγει ακροβατικώς να πάθει Μαντ Μαξ, δηλαδή να ασχοληθεί υπερβολικά με τον κόσμο της ως σκηνικό που δεσπόζει και σχεδόν πρωταγωνιστεί. Βεβαίως ο κόσμος του Blade Runner 2049 είναι στημένος με θαυμαστή λεπτομέρεια. Σε αντιδιαστολή με το αυθεντικό Blade Runner, στο οποίο ο κόσμος περιορίζεται σε μια φαραωνικώς τοκιοποιημένη πόλη, ο κόσμος του Blade Runner 2049, είναι πολύ πιο πραγματικός, ίσως και γιατί είναι ειδωμένος μέσα από τα μάτια των ηρώων. Επιπλέον, ακόμα περισσότερο από την πρώτη ταινία, είναι ένας κόσμος μέσα στον οποίο χώνεσαι αναπόδραστα.

*

Η ταινία αυτή έχει χαρακτήρες. Έχει και διαλόγους. Έχει και σοβαρή πλοκή. Κι αυτό το λέει κάποιος που ακόμα και τώρα έχει το αυθεντικό Blade Runner ως μια από τις αγαπημένες του ταινίες. Η σκηνοθετική ευφυία του Βιλνέβ φαίνεται στο κάθε τι, σε πολλά μικρά και σε όλα τα μεγάλα, χωρίς να μοστράρεται και χωρίς να επιδεικνύεται.

*

Το σάουντρακ με έπιασε απροετοίμαστο. Είναι εντυπωσιακό, ζωντανό: στον αντίποδα μελωδικών διακοσμήσεων Γουίλιαμς και Έλφμαν, αναπόσπαστο μέρος της ίδιας της τανίας. Τέτοιο σάουντρακ έχω να ακούσω από τον καιρό που συνέθετε ο Αρτέμιεφ για τον Ταρκόφσκι. Εξαίσιο είναι -- ακόμα και όταν σε κάποια σκηνή κλείνει το μάτι στον Βαγγέλη.

*

Μόλις τελείωσε η ταινία είχα την αίσθηση ότι είχα παρακολουθήσει το όνειρο κάποιου, κάποιου που ονειρευόταν τον εικοστό αιώνα. Μου ήρθε επίσης -- χρόνια ξεχασμένο -- το μόττο του Γεροντίου του Έλιοτ:

Thou hast nor youth nor age
But as it were an after dinner sleep
Dreaming of both.

GatheRate

Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

Ορθοδοξίες κτλ.

Λοιπον αρκετά με την Ορθοδοξία μας και και την Ορθοδοξία σας. Αρκετά.

Η Ορθοδοξία χρηματοδοτείται από τον φορολογούμενο. Η Ορθοδοξία είναι αδρανές, άκαμπτο και κακοποιητικό δόγμα. Το μόνο που έχει πια να συνεισφέρει στη ζωή αυτού του τόπου είναι όμορφο και οργανωμένο φολκλόρ, καθώς και το παραμύθι της για το τι ωραία που ήτανε τότε που, και καλά, επιστήμη και τέχνη ήταν οι λήροι αντιγραφέων και οι φρεναπάτες ασκητάδων, τότε που κυβερνάγαν αιμοβόροι θεοστεπτοι βασιλείς ενώ όλοι καλλιεργούσαμε ρεβύθια και κριθάρι. Μόνο που ποτέ δεν καλλιεργούσαμε όλοι ρεβύθια και κριθάρι.

Η Ορθοδοξία ντύνει στο χρυσαφικό τον άγαμο κλήρο της και στα μάρμαρα και τα μαλάματα τους ναούς της για να αντανακλά τη δόξα της Βασιλείας λες και είμαστε τίποτε μαλάκες και δεν έχουμε πάρει πρέφα ότι η Βασιλεία εντός ημών εστί κτλ. Η Ορθοδοξία κουμαντάρει τις ζωές μας ήσυχα και ταπεινά, εκτός όταν δεν μπορεί και αναγκάζεται, η τάλαινα, να δείξει τους κυνόδοντές της και να σείσει τη βαρειά της ράβδο με τα φίδια.

Αρκετά λοιπόν με τη μέριμνα για "το καλό της Εκκλησίας" και για την απήχησή της ή τον ρόλο "που καλείται να παίξει" στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Ο ρόλος της Εκκλησίας επιτελείται επιτυχώς και στο ακέραιο, και τώρα και πάντοτε: αντίδραση, συντήρηση, ηθικός πανικός, φοβικότητα -- είτε πρόκειται για το θέατρο, είτε για τους νερόμυλους, είτε για τις φυσικές επιστήμες, είτε για την προστασία αδύναμων μειονότητων. Μην προσπαθείτε να την αναμορφώσετε: ούτε το χρειάζεται, ούτε το μπορούμε.

Βεβαίως, το πρόβλημα πάει πολύ πιο μακριά από τη μοχθηρή μα ψευτοαφελή Ορθοδοξία, πέρα απότον δεσποτικό Καθολικισμό, πέρα από τους κουτοπόνηρους Αγγλικανούς και τους άτεγκτους λοιπούς Προτεστάντες. Πάει πέρα από το ασυνάρτητο και αντιδραστικό Ισλάμ και τον ψυχαναγκαστικό αρτηριοσκληρωμένο Ιουδαϊσμό. Όπως λέει ο Γκορ Βιντάλ, το πρόβλημά μας είναι ο ίδιος ο μονοθεϊσμός, αυτό το ανομολόγητο έγκλημα στην καρδιά του πολιτισμού μας. Η λύση λοιπόν είναι άλλη, και είναι δύσκολη:

Κατεδαφίστε το στερέωμα του Ενός Λογιστή Θεού. Του Θεού που κλαδεύει το καυλί σου και μισεί το μουνί σου· που τσεκάρει αν φας τσιζμπέργκερ ή αν ανάψεις φωτιά το Σάββατο· που πικάρεται αν δεν δεσμεύεσαι να τον προσκυνάς εδαφιαίως πεντάκις κάθε μέρα· που αγκαλιάζει τη δυστυχία και τη στέρηση φτωχών με την επαγγελία μελλόντων αγαθών όπως αγκαλιάζει στοργικά τους μεγάλους δωρητές των υπαλλήλων Του· που τάζει κόλαση στους αδύναμους και αγιότητα ή πιλάφια σε όσους δολοφονούν στο Όνομά Του· που ευνουχίζει και εκβαρβαρώνει· που από παιδιά μάς ντρεσάρει στο ψέμα, στην αυταπάτη, στο να νιώθουμε εκλεκτοί και καλύτεροι γεμίζοντάς μας ταυτόχρονα ενοχές και νεύρωση· που μισεί την ομορφιά που δεν ελέγχει και στραγγαλίζει χαρά και τέχνη.

Α σιχτίρι Ορθοδοξία κι εσύ μονοθεϊσμέ. Ναι, είσαι μέρος του πολιτισμού μου αλλά μέρος του πολιτισμού μου είναι και οι βιασμοί κι οι πλεκτάνες ανύπαρκτων αρχαίων θεών και των μπάσταρδων  ηρώων τους. Α σιχτίρ λοιπόν.

Δεν αναμορφώνεστε, δεν εξανθρωπίζεστε, δεν εκσυγχρονίζεστε: μόνο παραγκωνίζεστε.

Η εικόνα είναι ο 'Ίκαρος' του Dan Hillier. 

GatheRate

Κυριακή, 8 Οκτωβρίου 2017

Η επικράτηση της λύπης

Ο Μπόρχες λέει (αν θυμάμαι καλά) ότι το θέμα αυτού που γράφεις δεν πρέπει να ονομάζεται ούτε στον τίτλο ούτε πουθενά μέσα στο κείμενό σου.

Με τον ίδιο τρόπο η επικράτηση της λύπης πλεόν ανιχνεύεται από το ότι έχει σχεδόν εκλείψει ως έννοια από το πώς συζητάμε και περιγράφουμε διάθεση και συναισθήματα.

Πρώτον, γινόμαστε παντού και συνεχώς μάρτυρες του ευτελισμού της κατάθλιψης. Αν πιστέψεις φίλους και γνωστούς, φωνές τηλεοπτικές ή σοσιαλμηντιακές, όλοι έχουνε κατά καιρούς κατάθλιψη, κατάθλα ή και καταθλιψάρα. Συνεπώς οι καταθλιπτικοί δεν είναι ασθενείς που, αν το κρίνει γιατρός, θα γλυτώσουνε με φάρμακα παρά μελαγχολικοί, κακομαθημένοι, αμύητοι στη θετική σκέψη, στερημένοι από βόλτες στην φύση κ.ο.κ. Όπως σε κάθε περίπτωση που ευτελίζεται κάτι σοβαρό, όποιος υποφέρει από αυτό αρνείται να παραδεχτεί ότι υποφέρει για να μη γίνει ρεζίλι ενώ η επίκλησή του από κάθε λογής άσχετους δίνει μια δραματική εσάνς στη δική τους κατάσταση και στους δικούς τους σκοπούς (λ.χ. "ρε μωρό, έχω πάθει κατάθλιψη από τότε που χωρίσαμε"). Πιο απλά: αν όλα τα λουλούδια είναι κόκκινα, τότε δεν μας νοιάζει το χρώμα των λουλουδιών.

Μα και η μελαγχολία δεν πάει πίσω. Υπάρχουν άνθρωποι από την φτιαξιά τους μελαγχολικοί, ενώ άλλοι ζούνε τη μελαγχολία ως πρόσκαιρη διάθεση για λόγους εξωγενείς ή και όχι. Οι μελαγχολικοί λοιπόν στην εποχή τη δική μας είτε θα διαγνωστούν από καλοθελητές ως καταθλιπτικοί είτε θα μπουν κι αυτοί στο κουτάκι "get a life / σκέψου θετικά / το γαμήσι σώζει".

Συνεπώς η λύπη είναι πλέον αόρατη και άρρητη. Κανείς δεν νιώθει λύπη, κανείς δεν είναι πια λυπημένος. Από κατάσταση και συναίσθημα, η θλίψη έχει καταστεί "θέμα", στρες ή και κατάθλιψη για την οποία θα πάρεις φάρμακα στα κουτουρού. Επαναλαμβάνω ότι η αναγωγή παντού και πάντοτε στην κατάθλιψη την ευτελίζει και δεν συντελεί στη διάγνωση και στην αντιμετώπισή της· αυτό είναι το ένα ζήτημα.

Το άλλο ζήτημα έγκειται στο ότι το δάγκωμα της λύπης, η "καρδιοσπαράχτρα" θλίψη, πρέπει να αναχθεί οπωσδήποτε σε κάτι άλλο. Η λύπη δεν είναι πια όπως η πείνα, όπως η καύλα, όπως η απογοήτευση, όπως η οργή κτλ. Δεν είναι πια συναίσθημα και σίγουρα δεν μπορεί να είναι προσωρινή. Η λύπη, ή ό,τι την αντικατέστησε, είναι πια είτε νόσος είτε αποτυχία δική σου· με άλλα λόγια, δεν είσαι λυπημένος, είσαι λούζερ· δεν είσαι μελαγχολικός, έχεις κατάθλιψη. Παραδόξως, ταυτόχρονα χιλιάδες καταθλιπτικοί παραμένουν αδιάγνωστοι ή πείθονται πως πρέπει να "το παλέψουνε" μόνοι και με τη δύναμη της θέλησης...

Κι έτσι ακριβώς, σε έναν κόσμο που μας ζορίζει να χαιρόμαστε και να είμαστε διαρκώς χαρούμενοι αλλά και ευτυχισμένοι, η βουβή κι ακατονόμαστη λύπη ξεφυτρώνει παντού.

Πίνακας του Philip Pearlstein.

GatheRate

Κυριακή, 1 Οκτωβρίου 2017

Ταυτότητες ξανά: από την ταυτότητα φύλου μέχρι την Καταλωνία

Υπάρχουνε τουλάχιστον δύο εκδοχές της ταυτότητας στον κόσμο μας, πείτε τον μετανεωτερικό κόσμο ή ό,τι άλλο θέλετε. Ακριβέστερα, υπάρχουνε δύο τρόποι προσδιορισμού της ταυτότητας.

Σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή, την ταυτότητά μας τη φτιάχνουμε μόνοι μας: είτε πρόκειται για μια επινόηση δική μας είτε για κάτι που εμείς οι ίδιοι χτίζουμε. Από αυτήν την άποψη, η ταυτότητα είναι προϊόν επιλογών, επινοήσεων ή και συνειδητών αποφάσεων πολλές φορές. Συνεπώς, κατά την εκδοχή αυτή, η ταυτότητα είναι σύνθετη κατασκευή: και σύνθετη και κατασκευή.

Υπάρχει και μια δεύτερη εκδοχή της ταυτότητας, κατά την οποία η ταυτότητα είναι προϊόν των εξωτερικών συνθηκών: γενετικών, βιολογικών, κλιματολογικών, πολιτισμικών, κοινωνικών κτλ. Η ταυτότητά μας είναι κάτι που μας παραδίδεται, που προέρχεται από "κάπου" έξω από τη βούλησή μας. Σύμφωνα με αυτή τη δεύτερη εκδοχή, η ταυτότητά μας είναι ιστορικό, βιολογικό και περιβαλλοντικό προϊόν.

Από τη μια λοιπόν η ταυτότητα ως οι επιλογές μας, από την άλλη ως το πώς είμαστε καμωμένοι.

Συνήθως επικαλούμαστε την ταυτότητα ως επιλογές, ως αυτοπροσδιορισμό του κατά Θουκυδίδη αυτοκράτορος ανθρώπου που αυτενεργεί, όταν συζητάμε την ταυτότητα σε προσωπικό επίπεδο. Για παράδειγμα, όταν διαπραγματευόμαστε ζητήματα τρόπου ζωής, κάθε είδους προσανατολισμού, την ταυτότητα φύλου κ.ο.κ.

Παράλληλα, η ταυτότητα γίνεται κατανοητή ως καθορισμός έξωθεν, έξω από τη βούλησή μας δηλαδή, όταν προσπαθούμε να την ορίσουμε σε συλλογικό επίπεδο. Εκεί δεν μας αρκεί ο αυτοπροσδιορισμός των υποκειμένων, να πούνε δηλαδή "είμαι Πατησιώτης, Λαρισαίος, Κρητικός, Έλληνας, Ευρωπαίος κ.ο.κ.", και αναζητούμε εξωτερικά αντικειμενικά κριτήρια: καταγωγή, γλώσσα, παρεπιδημία, θρήσκευμα κτλ.

Και σε προσωπικό και σε συλλογικό επίπεδο δεν πρέπει ωστόσο να μας διαφεύγει ο ρόλος που ασκεί η εξουσία και ο καταναγκασμός που επιβάλλει -- άμεσα ή έμμεσα -- κάθε ιεραρχική δομή, ξεκινώντας από την οικογένεια, περνώντας από την επιτήρηση των μικρών κοινωνιών στο κράτος και ανεβαίνοντας μέχρι τον μεγάλης κλίμακας πειθαναγκασμό ή ψυχαναγκασμό των θρησκειών.

GatheRate

Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017

Παρρησία κι ελευθεριότητα

Οι περισσότερες επαναστάσεις αλλά και οι περισσότερες θρησκείες που απευθύνονταν σε φτωχούς αντιπαθούν και την παρρησία και την ερωτική ελευθεριότητα. Η εύκολη ερμηνεία αυτού του γεγονότος είναι να πει κανείς ότι δογματικές και μονολιθικές κοσμοθεωρίες δεν ανέχονται τίποτε που επεκτείνει τον χώρο της ανθρώπινης ελευθερίας. Και φυσικά τίποτε δεν επεκτείνει, εμμέσως συνήθως, τον χώρο της ανθρώπινης ελευθερίας από την ελευθερία του λόγου και από τον έρωτα -- ή τουλάχιστον αυτή είναι η πεποίθησή μας.

Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στην αντιπάθεια αυτή. Διαχρονικά και η παρρησία και η ελευθεριότητα υπήρξαν προνόμια πλουσίων ανδρών και, πολύ σπανιότερα, γυναικών. Ταυτόχρονα, όσοι δεν ανήκαν σε κάποια ελίτ βρίσκονταν συστηματικά και διαρκώς αποστερημένοι και από τη δυνατότητα να μιλούν ελεύθερα (εννοείται) αλλά και από την ευχέρεια να λαγνουργούν έξω από κάποια πολύ σαφώς και στενά καθορισμένα πλαίσια. Με άλλα λόγια, να λες αυτό που σκέφτεσαι ατιμώρητα και η ερωτική ελευθερία, αυτά τα πράγματα, ήτανε για τους έχοντες.

Η κατάσταση αυτή θα μπορούσε να μεταβληθεί με δύο τρόπους: είτε να γίνουν αγώνες (τίποτε δεν παραχωρείται, όλα κατακτώνται) ώστε η παρρησία και η ελευθεριότητα να γίνουν αγαθό και δικαίωμα των πολλών, είτε η παρρησία και η ελευθεριότητα να γίνουν αντιληπτές ως βίτσια των προνομιούχων και άρα να επιδιωχθεί η περιστολή και η κατάργησή τους. Βεβαίως γνωρίζουμε ότι ξανά και ξανά η λύση που επιλέγεται είναι η δεύτερη: η παρρησία και η ελευθεριότητα καταδικάζονται και γίνονται αντιληπτές ως διαστροφές, "αστικά βίτσια", ντιλεταντισμοί, σημεία διαφθοράς και παρακμής, δανδισμός και σαπίλα...

Ας πιάσουμε πρώτα τις ήττες της ελευθεριότητας: πώς καταλήξαμε δηλαδή να γίνει πανανθρώπινη αξία ο ασκητισμός; Η απάντηση είναι απλή: πατριαρχία. Στην πατριαρχία ο γυναικείος έρωτας δεν διατίθεται αυτοβούλως παρά προσφέρεται έναντι αντιτίμου: είτε χρηματικού ποσού, είτε δέσμευσης (ή, έστω, σταθερής σχέσης), είτε και των δύο μαζί. Η γυναίκα δεν ορίζει το σώμα της, τουλάχιστον όχι πάντοτε και σίγουρα όχι πλήρως. Άρα λοιπόν η ελευθεριότητα μέσα στην πατριαρχία προϋποθέτει είτε οι άντρες να έχουνε χρήματα και οι γυναίκες να εκπορνεύονται, είτε τη δημιουργία μιας πρόσκαιρης φούσκας που θα οροφουργούν η απόλυτη εχεμύθεια και η υποκρισία. Τώρα, όσον αφορά τους ομόφυλους έρωτες τα πράγματα είναι ξεκάθαρα: διατίθενται μόνον έναντι αντιτίμου, άρα προϋποθέτουν χρήματα και γυναίκες ή άντρες να εκπορνεύονται καθώς και απόλυτη εχεμύθεια και τη σκέπη της υποκρισίας.

Σε σχέση με τα παραπάνω, που δεν ανήκουν στο παρελθόν όπως θέλουμε να καμωνόμαστε, αναλογιστείτε ότι οι εκπορνευόμενοι συνήθως δεν εκπορνεύονται προθύμως. Δεν είναι τυχαίο ότι και αι πόρναι προάγουσιν ημάς εις την Βασιλείαν των Ουρανών: είναι οι ταπεινές και καταφρονεμένες οι οποίες υποφέρουν ακριβώς λόγω του πώς λειτουργεί η (όποια) ελευθεριότητα μέσα στην πατριαρχία: ουσιαστικά ως μια συνθήκη εξανδραποδισμού γυναικών για το κέφι (κάποιων) ανδρών. Συνεπώς η ελευθερία των (συνήθως) ανδρών με κάποια οικονομική επιφάνεια (συνήθως) να λαγνουργούν σχετικά ανενόχλητοι γινόταν αντιληπτή ως η ελευθερία της αλεπούς μέσα σε κοτέτσι.

Στην εποχή μας λοιπόν φτάνουμε από τη μια να έχουμε δύο στοιχεία προοόδου: αφενός την αποσύνδεση του γυναικείου και του ομόφυλου έρωτα από τη λογική του αντιτίμου ή του ανταλλάγματος (όπως κι αν εξιδανικευτούν αυτά) και αφετέρου τη σχετική χειραφέτηση των γυναικών. Από την άλλη έχουμε έναν σοβαρο παράγοντα οπισθοδρόμησης: την τάση να κανονικοποιηθούν όλες οι ερωτικές αλληλεπιδράσεις ως σχέσεις και δη ως μακροχρόνιες και θεσμικά αναγνωρισμένες σχέσεις. Εννοείται πως είμαι υπέρ της επέκτασης του δικαιώματος στον γάμο, αλλά με ανησυχεί η επανερμηνεία κάθε μα κάθε ερωτικής αλληλεπίδρασης οπωσδήποτε ως σχέσης: δυνάμει σχέσης, αποτυχημένης σχέσης ή συμβίωσης.

Η υπόθεση της παρρησίας είναι μια ακόμα πιο πονεμένη ιστορία. Όχι μόνον παραδοσιακά οι ελίτ είχαν το αποκλειστικό προνόμιο της ελευθεροστομίας αλλά επιπλέον διατηρούν ακόμα τη δυνατότητα να ακούγεται ο λόγος τους δυνατότερα, διαρκέστερα και μακρύτερα. Αυτό ενεργοποιεί και πάλι αντιδραστικά αντανακλαστικά, αλλά λογοκρισίας αυτή τη φορά: όπως στην πατριαρχία δεν γίνεται όλοι να λαγνουργούμε (οι άντρες· οι γυναίκες να κάτσουν να φτιάξουν χαρακτήρα κατάλληλο "για σχέση σοβαρή"), έτσι και σε οποιαδήποτε ιεραρχική κοινωνία, όσο κι αν μας παραμύθιασε κάποτε η κίβδηλη δημοκρατία των σοσιαλμήντια, οι προνομιούχοι θα ακούγονται (επαναλαμβάνω) δυνατότερα, διαρκέστερα και μακρύτερα.

Πολλοί λοιπόν σκέφτονται ότι η λογοκρισία είναι η λύση για την ανισομερή κατανομή της παρρησίας μέσα σε μια κοινωνία: να ελέγξουμε την παρρησία των προνομιούχων κλείνοντάς τους το στόμα και καταστρατηγώντας την ελευθερία του λόγου. Ωστόσο η λογοκρισία είναι σαν υπερσύγχρονα όπλα: προτού φτάσει στα χέρια των (όποιων) επαναστατών, έχει ήδη στοκάρει τα οπλοστάσια των ελίτ· εάν λοιπόν ανεχόμαστε τη χρήση της λογοκρισίας, ταυτόχρονα παραδεχομάστε ότι οι ελίτ θα διαθέτουν υπεροπλία.

GatheRate