Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

it was just to see all the things you knew (η 1001η ανάρτηση)

Θα μιλήσω ως άντρας που ερωτεύεται γυναίκες.  Άλλωστε δεν μπορώ να υποκριθώ ότι καταλαβαίνω πώς είναι να τρως από μικρή το κοντό και λεπτό καυλί της πατριαρχίας και να σου τσαμπουνάν ότι πρέπει να το ευχαριστιέσαι κιόλας, αφού αυτή είναι η αποστολή σου και η φύση σου ως γυναίκας. Ούτε μπορώ να παραστήσω ότι αντιλαμβάνομαι πώς είναι να σου έχουνε φορεμένη κολάρο την καθόλου ηδονική θηλειά της ετεροκανονικότητας και να σου λένε να είσαι κι ευχαριστημένος που δε σου τη σφίγγουν.

Ωστόσο ξέρω καλά ένα πράγμα: οι ανθρώπινες σχέσεις είναι δυναμικές: πολύμορφες, πολύτροπες και ευμετάβλητες. Και ξέρω ότι κάθε σχέση τη διέπει κάτι διαφορετικό (καύλα, έρωτας, στοργή, συναντίληψη, αλληλοεξάρτηση, αγάπη -- χίλια δυο) και ότι αυτό το κάτι μπορεί να αλλάξει και, μάλλον οπωσδήποτε, αλλάζει με το πέρασμα του χρόνου. Ξέρω επίσης ότι οι μεγάλες ενοποιημένες σχέσεις, όπου ο άλλος είναι όλα και μας παρέχει τα πάντα αποκλειστικώς, είναι ή πολύ σπανίες ή βραχύβιες ή απλώς φενάκη.

Δυο παράγραφοι εισαγωγή, αναγκαία νομίζω, για να πω το αυτονόητο: δεν παραβιάζουμε τον χώρο του άλλου, δηλαδή του/της παρτενέρ, του γκόμενου ή της γκόμενας, του αγοριού ή του κοριτσιού, του εραστή ή της ερωμένης, του/της συντρόφου, του/της συζύγου (ή όπως αλλιώς αλληλοαποκαλούμαστε). Δεν αστυνομεύουμε τη ζωή του. Δεν σκαλίζουμε κινητά κι ημερολόγια (που μας τραγουδάει κι ο Μορισέυ στο Suedehead, απ' όπου και ο τίτλος) και δεν ψαχουλεύουμε σημειώσεις, συρτάρια, αλληλογραφίες και δεν ξέρω τι. Κάποτε, όντας ακόμα πιο αφελής από τώρα, νόμιζα ότι αυτού του τύπου οι κινήσεις (διέγραψα την αρχική περιγραφή εδώ) αποτελούν εξαίρεση, αλλά έσφαλλα.

Από τον καιρό που έγραψα τον Ταμία των ανέμων με ρωτάνε αν είμαι τόσο κουλ επειδή μου λείπει το πάθος. Χαμογελάω. Επίσης με ρωτούν αν έχω πια τόση εμπιστοσύνη στο ταίρι μου (αν είμαι μαλάκας δηλαδή) και αν είμαι σίγουρος ότι δε θα κάνει τίποτε πίσω από την πλάτη μου. Και φυσικά μιλάμε για κέρατο, όχι ξέρω γω να ξεκινήσει κρυφά ιστιοπλοΐα για χόμπι. Και η απάντηση, η μόνη σοβαρή απάντηση νομίζω, είναι όχι. Δεν την εμπιστεύομαι. Βεβαίως δεν την εμπιστεύομαι. Δεν εμπιστεύομαι κανέναν. Δεν εμπιστεύομαι τον εαυτό μου, πρωτίστως αυτόν. Οι άνθρωποι είμαστε εύπλαστοι και όσοι δεν είμαστε μάλλον βρισκόμαστε σε προϊούσα αγκύλωση -- και θα σπάσουμε. Κανείς δεν είναι βράχος για να ρίξεις άγκυρα.

Όποιος έχει συνειδητοποιήσει ή όποιος φοβάται ότι η εμπιστοσύνη δεν αποτελεί παράμετρο γνήσιας σχέσης, της όποιας σχέσης, "σοβαρής" ή μη, έχει δύο επιλογές: τη ζηλότυπη αστυνόμευση ή την ψύχραιμη παραίτηση. "Ναι, αλλά γιατί δεν επιλέγεις μια μέση λύση, γιατί δεν κάνεις έναν έλεγχο, έτσι απλό, όχι σε βάθος;" με ρωτάνε, "έτσι να ξέρεις πού βρίσκεσαι;" Οι λόγοι είναι τρεις:

Δεν ψάχνουμε τα πράγματα του άλλου και δεν τον αστυνομεύουμε όχι γιατί τον εμπιστευόμαστε (είπαμε) αλλά επειδή τον σεβόμαστε. Δεν ξέρω τι άλλο να προσθέσω εδώ, από πείσμα καθαρό θέλω να πιστέψω ότι είναι προφανές τι λέω: σέβομαι την άλλη, ιδίως άμα καμώνομαι ότι την αγαπάω. Αλλά κι αν δεν την αγαπάω, αν "απλώς" είμαι ερωτευμένος ή, έστω, γουστάρω και περνάμε καλά, μήπως νομιμοποιούμαι να μην τη σέβομαι; Τέλος πάντων.

Δεύτερον, φρονώ πως η αφοσίωση και η πίστη δεν είναι θέμα ερωτικής ελευθερίας. Όμως αντιλαμβάνομαι ότι εδώ υπάρχουνε πολλές και διαφορετικές αρχές, διαθέσεις και στάσεις. Και όλες είναι εξίσου βαθύτατα ανθρώπινες. Άσε που προτιμώ να βγάλω τον σκασμό προτού αρχίσω να προτείνω νόρμες και ρυθμίσεις για τις ζωές των άλλων. Προσπερνάω λοιπόν.

Τρίτον, υπάρχει μια αρχή. Ισχύει, ή μάλλον θα έπρεπε να ισχύει, σε κάθε ουσιαστική μας σχέση, είτε πρόκειται για καλή παρέα και φιλαράκι, είτε για φίλο, είτε για έρωτα, είτε για συζυγία: ό,τι δεν επιλέγει να μας πει άλλος, δε μας αφορά. Τελεία"

GatheRate

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014

Ο κρύος καφές της ερωτογραφίας

Είχε μείνει καφές από χτες μέσα στην κανάτα. Τον άδειασα μέσα στην κούπα με το θηρίο της Αποκάλυψης, έργο Ντύρερ. Κοίταξα τη συννεφιά που μας λυπήθηκε και ξανασυνάχθηκε από πάνω μας, η μόνη σκέπη και εντελώς απατηλή, βεβαίως.

Σκέφτηκα πώς ερωτογραφούν κάποιοι και κάποιες που ξέρω: πάρα πολλοί ερωτογραφούν τελικά, λίγοι τα δείχνουν, σχεδόν κανείς δεν τα δημοσιεύει. Η γνώμη του κόσμου. Καλύτερα να φαίνεται στα γραπτά σου ότι είσαι σκατόψυχος ή βλαξ ή και τα δύο, παρά ότι έχεις πόθους και ότι έχεις ζήσει έρωτες. Προτιμούμε να διαβάζουμε τις στεγνές κακαράντζες που αφοδεύει βαδίζοντας κάθε γιδίσια ψυχή, παρά για τα υγρά και τα θερμά των ερώτων που είχαμε ή δεν είχαμε ή που θα έχουμε.

Πίνω τον καφέ, δεν έχει καθόλου άρωμα πια, 24 ώρες μετά, μόνο καλή γεύση. Αυτό είναι η ερωτογραφία: χάνεις το άρωμα και την ιερή και άγρια στιγμή εκείνη, την αφή και την κίνηση ας πούμε, αλλά κρατάς το απατηλό φως και τη θαμπή σκιά και τις ματιές, τη συγκίνηση και την αίσθηση που δεν σβήνουν (δε σβήνουνε, δε σβήνουν οι καριόλες), την καύλα που σε κάνει άνθρωπο. Οι εικόνες των σωμάτων, λεπτομέρειές τους -- φόρμες, μοτίβα, γραμμές, σκιές, ματιέρες -- ή απόψεις τους από απέναντι και από το πλάι. Και όσα μαρτυρούν τα περίκλειστα μα αχανή τοπία των σωμάτων.

Περπάταγα οχτώ μέρες πριν σε έναν έρημο δρόμο εμπορικό, αριστερά και δεξιά κλειστά μαγαζιά πολυεθνικών αλυσίδων φωτισμένα, και αναρωτιόμουν ποιες είναι οι μεγάλες χαρές της ζωής μου. Είμαι ρηχός άνθρωπος μάλλον, αφού πέρα από 5-6 ανομολόγητες, όλες οι άλλες ήταν Έρωτας· και έρωτας μέσα μου και έρωτες: συνευρέσεις, κλινοπάλες, γαμήσια. Ήπια ένα τζιν στο τελευταίο μπαρ που βρήκα ανοιχτό και πήγα για ύπνο χαμογελώντας.

Τέλειωσε ο καφές, πάω τώρα.

GatheRate

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

Ρε αστοδιάλο


Δεν μπορώ να δουλέψω άλλο. Θα γράψω αυτό, θα είναι λάθος, και θα πάω να κάνω ποδήλατο. Ναι, στατικό, από αυτό που κάνουν οι γκόμενες. Αν ανέβω σε κανονικό και βγω στον δρόμο, θα σκοτωθώ εδώ που είμαι και θα μου κάνετε ταγκ μετά θάνατον. Και πώς θα το αντέξω;

Μου λέει η Ζ. το απόγευμα στον καφέ: "θα πεθάνει ο Ρωμανός, θα τον αφήσουν να πεθάνει". Απάντησα με βρισίδια. Διάβασα μετά τους ποταμούς γνωμών στο ίντερνετ και την κοινοβουλευτική επικαιρότητα γύρω από το θέμα. "Το παιδί", λένε κάποιοι, "το παλληκάρι". Ποιο παιδί, ρε μαλάκες, είτε διαφωνείς είτε συμφωνείς μαζί του, ο άνθρωπος είναι εκθετικά πιο συνειδητοποιήμενος από όλους μας. Ιστορικά, όποιος τα βάζει με θεούς και με το κράτος (από το σουλτανικό ντοβλέτι μέχρι την καλή και άγια ΟΔΓ των λευκών κελιών) καλό τέλος δεν έχει: δεν είναι ο αγώνας του άθεου και του αντεξουσιαστή για όλους μας.

Αλλά βεβαίως όπως τότε με τον Σακκά: τα απωθημένα ολωνών μας πάνω στο πρόσωπο του ληστή, του ήρωα, του μάρτυρα, του τσόγλανου. Όπως τότε, νομικολογίες από κάθε άσχετο και από κάθε σκατόψυχο, ενώ το θέμα πολιτικό είναι. Τα ερωτήματα που εγείρονται είναι πολλά, εγώ δύο σκέφτομαι: έχει δικαιώματα ο εχθρός του κράτους; είναι η ζωή το υπέρτατο αγαθό; Βεβαίως, στη δεύτερη ερώτηση, η Ελληνική Δημοκρατία έχει κιόλας απαντήσει επανειλημμένα "όχι" από τότε που άρχισε να κατεδαφίζει το (όποιο) κοινωνικό κράτος για να σωθούν οι τράπεζες και για να απολυθούν και να μεταταχθούν δημόσιοι υπάλληλοι. Κι έτσι, βρέφη, άρρωστοι και γέροντες πέθαναν για τη "δημοσιονομική σταθερότητα". Θα μπορούσε να είναι η "καθαρότητα της φυλής", προσεχώς ενδεχομένως.

Μιλώντας για φυλή και φάρα: έχουμε και όλη τη χολή και το όξος της αγροτοποιμενικά μοχθηρής κοινωνίας μας, που δεν πιστεύει σε τίποτα πέρα από την οικογένεια τη δική της, που αντιλαμβάνεται το δημόσιο τόσο όσο χρειάζεται για να συμπήξει κουμπαριές κι ευκαιριακές συμπολιτείες. Χoλή και όξος που ρέουν άφθονα στην περίπτωση του Ρωμανού. Ρέουν και τροφοδοτούν την εκδικητικότητα ενός κράτους που εδώ και καιρό δεν μπορεί ούτε τα προσχήματα να κρατήσει.

Αλλά ας κάνω δυο βήματα πίσω.

Άξιος φιλόλογος και καθόλου αριστερός, μού έλεγε πριν κανα τρίμηνο: "δηλαδή φαντάσου πώς ακουγόντουσαν όλα αυτά του Σεφέρη και της γενιάς του '30 περί ελληνισμού και Ελλάδας και σπασμένων αγαλμάτων και τι παθαίνει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες στα αυτιά του κατατρεγμένου αριστερού, παρία και θύματος, με συγγενείς στην εξορία ή στη φυλακή και με τον χαφιέ παρκαρισμένο έξω από το σπίτι του."

Δε φαντάζομαι. Τώρα πια ξέρουμε ότι ο αμφιπολικός ελληνισμός είναι το λεξοτανίλ του λαού: αποχαύνωση και λυσιμέλεια. Τουλάχιστον το μαρξικό όπιο παρηγορεί και ανακουφίζει. Μας πουλάνε ακόμα Ελλάδα κι ελληνισμό και ορθοδοξίες και αηδίες. Η συνέχεια. Η κοινότητα. Οι δόξες και τα μάρμαρα. Που αντιστέκεται κι επιμένει. Που θα τα ξαναχτίσει όλα από την αρχή. Το ζήτημα είναι ποιος δημιουργεί τα ερείπια: οι εξωγήινοι; καμμιά σαρωτική κοινωνική επανάσταση; Αυτοί που κατεδαφίζουν τις ζωές μας φτιάχνουνε τρυφερά σποτάκια για το πώς σιγά σιγά θα τις ξαναχτίσουμε. Γιατί είμαστε Έλληνες. Ρε αστοδιάλο πια.

Αργότερα, την ώρα που έτρωγα, αναρωτήθηκα με αηδία: "τι με συνδέει με αυτό το κράτος;". Σίγουρα ότι στην επικράτειά του βρίσκονται οι αγαπημένοι μου άνθρωποι, τα 69 τετραγωνικά του σπιτιού μου και ο μεγάλος αστερισμός σημείων μέσα στην Αθήνα όπου υπήρξα ξανά και ξανά και ξανά ευτυχισμένος ή τουλάχιστον σε εγρήγορση. Αλλά το κράτος; Με σπούδασε και μετά τι; Κι εδώ και τέσσερα χρόνια ποιοι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι το τρέχουν; Κυνικοί, χυδαίοι, εγκληματίες. Καλά λέει ο τέως Έρμιππος στο facebook: ποιος ΣΥΡΙΖΑ; ένα τεράστιο Ειδικό Δικαστήριο χρειάζεται. Από το 2010 φαντασιώνομαι ότι μια χώρα για την οποία δε θα ντρέπομαι, ίσως γιατί δε θα ταυτίζομαι μαζί της, ξέρω γω η Νορβηγία, ο Καναδάς ή η Ισπανία, μου δίνει, λέει, διαβατήριο. Παίρνω κι εγώ κάτι φιλαράκια σκηνοθετικά και καμεράτα, πάω στο Σύνταγμα και καίω τελετουργικά το ελληνικό διαβατήριό μου στο Σύνταγμα, λέω εκεί και καμμιά εξυπνάδα να κάνω ντόρο στα σοσιαλμήντια. Φαντασιώσεις, μπούρδες, αλλά απηχείται μια διάθεση.

Θα το αποκηρύξω αργότερα αυτό το κείμενο, όταν θα είμαι πιο σοβαρός και πιο κύριος. Αμέσως θα ξεχαστεί από όποιον κι αν το διαβάσει. Άλλωστε εύκολα πλέον κατεβαίνουν τα κείμενα, όπως κι εύκολα ανεβαίνουν. Αυτό θα το ανεβάσω. Αχτένιστο και μισότρελο. Στα υπέρ του: δεν είναι καθόλου μα καθόλου οργισμένο, μπουχτισμένο μόνο.

GatheRate

Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2014

25th Hour (Εξορκισμοί)



Άντε γαμήσου, μέσε Έλληνα, που κρίνεις πάντοτε εξ αποστάσεως και εκ του ασφαλούς τους πάντες και τα πάντα, έτοιμε να σκοτώσεις για τα χρηστά ήθη και για το τι θα πει ο κόσμος.

Άντε γαμήσου μέσε Έλληνα, βικτωριανέ, με την ηθική του αλισβερισιού και της αλλαξοκωλιάς σε όλα, που είσαι με τους θύτες και τους δυνατούς.

Άντε γαμήσου, μέσε Έλληνα, που βάζεις πάνω απ' όλα την οικογένεια· που μεγαλώνεις τα παιδιά σου με γνώμονα τι θα πει για αυτά ο κόσμος και που τρέμεις μη γίνει ο γιος σου θρασίμι ή πούστης και μη γίνει η κόρη σου τσούλα -- που δε σε νοιάζει μην καταλήξουν ελεεινοί παλιάνθρωποι και σκατόψυχοι.

Άντε γαμησου, μέσε Έλληνα, που κλαις και τραγουδάς τη δική σου φτώχεια και την προσφυγιά των προγόνων σου, γαμήσου που ζεις δίχως χαμόγελο και περηφάνεια, αλλά μισείς και σιχαίνεσαι τον φτωχό που είναι ξένος.

Άντε γαμήσου μέσε Έλληνα ορθόδοξε, σκώληκα της ευσέβειας όταν θα δεις τα σκούρα, αντίχριστε στην πράξη που φιλάς εικόνες και ράσα και πιστεύεις σε μάγια και λείψανα και σύμπαντα και θεούς που ασχολούνται μαζί σου ή που σε εγκατέλειψαν -- αρκεί να μη φταις εσύ για τίποτα.

Άντε γαμήσου, μέσε Έλληνα, που περιφρονείς "τα πολιτικά", που είσαι στωικός και θυμόσοφος, που "τίποτα δε θ' αλλάξει", που μουτζώνεις τους μαυρογιαλλούρους, που τους ψηφίζεις και μετά τους προσεγγίζεις για εξυπηρέτηση.

Άντε γαμήσου μέσε Έλληνα, που δεν έχεις χαρά στη ζωή σου και σκιρτάς με τον πόνο των άλλων και με τις ψόφιες κατσίκες τους, που δεν ξέρεις τον δημόσιο χώρο (εκτός όταν τον μπαζώσεις), που περιφρονείς την αλληλεγγύη έξω από την οικογένειά σου, ζωάκι κρυμμένο σε λαγούμι.

Άντε και γαμήσου, μέσε Έλληνα, που δίνεις δίκια σε όποιον γραφιά και όποιον τζουτζέ του κουτιού θα σε πείσει ότι εσύ δε φταις για τίποτα, ότι δεν μπορείς να κάνεις τίποτα, που θα σου εξηγήσει ότι υπάρχει ανωτέρα βία και που θα σου πει ότι δεν είσαι λαός και ότι δε θα μάθεις ποτέ, παις αεί κι αρχίδια μάντολες.

Ναι: άντε γαμήσου. Γαμήσου μπας και χαρείς.

GatheRate

Two tribes


Κάποιοι, οι έτσι, γράφουνε και λένε: βρεθήκαμε σε μια εθνική κρίση, πρέπει να την ξεπεράσουμε, πρέπει να κοιτάξουμε το κοινό καλό και πώς θα σταθούμε ξανά στα πόδια μας σαν χώρα. Θα μπορούσαμε να τα είχαμε καταφέρει καλύτερα αλλά η διαφθορά, η ραιβή νοοτροπία μας και ο εγγενής αρνητισμός των κάθε λογής αριστερών σαμποτάρισαν την εθνική προσπάθεια. Πάντως πρέπει να λογαριάσουμε ότι προχωρούμε. Αποφεύχθηκαν τα χειρότερα.

Κάποιοι, οι αλλιώς, γράφουνε και λένε: αυταρχισμός, καταστρατήγηση θεσμών, εξαθλίωση, διάλυση κοινωνικού κράτους (αμάθεια, φτώχεια, θάνατος), φασισμός και ρατσισμός κι εθνικισμός.

Οι έτσι απαντούν σε αυτά είτε ότι ήρθε ο λογαριασμός και πρέπει να πληρώσουμε, είτε ότι it will get worse before it gets better, είτε ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο χάλια όσο θέλουνε να νομίζουν οι αλλιώς. Στο κάτω κάτω, ούτε ξερονήσια έχουμε, ούτε την Πείνα του '41, που πείνασαν νοικοκυραίοι άνθρωποι και ξεπούλαγαν πιάνα και σερβίτσια.

Το συμπέρασμά μου είναι ότι οι έτσι και οι αλλιώς -- στον βαθμό που είναι ειλικρινείς, κάτι που ολωσδιόλου δεν πρέπει να θεωρείται αυτονόητο, ζούνε σε διαφορετικούς κόσμους. Και περιγράφουν και οι δύο φατρίες επακριβώς τον κόσμο στον οποίο ζει η καθεμιά. Στον βαθμό που οι έτσι, αλλά και οι αλλιώς, είναι ειλικρινείς, προασπίζονται τα συμφέροντα και την επιβίωση του κόσμου στον οποίο ζούνε.

Οι έτσι έχουνε δίκιο. Τέσσερα χρόνια μετά το Καστελόριζο, διατηρούν ακόμα προνόμια. Δεν πάνε διακοπές στο Στάαντ αλλά έχουν ακόμα την Αράχωβα, δε βρέθηκαν κλεισμένοι στα ρετιρέ του Λυκαβηττού και στα οροφοδιαμερίσματα της Γλυφάδας να ψάχνουνε να βρουνε ταβέρνα ανοιχτή για να φάνε. Διατηρούν τις δουλειές τους και έχουν εν πολλοίς διαφυλάξει τον τρόπο ζωής τους. Η νομιμότητα, τα κολοβά και χωλά κοινοβούλια, η φονική αστυνομία, τα χρηστά ήθη και η κανονικότητα με κάθε τρόπο, έστω και αν χρειαστεί να θυσιαστούν κάποιοι άλλοι κάπου άλλου, είναι οι αναγκαίοι τρόποι ώστε να συνεχίσουν να ζουν έτσι: καλά. Χωρίς λατινοαμερικάνικα σκαμπανεβάσματα και τέτοια. Άλλωστε πάντοτε έτσι γινόταν, ακόμα και τη χρυσή εποχή του φιλάνθρωπου ακτιβισμού τους: ζούσαν καλά γιατί κάποιοι τους έραβαν τα ρούχα και πέθαιναν πρόωρα καλλιεργώντας κι εξορύσσοντας και μεταποιώντας πρώτες ύλες για τα καταναλωτικά τους αγαθά. Απλώς τώρα αυτοί οι καημένοι βρίσκονται πολύ πιο κοντά τους.

Και οι αλλιώς έχουν δίκιο. Αλλά τον κόσμο τους τον ξέρω καλά κι έχω γράψει γι' αυτόν: ας μην επαναλαμβάνομαι. Και, πληθυσμιακά, ο κόσμος των αλλιώς είναι πολυπληθέστερος.

Όμως οι έτσι είναι και ελιτιστές. Θεωρούν ότι αποτελούν τον ακριβό ανθό της κοινωνίας, αυτό το ακριβό 1% που θα καρπίσει και θα παραγάγει Ξυγγραφές, Συμπόσια και Πολιτείες και αριστοφάνεια σάτιρα μέσα σε έναν Δήμο ηλιθίων πλαισιωμένων από φιμωμένες γυναίκες και πολλούς πολλούς δούλους. Τρομάρα.

GatheRate

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

Ο κώλος του Θεού

στην επί δώδεκα συναπτά έτη φίλη Μερόπη Μ.


 Σε πολλά είμαστε κότες, σε ακόμα περισσότερα η εποχή μας είναι αφόρητα ανιαρή και μη-μου-άπτου. Ατολμία. Συναίνεση. Να μην προκαλούμε, για να πάει το μήνυμά μας παραπέρα. Πού; Τεσπά.

Τον κώλο του Θεού τον πρωτοείδα το 2008. Ενοχλείστε που τον λέω έτσι, άλλωστε είναι και η εποχή μας της ευπρέπειας: του "αιδοίου", του "μαμησιού", των χαζών αποσιωπητικών και των πληθωριστικών εισαγωγικών. Ενοχλείστε που λέω "ο κώλος του Θεού", πού να τον βλέπατε κιόλας δηλαδή.

Μπαίνω λοιπόν στην Καπέλλα Σιξτίνα το 2008 και τα χάνω: πολύ ψηλοτάβανη, απελπιστικά μακριά το ταβάνι. Με δυσκολία βλέπεις τι γίνεται εκεί πάνω: τις μπουτς Σίβυλλες, τις βιβλικές ιστορίες και τα τσίτσιδα τεκνάκια του Μιχαηλάγγελου. Και μετά διακρίνω τον ξεγυμνωμένο κώλο του Θεού. Ζωγραφισμένο μεταξύ 1508 και 1512. Ψηλά, πάνω από καρδινάλιους και πάπες, όχι να εκτίθεται σε καμμιά Biennale κρατικοσπονσοραρισμένης πρωτοπορίας και λελογισμένης πρόκλησης.

Και όχι, τότε ο φλωρεντινός αρσενοκοίτης δεν ήταν ακόμη ο γίγαντας της δυτικής τέχνης, για να κάνει ό,τι γουστάρει και να του τα σκάνε: δεν ήτανε παρά ένας φλωρεντινός αρσενοκοίτης γλύπτης. Που ανέλαβε να διακοσμήσει ζωγραφικά (ο άσχετος) το παρεκκλήσι των παπών, κι όχι να στορίσει κανα χειρόγραφο με λατινικές ερωτογραφίες κανενός καυλιάρη δούκα. Και βέβαια, διακόσμηση, εντάξει: δεν το λες αυτό το παμπόνηρο πανόραμα ούτε διακόσμηση, ούτε ραφαηλίτικη χαρά. Μόνο με το ροκοκό και τους μαλακοπίτουρες τους βικτωριανούς θα ξανασηκώσει κεφάλι το διακοσμητικό στοιχείο και η τέχνη ως διακόσμηση, ώσπου να μας πατήσει κάτω τελικά και να μας πνίξει στη γλυκόζη, στη μελάσα και στον μούστο.

Προσπαθώ να σκεφτώ παράλληλα τολμήματα πιο κοντά στην εποχή μας. Κάπως πρόχειρα, μού έρχεται ο Ντιέγο Ριβέρα με τον Λένιν μέσα στο κτίριο Ροκεφέλερ, και πάλι σιγά: ο Ροκεφέλερ μπορεί να σου ακυρώσει το συμβολαίο γιατί τον ζοχάδιασες, όχι να σε στείλει στην αιώνια Κόλαση γιατί έργω βλαστήμησες -- κι ο Μπουοναρόττι την πίστευε την αιώνια Κόλαση, όσο να 'ναι.

Σε ατέλειωτες συζητήσεις για τα εικαστικά που πάω και μπλέκω, ανακύπτει κάποια στιγμή η έλλειψη τεχνικής στη σύγχρονη τέχνη. Πρόβλημα, λέει. Άλλοτε ακούω το παραπόνο ότι οι σύγχρονοι θέλουν να σοκάρουν και τίποτε άλλο. Όμως όσο περνάει ο καιρός, τόσο περισσότερο μού φαίνεται ότι ακόμα και η πρόκληση στην τέχνη (λ.χ. ο Τελευταίος Πειρασμός του Σκορσέζε, η υποψία ότι η Τρέισι Έμιν έχυσε στο σεντόνι που εκθέτει) εντάσσεται στα πλαίσια του "παίζω τις κουμπάρες": η 'πρόκληση' της σύγχρονης τέχνης πολλές φορές είναι ομόλογη μιας πολιτικής που λ.χ. δε θα ζήταγε την κατάργηση της δουλείας, παρά καλύτερες συνθήκες για τους δούλους στις φυτείες και το δικαίωμα να παντρεύονται μεταξύ τους.

Αν δεν μπορεί η τέχνη μας να είναι παμπόνηρη, σαν του Μιχαηλάγγελου, θα μπορούσε τουλάχιστον να είναι οργισμένη; Ή μας έχει βαλσαμώσει η ευπρέπεια κι η ψυχραιμία;

GatheRate

Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

Φοίνιξ

Από τότε που έγραψα για την τερατογένεση αρπακτικού που συμβολίζει το Γένος μας καθώς και άλλα πολλά πατριαρχικά κι εξουσιαστικά, τρώγομαι να μιλήσω για ένα από τα αγαπημένα μου εραλδικά πτηνά (το άλλο είναι το παγόνι). Ψάχνω αφορμή.

Κυρίες και κύριοι (και σαστισμένα παιδιά που βρεθήκατε κατά λάθος εδώ): ο Φοίνιξ. Το μυθικό πουλί που καίγεται και αναγεννάται από τις στάχτες του. Το σύμβολο της αθανασίας και της επιμονής και του γνήσιου we shall overcome: κάφτε με, θα ξανασηκωθώ, θα ξαναζήσω.


Βεβαίως, το έμβλημα της Ελληνικής Πολιτείας του Καποδίστρια, η δεύτερη υψηλότερη διάκριση της Ελληνικής Δημοκρατίας (το Τάγμα του Φοίνικα, πολύ πριν το φλύαρο πράμα της μάνας του Χάρυ Πόττερ) είναι πλεόν αμετάκλητα και στο διηνεκές αμαυρωμένο από τη Χούντα. Εικόνες όπως η παραπάνω, του εαμικού Φοίνικα, εξηγούν την επιλογή του αθάνατου πτηνού για έμβλημα της προδοσίας τους και της τυραννίας που την ακολούθησε: ελέω ενός Γεωργαλά ξεσήκωσαν ό,τι κομμουνιστικό ή παραπλήσιο σύμβολο βρήκαν, ακολουθώντας την εμπεδωμένη τακτική των Χριστιανικών Μαθηματικών Ομάδων της Ζωής, που από το '49 και μετά μετέτρεπαν σοβιετικά εμβατήρια και εργατικούς κι επαναστατικούς θουρίους σε "χριστιανικά τραγούδια".

Κρίμα κι άδικο για τον Φοίνικα. Κρίμα κι άδικο για ένα ευγενές έμβλημα ξανανιωμού, που ούτε είναι σαρκοβόρο κι αρπακτικό, ούτε κρατάει σε νύχια γαμψά σφαίρες, σκήπτρα, σταυρούς και ξίφη.

Εδώ και το παράσημο του Τάγματος του Φοίνικα, μέ έναν υπέροχα στυλιζαρισμένο Φοίνικα, σχεδόν κινέζο:


Πώς βρήκα λοιπόν την αφορμή να γράψω σήμερα για το πουλί που καταστρατηγεί την εντροπία, όπως η ζωή η ίδια; Βλέποντας το πρωί το σήμα κατατεθέν της μπύρας Grimbergen να κοσμεί τέντες και βιτρίνες ενός μπαρ κάτω από τα σύννεφα με διαστήματα ηλιοφάνειας:


Εντυπωσιακός εδώ στην ετικέτα ο Φοίνικας. Βλέπω μετά και το σλόγκαν: ardet nec consumitur. Αμέσως θυμήθηκα το fluctuat nec mergitur. Αχά, σκέφτηκα, επιτέλους: θα γράψω άλλο ένα ποστ με λατινικό τίτλο. Μετά όμως αναρωτήθηκα πώς μεταφράζεται το σλόγκαν ardet nec consumitur στα ελληνικά. Ψυλλιαζόμενος την προέλευσή του, κατέληξα στο φλέγεται αλλ' ου καίεται. Και είπα, ώπα. Ώπα. Αυτό είναι το σλόγκαν της Καιομένης Βάτου, όχι του Φοίνικα. Γιατί ο Φοίνικας καίγεται και γίνεται στάχτες και μέσα από τις στάχτες του αναγεννάται. Απεναντίας, η Βάτος η φλεγομένη αλλ' ου καιομένη -- αυτή δεν πρέπει καλά καλά ούτε κάπνα να βγάζει.

Άκυρο λοιπόν το ardet nec consumitur για τον Φοίνικα. Αλλά, όπως κάθε φορά που μιλάμε για φωτιά, εγώ σκέφτηκα τον έρωτα (εντάξει, όχι πάντα).

Σκέφτηκα τον έρωτα του Φοίνικα: αφήνει τη φλόγα να τον αποτεφρώσει, ώστε μετά να ξαναγεννηθεί. Και για να ξανακαεί. Και πάει λέγοντας. Αενάως, λέει. Ο Φοίνικας είναι μεγάλος και ευγενής αλλά μοιάζει με τους σκώρους του Γκυ Ντεμπόρ: in girum it nocte et consumitur igni. Η φωτιά τον τρώει στο τέλος, ξανά και ξανά, σε κάθε γύρα, σε κάθε επανάληψη μέσα στην ερωτική σαμσάρα.

Και σκέφτηκα και τον έρωτα της Βάτου: της φλεγομένης αλλ' ου καιομένης. Φλόγα και λάμψη και φως, ναι, αλλά η ίδια παραμένει αμίαντη και άκαυτη. Άρα τι; Πυρέξ, που η φωτιά δεν αγγίζει; Είναι απλώς οπτικό εφέ η φλόγα για τη Βάτο; Είναι ο έρωτάς της αφορμή να φαντάζει και μόνο; Μπα, όχι. Θέλω να πιστεύω ότι η φλόγα για τη Βάτο είναι il foco che gli affina, το αποτέλεσμα μιας απαράμιλλης παρουσίας.

GatheRate

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2014

More than 9 songs


Τα τραγούδια που αγαπούμε αλλά δεν ακούμε συχνά είναι τα πιο ενδιαφέροντα, κατά κάποιον τρόπο, ιδίως αν έρχονται να μας βρουν απροειδοποίητα. Μας βρίσκουν αραιά και πού κι αναπάντεχα, σαν ατυχήματα, την ώρα ακριβώς που είμαστε χαλαροί. Πολλές φορές αυτά τα τραγούδια κάνουνε τον χρόνο να διπλώσει και έτσι μπορούμε να δούμε το τώρα να στέκεται δίπλα δίπλα σε μια άλλη στιγμή μέσα στο παρελθόν, όταν έπαιζε ακριβώς το ίδιο τραγούδι. Πολλές φορές λειτουργούμε και προληπτικά: ακούμε ένα τραγούδι που σφραγίζει τη στιγμή, τη μέρα, την εποχή της ζωής μας. Και λέμε: "όταν θα ξανακούσω αυτό το τραγούδι, θα είμαι αλλού και με άλλους και ίσως κάποιος άλλος". Και δε χρειάζεται καν να είναι τραγούδι, τέτοιους ρυθμούς μπορεί να φτιάξει το άκουσμα ενός σπάνιου ονόματος ή, βεβαίως, η επιστροφή σε έναν τόπο που δεν επισκεπτόμαστε συχνά.

GatheRate

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

Οι πόλεις που έχω πάει. Ταξιδιωτικές εντυπώσεις σε 2-3 αράδες


Μόνο πόλεις που έχω μείνει ή όπου έχω περάσει πάνω από δίωρο. Καθαρά υποκειμενική παρλάτα.

Αθήνα: η πατρίδα μου, το κέντρο του κόσμου. Το σκηνικό χαράς. Βρώμικη και παρατημένη αλλά ζωντανή και πολυπρόσωπη, σε τυραννάει, σου ξεφεύγει και σε ξαναγητεύει απρόσμενα, κι αναίτια ίσως.

Βόλος: η πιο όμορφη επαρχιακή πόλη. Πόλη λέμε, όχι γραφική κωμόπολη που παραφούσκωσε. Ελευθέρια, με τσιπουράδικα, παλιά εργατούπολη (άρα και με αστούς), με ζωή και τσαμπουκά.

Λάρισα: κόσμος αγενέστερος από Αθήνα, το χειρότερο κλίμα στην Ελλάδα. Μόνον αν θες να περάσεις καλά, ή αν είσαι αναρχικός στα σκαλάκια του Δικαστικού Μεγάρου.

Θεσσαλονίκη: εμένα μ' αρέσει. Υπερβολικά βυζαντινόφρων πια για τα γούστα μου, αλλά έχει ωραίες γυναίκες. Και πολλά μπερεκέτια κρυμμένα, σαν την Αθήνα, άρα οι καλύτεροι περίπατοι στην Ελλάδα -- εκτός Αθήνας (άχαχαχα).

Ηράκλειο: ατίθαση και ζωντανή, αν και κακάσχημη. Ζωή και τσαχπίνικη διάθεση.

Χανιά: Οβρέικα. Παλιό λιμάνι. Φιρκάς. Αυτά.

Πάτρα: μάλλον πρέπει να τη ζήσεις. Επίσης, όπως οι γλασκωβέζοι, όταν σου λεν οι πατρινοί για τις ομορφιές της Πάτρας, εννοούνε μια ζώνη σε ακτίνα 70 χμ.

Κέρκυρα: LFE.

Λευκωσία: οθωμανική πολιτεία που ήπιε το φίλτρο του κύριου Χάιντ, όπως το Ηράκλειο. Το Ηράκλειο έπαθε παροξυσμό, η Λευκωσία ελεφαντίαση. Θεαματικά άσχημη, επίσης.

Λεμεσός: σαν Τελ Αβίβ μείον τον κόσμο του και τη διάθεση για πάρτυ. Είχε πολλά κωλάδικα μέχρι πρόσφατα, βεβαίως, και περνιόταν για γλεντζεδούπολη. Από τότε που απέκτησε πανεπιστήμιο, άρχισε να εξανθρωπίζεται.

Λάρνακα: ένας λεκές. Πανάρχαιος μεν, λεκές δε.

Παρίσι: μια απέραντη βιτρίνα, μέσα-έξω. Πατάς το πόδι σου εκεί και ξυπνάς. Απ' όλα έχει.

Ρεν: μία κουκλίστικη επαρχιακή πόλη. Κουκλίστικη και για καλό, κουκλίστικη και για κακό. Με εγγλέζικο κλίμα, εισαγωγής.

Νάντη: απόλαυση. Χωρίς να μπορώ να πω γιατί. Όλη η γεύση, μηδέν λιπαρά. Και ας τα φτιάχνουν όλα με βούτυρο.

Όσλο: Παλάτι, Στόρτινγκετ, Όπερα. Υπέροχο κρύο, στεγνό -- αν δε ζυγώσεις τη θάλασσα. Τσιμέντο και τούβλο. Τρώτε νωρίς και ψάρι, πίνετε με ρέγουλα γιατί κοστίζει.

Τροντχάιμ: σκανδιναβική Ντίσνεϋλαντ, ξύλινο, γλυκούλι, πράσινο, με τα φιορδ του. Όλη η φτώχεια, όλα τα ΙΚΕΑ κτλ., κρυμμένα πίσω από τον λόφο.

Νόβι Σαντ: Σερβική Μεσευρώπη. Γυναίκες με μυθικά καπούλια. Ρακή που σκοτώνει, φαΐ που περιορίζεται σε κρέας και τυρί και λάχανο, νερό ποτέ από την βρύση (παθός). Όμορφη πόλη.

Άμστερνταμ: μακριά από το Damrak, μια επίσκεψη στα κόκκινα φανάρια και μετά η υπόλοιπη πόλη. Από τις πιο όμορφες και συναρπαστικές της Ευρώπης. Μεγάλος έρωτας.

Ρότερνταμ: ζωντανό, πολυεθνικό, με εκείνη τη σούπερ πινακοθήκη. Ως εκεί, μια χαρά.

Ουτρέχτη: υπερκουκλίστικο και κάπως πεθαμένο κέντρο, υπερκατάθλα περίχωρα.

Ντόρντρεχτ: έχει κάτι αυτή η πόλη. Θυμάμαι τριανταφυλλιές και λιακάδα. Και τις τρεις φορές. Μάλλον τυχερός θα ήμουν.

Λέιντεν: πανεπιστήμιο. Κανάλια. Και πού να φας;

Αϊντχόβεν: Φίλιπς.

Ντελφτ: η παλιά πόλη μουσείο, η καινούργια...

Μπρυζ: μεσαιωνική Ντίσνεϋλαντ και τουρισμός, κι από κάτω από την επιφάνεια τρελή φλαμανδιά.

Βρυξέλλες: καταπληκτικά μπαρ, μια ακατανόητη ταλάντευση μεταξύ κοσμοπολιτισμού, επαρχιωτίλας και περασμένων αποικιακών μεγαλείων. Σοκολάτα. Φαΐ. Κόμιξ.

Γάνδη: πιο ζωντανή από την Μπρυζ. Με γνήσια όμορφες γωνιές και κόσμο χαλαρό.

Βερολίνο: το Λονδίνο των πραγματικά ανήσυχων, η μητρόπολη της εναλλακτίλας αλλά και του αλλιώς. Διαρκής μαγεία και ασίγαστο μπαζ, που κάποτε εκφυλίζεται σε άγχος. Πριν αλωθεί από το τζεντριφικέισο, πόλη να πας να τη ζεις. Μόνον παραλιακή δεν έχει.

Μάρμπουργκ: του κουτιού. Πανεπιστήμιο και τέλος.

Κολωνία: το σύμβολο του σεξ. Νυχτερινή ζωή. Ημερήσια ζωή. Ζωή. Βιβλία. Τέχνες. Μουσική. Μπαρ. Πουτάνες. Όλα. Και ο Ρήνος. Και χαλαρότητα. Και αριστερή πόλη.

Στουτγάρδη: μπλιαχ: στερεοτυπική Γερμανία. Πλήξη απολιθωμένη σε πόλη.

Μόναχο: φράγκα, ευταξία, καθαριότης. Πληκτική και κομιλφώ σχεδόν σε επίπεδα Στουτγάρδης. Τους φτωχούς θα τους κρύβουν κάπου, ποιος ξέρει πού.

Πράγα: Α! Πράγα! Πώς να μην την αγαπήσεις; Σούντεκ, Κάφκα, βασιλείς κι επαναστάτες. Τσέχικες μπύρες. Μουσική παντού.

Κωνσταντινούπολη: η αυθεντική κοσμόπολη. Αδιανόητη. Ασύλληπτη. Πάλλεται από νεότητα και παθαίνει κυκλοφοριακά εμφράγματα. Θησαυρός της ανθρωπότητας. Κόβει την ανάσα με κάθε αφορμή. Μόνο με τη Νέα Υόρκη συγκρίνεται.

Ανκόνα: όμορφη, όχι απλώς λιμάνι. Έχει μια πλατεία σαν θεατρική σκηνή.

Ρώμη: υπέργηρη βιτρίνα. Βατικανό. Ποτάμια οι τουρίστες. Συγκοινωνίες του Τσάκωνα. Μεγαλείο παντού. Παντού. Στο τέλος σιχαίνεσαι το μεγαλείο.

Σιένα: πεθαμένα πράγματα.

Φλωρεντία: στανταλίσμο, και λίγο σου πέφτει. Αρχιτεκτονική. Φαΐ. Τέχνη. Όλα. Τουρίστες παντού.

Ουρμπίνο: Μάρμπουργκ ιταλικό.

Βενετία: μία είναι. Τέλος. Αλλά για τέσσερις μερούλες μάξιμουμ.

Πάδουα: δεν έχει εκτιμηθεί δεόντως. Παλιό και νέο μαζί. Μερέντα με όλα. Ομίχλη και μνημεία. Και Τζιόττο. Και νεολαία. Και μπαρ. Και σπριτς. Χαμός.

Βαρκελώνη: η μεσογειακή πόλη που όλοι θα θέλαμε. Θέλω να την παντρευτώ: πολυκατοικίες, ζωή, θαλασσινά, ελευθεριότητα, μεγάλοι δρόμοι...

Λισαβόνα: λυρική και εσωστρεφής. Όμορφη. Η πόλη, όμως, και μόνο.

Δουβλίνο: μας έδωσε τον Οδυσσέα, ήτανε πολύ τυχερό το καημένο.

Λονδίνο: υπέροχο, πανάκριβο, παράλογο, πολυπρόσωπο. Τα έχει όλα. Είναι χαοτικό αλλά δεν το διαλαλεί.

Κόλτσεστερ: η παλιότερη πόλη της Βρετανίας: Έλληνες φοιτητές, φαντάροι και γιάπηδες. Και δεκαεφτάχρονα με τα κουτσούβελά τους.

Καίμπριτζ: πανεπιστήμιο.

Ρέντινγκ: γιατί;

Σαουθάμτον: δε θυμάμαι τίποτα.

Πρέστον: σα θεματικό πάρκο με τίτλο "το βδέλλυγμα της ερημώσεως που έφερε η Θάτσερ και ο Μπλαιρ".

Μάντσεστερ: Θεός φυλάξοι.

Μπέλφαστ: κατάθλα, παντού κατάθλα, με κάθε τρόπο.

Νόριτς: συμπαθέστατο. Αλλά γιατί να πάει κανείς μέχρι εκεί;

Ίπσουιτς: η τυπική εγγλέζικη πόλη. Για καλό το λέω.

Νιουκάσλ: η πρωτεύουσα του βρετανικού Τρίτου Κόσμου: φτώχεια που φαίνεται, μαθαίνεις τι εστί εργατική τάξη στη Βόρεια Αγγλία. Και μετά δε θες να ξαναπάς. Ποτέ. Πιάνεται η ψυχή σου.

Εδιμβούργο: μαγική πόλη. Μαγικός κόσμος. Μαγικά μπαρ. Ακόμα και ο σιδηροδρομικός σταθμός είναι αξιοθέατο, εκεί που είναι. Ζωντάνια.

Γλασκώβη: όταν δε φοβάσαι, λυπάσαι. Δε βοηθάει και η νεκρόπολη πάνω στον λόφο που δεσπόζει, ή η πέτρα μαυσωλείου η γκρίζα με την οποία χτίσανε την πόλη.

Νέα Υόρκη: το κέντρο του κόσμου.

Σικάγο: ουρανοξύστες, η λίμνη, το Chicago Art Institute. Λάιβ μουσική. Και ουρανοξύστες, πολλοί.

Βοστώνη: χωρίς καρποσταλικές θέες και γωνιές για φωτό τουριστικές. Σαν Λονδίνο συμμαζεμένο, σαν να μη μένουν άνθρωποι. Εκτός από τη Νότια Βοστώνη, που είναι ο ασυμμάζευτος και σχεδόν γκέτο. Θα υπήρχε η πόλη χωρίς τα πανεπιστήμια;

Φιλαδέλφεια: συμπαθέστατη, με καλό φαΐ.

Ιερουσαλήμ: η δυτική είναι σαν εγγλέζικη πόλη στη Μέση Ανατολή. Η παλιά, μια κανονική πόλη της Μέσης Ανατολής. Παντού παπάδες, μοναχοί, μοναχές, ραββίνοι, χασιδιστές, ιμάμηδες, μουλάδες -- παντού. Και τάφοι. Σε πνίγει η θρησκεία αμέσως.

GatheRate

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

Κανονικότητα


Κανονικότητα πάση θυσία, με κάθε μέσο, όσο λίγους κι αν αφορά.

Αυτό είναι το σλόγκαν. Όλα δείχνουν προς τα εκεί: η εύρεση και ανασκαφή τάφων, το λαμπερό τηλεοπτικό πανηγύρι της ηδονοβλεψίας (τροφών και συνταγών πια), το αίτημα να μη χάσουνε τα παιδιά τα μάθημάτα τους, το ότι δεν ενοχλούνται και πολλοί από την αντιπαραβολή μεταξύ φοροδιαφυγής από τη μια και "φορολογικών λύσεων" ελέω PricewaterhouseCoopers και Μεγάλου Δουκάτου από την άλλη, η διάθεση να απαλλαγούμε κανονικώς κι εκλογικώς και μεσσιανικώς από ένα καθεστώς εξαίρεσης -- εξαίρεσης και στον τομέα ελευθερίες, θεσμοί και δικαιώματα, εξαίρεσης και στον τομέα ευημερία, εργασιακές συνθήκες, δημόσια αγαθά και κοινωνική δικαιοσύνη.

Ο θρίαμβος του μπίζνες αζ γιούζουαλ.

Σημασία έχει να πηγαίνεις δουλειά, κι ας πληρώνεσαι με μόρια. Να μπαίνει η σύνταξη κι ας ψωνίζεις 100 γραμμάρια τυρί, α λα τιτοϊκή Γιουγκοσλαβία του '80. Προέχει να πηγαίνουν τα παιδιά σχολείο κανονικά, όχι τι μαθαίνουν, τι  τους λένε, πώς ζουν οι δάσκαλοι. Κεφαλαιώδες να γεμίζουν τα αμφιθέατρα με τάξη και πειθαρχία και όχι γιατί γεμίζουν, ούτε μας κόφτει τι συμβαίνει στα επί 25ετία υποχρηματοδοτούμενα και παρατημένα πανεπιστήμια. Να κυκλοφορούν οι συγκοινωνίες, κι ας σε ξεφτιλίζει ο ελεγκτής, κι ας περνούν λεωφορεία και συρμοί κάθε 15 και 20 λεπτά. Μας απασχολεί να προβάλουμε τις πολιτιστικές βιτρίνες Ποτέμκιν με θεούς κι ηρακλείς αρχιδάτους και Καλντέρα ιλουστρασιόν και καρναβαλιστές αρχαίους και αυστραλιανές παραλίες, όχι τι συμβαίνει στο πολιτιστικό κενό πίσω από τις σκηνικές προσόψεις. Προέχει να φτύσουμε τον καργιόλη τον γιατρό τον φακελάκια, όχι η καταιγιστική διάλυση δομών υγείας και πρόνοιας, που μεταφράζεται βεβαίως σε Θάνατο κι Αρρώστια. Οι τράπεζες πρέπει να προστατευθούν, να ανοίγουν και να κλείνουν το ΣουΚού, κι ας μη ρίχνουνε λεφτά στην αγορά (την πραγματική αγορά εννοώ, όχι το αποθεωμένο είδωλο με το μακρύ χέρι). Ας γκρινιάζουμε, όπως σε κανονικό κράτος, για τους δεσποτάδες, αντί να απαλλάξουμε το Κράτος από την Εκκλησία, την Εκκλησία από το Κράτος και όσους θα πεθάνουμε (οι υπόλοιποι οκέι) από την εκμετάλλευση και τη βεβήλωση μιαρών νεκροξενοδοχείων, οιονεί μονοπωλίου των παπάδων. Να φύγουν οι ασιατικές φάτσες από τα πεζοδρόμιά μας και τις πολυκατοικίες μας, να περικλειστεί ο Τρίτος Κόσμος μέσα σε Αμυγδαλέζες, να πάει να πνιγεί στα νερά που διαφεντεύει η Τουρκία. Να μείνουν τα παιδιά που μεγάλωσαν εδώ απάτριδες, αν δεν έχουν αίμα τουρκόσπορου, αρβανίτη, γασμούλου, βλάχου, καραγκούνη: αίμα ελληνικό.

Υπάρχει κανονική απώλεια νοήματος πίσω από τις ρουτίνες. Εμείς έχουμε εθιστεί στις ρουτίνες, είναι η πρέζα μας που μας βοηθάει να αντέξουμε το κενό. Γενικευμένα αυτιστικοί, γαντζωνόμαστε από την κανονικότητα για να μη χαθούμε σε έναν ακατανόητο κόσμο και σε μια κοινωνία που αναδιατάσσεται βίαια με τον πλούτο και τη ζωή να ανακατανέμεται προς τα πάνω -- "αυτοδικαίως" και αυτονόητα. Κοιμόμαστε ήσυχοι που δεν κυβερνάει ακόμα η ναζιστική συμμορία, ενώ μας διαφεντεύει μια κυβέρνηση κανονικότατα φασιστικών πολιτικών και πρακτικών. Όσο περνάει ο καιρός, όλο και λιγότεροι θα μπορούνε να διατηρήσουν την κανονικότητα αυτή στην καθημερινή ζωή τους, α λα λατινοαμερικάνα. Οι υπόλοιποι θα γίνουμε θέαμα, ναι θα γίνουμε, πορνό φτώχειας κι εξαθλίωσης στο Vice: καμένα πρεζόνια με στερητικό για κανονικότητα και τελειωμένα.

GatheRate

Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2014

Όταν παύεις να γίνεσαι κι αρχίζεις να είσαι

Όταν ήταν έφηβος θαύμαζε την ωριμότητα. Και δικαιολογημένα: ήθελε να την κατακτήσει.

Παρατηρούσε με ζήλο, δέος και ζήλεια τους ώριμους ανθρώπους γύρω του: σταθερούς αλλά ήπιους, με την αυτοπεποίθηση της αυτογνωσίας αλλά σεμνούς, με φρόνηση αλλά σχεδόν ευδιάκριτα ζωοποιά πάθη. Οι ώριμοι άνθρωποι ήξεραν τι ήθελαν και πολλές φορές το αποκτούσαν. Οι ώριμοι άνθρωποι πάντοτε απορούσαν και πάντοτε αμφισβητούσαν, πρώτα και κύρια τους εαυτούς τους, που αρνιόντουσαν να τους πάρουνε και πολύ στα σοβαρά, αλλά χωρίς να ξεπέφτουν σε ταπεινολογίες και τέτοιες νευρώσεις.

Νόμιζε κι αυτός τότε, και μέχρι πρόσφατα, ότι η ωριμότητα επέρχεται αυτομάτως, μετά από κάποια χρόνια ή αφού κολλήσεις αρκετά ένσημα εμπειριών. Ίσως η ωριμότητα να αποτελούσε ανταμοιβή για τη θητεία σου στην ενσυναίσθηση και την τριακονταπενταετία σου στο δόσιμο. Τη θεωρούσε την ωριμότητα περίπου σαν ένα εφάπαξ, που σου καταβάλλεται όταν έχεις ζήσει αρκετά κι έχεις βιώσει ικανοποιητικό αριθμό εμπειριών.

Όταν επιτέλους μπήκε στην ηλικία που παύεις να γίνεσαι κι αρχίζεις να είσαι, είχε ήδη γνωρίσει ανθρώπους ώριμους από τα 28 τους κιόλας, δηλαδή σε ηλικία που αυτός έπλαθε κουλουράκια. Τότε αναγνώρισε τη μεγάλη του πλάνη. Κι επίσης αντιλήφθηκε πως η ωριμότητα δεν είναι εφάπαξ, είναι λαχείο ή προϊόν αποταμίευσης. Ούτε καν, τι να μας πουν αυτές οι οικονομίστικες μεταφορές, σχήματα ακόμα μιας μυωπικής θεολογίας: κατάλαβε ότι η ωριμότητα είναι πέρα από τον πλούτο (ακόμα και τον πνευματικό) και πάνω κι από κατάκτηση. Είναι αυτό ακριβώς: να πάψεις να γίνεσαι και να είσαι πια, ανεξαρτήτως ηλικίας.

GatheRate

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

Το μακάριο ύψος ενός πνευματικού οράματος

Υπάρχει μια μεγάλη, πελώρια, παρεξήγηση γύρω από την πνευματικότητα. Η πνευματικότητα ποτέ δεν ήταν ασώματη υπόθεση και, έτσι κι αλλιώς, δε θα μπορούσε να προκύψει από την εξαΰλωση και από την αποπνευμάτωση. Όπως, ας πούμε, δεν υπάρχει οινόπνευμα αν δεν ζυμωθεί το δημητριακό, το σταφύλι ή τα στέμφυλα κι οι φλούδες. Η πνευματικότητα πάντοτε προκύπτει από τις αιθέριες αναθυμιάσεις του σωματικού και των κινημάτων της σάρκας που πεινάει και διψάει κι ιδρώνει και κουράζεται, αποστάζεται από την εξάχνωση των υγρών μας (που φοβόμαστε). Ο άνθρωπος ο πνευματικός πόθησε και καύλωσε και θηριώθηκε κι αστόχησε και ξαναπροσπάθησε όμως δεν εγκατέλειψε. Γιατί τελικά η πνευματικότητα δεν κατακτάται χωρίς ζωή: καμμιά μελέτη δε θα σου την επιδαψιλεύσει, ούτε καν η μελέτη θανάτου, που είναι το πιο σπουδαίο μάθημα.

Όπως η ευθύνη για τον εαυτό είναι κενή χωρίς την ευθύνη για τους άλλους, έτσι και η ζωή του πνεύματος είναι φενάκη όταν δεν τη θρέφει το αίμα. Γνωστά πράγματα. Τετριμμένα. Δείτε, ας πούμε, τους ανθρώπους του "από τον λαιμό και πάνω". Είναι πνευματικοί; Ποτέ.

Το ύψος κατακτάται μέσα από αυτό που ο Cole Porter αποκάλεσε (αδέξια και χωρίς πολλή φαντασία) horizontally speaking. Προτιμώ έναν άνθρωπο που υπάρχει ή υπήρξε γενναίος της ηδονής από κάποιον που σπούδασε και σκέφτηκε και μίλησε κι έγραψε -- αλλά έμεινε εκεί. Από την κλινοπάλη αναβρύζει η πνευματικότητα (ναι, "αναβρύζει"). Και μέσα από την χειρωνακτική εργασία φύεται και φυτρώνει. Σόρυ αν σας ακούγομαι κάπως σοβιετικός, αλλά η χειρωνακτική εργασία μάς κρατάει και μας πλάθει ανθρώπους. Και μόνον ο άνθρωπος μπορεί να υψωθεί κατακόρυφα -- ούτε ο άγγελος, ούτε το ζώο.

GatheRate

Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

Με τον Δάσκαλό μου

Το προηγούμενο Σαββατοκύριακο είδα τον Δάσκαλό μου, μας ήρθε για επίσκεψη. Είχα να τον δω δύο χρόνια και χάρηκα που ήταν καλύτερα στην υγεία του από ό,τι περίμενα. Δε θα καθήσω να γράψω εγκώμιο του ανθρώπου, που με πήρε επηρμένο γκαφάλι και με έκανε επαγγελματία και, εμμέσως, άνθρωπο μέσα στον ένα χρόνο του Λονδίνου -- τα έχω μισοαναφέρει αυτά κι εδώ. Πρόκειται για μοναδική προσωπικότητα, και όταν πριν μερικά χρόνια μού ανέφερε δειλά ότι έχει γιο στην ηλικία μου, αποφάσισα ότι του αξίζει με το παραπάνω να τον αισθάνομαι πατέρα μου. Τον έχω προσφωνήσει κιόλας έτσι -- γιατί (όπως εγώ) οι Εγγλέζοι πολύ δύσκολα κερδίζονται σαν άνθρωποι, μα όταν τους κερδίσεις παραμένουν πραγματικά δικοί σου και για πάντα.

Τον βρήκα κεφάτο και τρομερά κακοντυμένο, όπως πάντα: μουσταρδί μπαταρισμένο σακάκι, πράσινο παντελόνι με ρεβέρ και τσάκιση, ένα πουκάμισο που δε θυμάμαι και αθλητικά παπούτσια. Πάντα ευθυτενής και ψηλός, σαν ανθρώπινο σπαράγγι. Πάντα να μιλάει χαμηλόφωνα, λες και δε βαρυακούει εδώ και μια πενταετία.

Ο Δάσκαλός μου είναι άθεος και αναρχοσυνδικαλιστής, και τα δυο ηρέμα. Θυμάμαι κάτι συζητήσεις μας τη δεκαετία του '90, όταν με άφηνε να καταλάβω ότι ήμουν υπερβολικά σοσιαλδημοκράτης, μου το υποδείκνυε πάντα με ψυχραιμία και διακριτικότητα, με εμπιστοσύνη στην κρίση μου. Εγώ ΣΑΦ ψήφιζα στις φοιτητικές στη Φιλοσοφική, οπότε καταλαβαίνετε: πολιτικώς dazed and confused. Αλλά έστρωσα.

Αφού μιλήσαμε για κανα τετράωρο, με ρώτησε τι χόμπι έχω. Η ερώτηση ήτανε προβοκατόρικη, γιατί ξέρει ποιος είμαι και πώς περνάω, κι όσα δεν του έχω πει τα έχει ψυλλιαστεί, αρχαίος άνθρωπος. Του είπα λοιπόν και για το μπλογκ, εξηγώντας του ότι είναι άλλο από εκείνο που ξέρει κι ότι είναι στα ελληνικά. "Πώς λέγεται;", "Sraosha". Του εξήγησα ποιος είναι ο συνονόματος. Μετά με ρώτησε για τη θεματική του μπλογκ. "Σεξ, μπινελίκια, ενδοσκόπηση και πολιτική".

Μετά προσέθεσα ότι τώρα τελευταία διστάζω πολύ να μιλάω για πολιτική και το αποφεύγω. Αυτό δεν του πολυάρεσε, γιατί μόλις είχαμε μιλήσει για την άνοδο του φασισμού του Αντώνη στην Ελλάδα και του Φάρρατζ στη Βρετανία. Υπαινίχθηκε (είπαμε, ναι, είναι χαμηλών τόνων άνθρωπος) την ευθύνη που έχουμε όσοι ξέρουμε πέντε γράμματα. Του εξήγησα ότι δε διαθέτω κατάρτιση και ότι όσο περνάει ο καιρός τόσο πείθομαι ότι για την πολιτική δικαιούνται να μιλάν όσοι κατεβαίνουνε στον δρόμο και παίζουνε ξύλο, όχι εμείς που παριστάνουμε τον Σολωμό φάτσα στο Μεσολόγγι (αυτό δεν του το είπα έτσι, είπαμε, φιλέλληνας, όχι ο Ρόντυ Μπήτον). Του είπα ότι όταν γράφει κανείς για το πολιτικό, είναι απαραίτητο να το στηρίζει με κάποια ουσιαστική δράση και όχι απλώς με καλές προθέσεις εκ του καναπέως. Μάλλον δε συμφωνεί αλλά καταλαβαίνει: μετά από τόσα χρόνια έχω μάθει πότε αποδοκιμάζει κάτι που είπα.

Σήμερα πάντως συμφώνησα με αυτό: "Προς όλους τους «αγωνιστές» των σαλονιών, τους επαγγελματίες ανθρωπιστές, τις «ευαίσθητες» προσωπικότητες της διανόησης και του πνεύματος: προκαταβολικά στα τσακίδια."

GatheRate

Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2014

Hannah

Η Hannah ήτανε τρελή και αδέσποτη. Εντελώς αλλά κατά βάθος. Η Hannah ήθελε να τη δαγκώνουν και να της τσιμπάν άγρια τις ρώγες, όμως το βλέμμα της ήτανε πειθαρχημένο και το χαμόγελό της άνθιζε σπάνια (και φώτιζε σαν φεγγάρι που παραμερίζει καταιγιδοφόρα νέφη). Η ίδια η Hannah ήξερε πολύ καλά ποια ήταν, ή έτσι έδειχνε και νόμιζε. Όπως κι εκείνος, ήταν σοβαρή και μετρημένη. Ήταν και βόρεια γερμανίδα -- αλλά, προς θεού, όχι πρωσίδα, παρά από το HH: το Freie und Hansestadt Hamburg! Ήταν μια σοβαρή και μετρημένη κοπέλα, με βλέμματα που στόχευαν χαμηλά και πέρα: ποτέ παιχνιδιάρικα, ποτέ διερευνητικά, πάντα ονειροπόλα.

Όλα αυτά μέχρι να περάσει το κατώφλι. Δεν τον είχε προετοιμάσει τίποτε τον κακομοίρη κι άγαρμπο για τη Hannah δώθε από τον ουδό. Βγαίνοντας μέσα στη νύχτα από το μπαρ, τον άρπαξε και τον χόρεψε ολόλαγνα και παράφορα και εντελώς παράωρα μέσα στους δρόμους της πόλης μέχρι που στριμώχτηκαν ασθμαίνοντας μαζί σε κάποια γωνία. Κατέληξαν να γαντζώνονται ο ένας πάνω στον άλλο για μήνες, από δωμάτιο σε πάρκο και από γωνία σε στενό και από κρεβάτι σε καναπέ.

Ενδιάμεσα του έγραφε, του έγραφε με μανία και με σύστημα, σε σωστά αγγλικά, σε πολύ σωστά αγγλικά. Του έγραφε γράμματα σε μικρές κρεμ κόλλες με μελάνι μπλε ρουαγιάλ και του τα έστελνε κι εκείνος δεν ήξερε πώς να της απαντήσει, λαχτάραγε μόνο να την ξαναβρεί και να ξανακολλήσει πάνω της και να μπερδεύεται στα πόδια της και να τη ζυμώνει· να τη γεύεται και να τη δαγκώνει και να την οργώνει περίμενε πώς και πώς. Του έγραφε παινέματα, τον στόλιζε με εγκώμια, του μίλαγε όπως καμμία πριν από εκείνη. Η Hannah ήξερε να γραφει, σε άψογα αγγλικά, οξφορδιανά. Τον εκθείαζε με τρόπους που εκείνος με το στανιό πίστευε, σχεδόν τον έκανε να νιώθει κάποιος άλλος, someone good, που έλεγε κι ο Λου Ρηντ. Ανάμεσα στα γράμματά της, που ήταν προϊόν αδημονίας και μόνο, αφού έμεναν τόσο κοντά ο ένας με τον άλλο, έκαναν έρωτα. Λιγότερες φορές από όσες υπαινίσσεται η νοσταλγία. Εκείνος πάντως είχε παρατήσει τις συγκρίσεις και είχε εγκαταλείψει τη φρόνηση, παραδομένος στην terribilis ut acies castrorum ordinata, που έλεγε κι ο Έκο τότε.

Η Hannah τού έγραφε λοιπόν κάθε τόσο επαίνους για τον χαρακτήρα του, για το άχαρο κορμί του, για την ελληνική του τρέλα, για τις πρόωρες ρυτίδες του, για την καλή του την καρδιά. Ποτέ δεν τους έλεγε, τους έγραφε μόνο. Ενδιάμεσα του έγραφε άλλα: ότι όλα αυτά (η καυλωμένη δίψα, τα παινέματα, το δόσιμο και το δέσιμο, η ιλιγγιώδης εγγύτητα) είναι παρενέργειες του πόθου, κρατάν όσο κρατάει το πάθος, the Passion· ότι εκείνη ήξερε ότι βρισκόταν σε παροξυσμό και παραφροσύνη, και πως κι εκείνος θα έπρεπε να ξέρει καλά ότι όλα αυτά θα κρατήσουν όσο κρατήσουν και μόνον τόσο. Ότι όταν θα σβήσει το πάθος και ξαναβρεί τα λογικά της, εκείνος δε θα είναι πια ο άντρας της και ο megaletor της και ο τρελός της έρωτας. Να είναι έτοιμος, έλεγε η Hannah, για να μην πληγωθεί. Γιατί δεν ήθελε να τον πληγώσει, κι αλλιώς θα τον πλήγωνε κι εκείνος θα τη σιχαινόταν. Γιατί όλα αυτά θα τελειώσουν και θα τελειώσουν γρήγορα και δεν υπάρχει λόγος να πληγωθεί και να νομίσει πως υπήρξε για εκείνη τίποτε παραπάνω από ένας έρωτας, ένας έρωτας μέσα στην φιλόξενη πόλη, ένας έρωτας μέχρι να επιστρέψει από την Αμερική ο πρόωρα φαλακρός της αρραβωνιαστικός, ο γλυκός της.

"Δεν είναι αλήθεια αυτό που ζούμε", του έλεγε η Hannah, "η αλήθεια θα είναι μετά, όταν όλα θα τελειώσουν και θα γίνω για σένα μια σκύλα κι εσύ για μένα ο Outis".

Η Hannah ήταν τρελή κι αδέσποτη για εκείνους τους μήνες. Εντελώς. Η Hannah, που ήθελε να τη δαγκώνει και να τον καβαλάει, που βογκούσε ενώ το γκριζογάλανο βλέμμα της σπίθιζε φρικτά και το χαμόγελό της ήταν μισάνοιχτο και μακάρια μετέωρο. Που δεν ήταν σοβαρή και μετρημένη. Όμως η Hannah δεν ήξερε κάτι σημαντικό: πως αλήθεια ήταν αυτό που ζούσαν, όχι ό,τι ήρθε μετά, όταν όλα τέλειωσαν κι ήρθε μετά και ο γλυκός της από την Αμερική. Η αλήθεια άνθισε και καταύγασε και μύρωσε τον μικρό περίκλειστο κόσμο τους για εκείνους τους μήνες. Δεν ήτανε λοιπόν μετά η αλήθεια, όχι μετά, τότε που έγινε για εκείνον η Hannah και εκείνος γι' αυτήν, ποιος ξέρει: ένας κάποιος Έλληνας γκόμενος. Σε αυτό έκανε λάθος η Hannah.

GatheRate

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

Έξω από την Κόλαση

Σκεφτόμουνα προχτές ποιους θα έβαζα στα λαγούμια της δικής μου δαντικής Κόλασης. Και λόγω δουλειάς, και λόγω συγκυριών, έχω γνωρίσει πάρα πολλούς παλιανθρώπους.

Υπάρχουνε λοιπόν μορφωμένοι παλιάνθρωποι, απαραιτήτως καλά δικτυωμένοι, που γνωρίζουν ότι η λογιοσύνη σε συνδυασμό με τα κατάλληλα κοννέ προσφέρει πρόσβαση στην εξουσία -- και, ω, πόσο τη λαγνεύονται την εξουσία. Κάποιοι άλλοι προσπαθούν να εισέλθουν στον νυμφώνα της εξουσίας με επιστημοσύνη και γνωριμίες, αλλά η επιστημοσύνη, ακόμα και η κίβδηλη, είναι δυσκολότερη από τη λογιοσύνη, αφού πολλές φορές η μόνιμα δυσκοίλια έκφραση στη μάπα λειτουργεί ως ικανή διαπίστευση λογιοσυνης. Αυτοί πιστεύουν ότι ο κόσμος (το σύμπαν, αν προτιμάτε) τούς χρωστάει.

Με διαφορά όμως οι χειρότεροι ανάμεσά τους είναι οι όλο βεβαιότητα αμαθείς που παριστάνουν τους σοφούς και τους σχεδόν πανεπιστήμονες. Και επειδή στην εποχή του γκουγκλ οι πανεπιστήμονες είναι δέκα στον παρά και σοφοί όσοι έχουνe ρεύμα, αυτά τα καθηκάκια καμώνονται επιπλέον ότι τα έχουνε ζήσει όλα -- εγώ πάλι ομολογώ ότι δεν έχω ζήσει τίποτα: μέχρι τα 27 επωαζόμουν, μέχρι τα 36 ταξίδευα, έκτοτε ζω, ενώ αισθάνομαι πάντα 23.

Βεβαίως, το να είσαι όλος διάπυρη βεβαιότητα και να παριστάνεις τον πνευματικό άνθρωπα δε σε καθιστά αυτομάτως καθηκάκι. Επιτρέψτε μου λοιπόν να σας σκιαγραφήσω, α λα Λασκαράτος, τον άνθρωπο.

Με γνωριμίες και εκμεταλλευόμενος τις περιστάσεις έχει εξασφαλίσει θέση ζηλευτή, ζηλευτή για κάποιους τουλάχιστον, παρά την πνευματική ένδειά του, παρά την αμβλύνοιά του. Άλλωστε, δε χρειάζονται και τόσα προσόντα όταν ξέρεις να μπλοφάρεις κι όταν ξέρεις να ποζάρεις, όταν έχεις θητεύσει σε τραπέζια και κρασιά και τέια και ούζα και καφέδες με τους κατάλληλους ανθρώπους. Υποθέτω μάλιστα ότι άλλα προσόντα ή θέλγητρα πέραν της δουλοπρέπειας δε χρειάστηκε να χρησιμοποιηθούν, ενδεχομένως να μην πολυφτουράνε κιόλας.

Βεβαίως η θέση που κατέχει ο άνθρωπος είναι δυσανάλογα απαιτητική σε σχέση με τις ικανότητές του, αλλά -- όπως μάλλον γνωρίζετε -- σημαντικότερο είναι να μιλάει κανείς για τις ικανότητές του παρά οι ίδιες οι ικανότητες. Πάντως, θα σου τονίσει σε κάθε ευκαιρία πόσο σημαντικός είναι και πόσο αγωνίστηκε και κόπιασε να κατακτήσει τη θέση του, αποκρύπτοντας ότι εναντιοδρομούσε κόντρα στην αξιοκρατία.

Από την άλλη, ποιος τα χέζει τα σπουδαιοφανή και βαθιά δυστυχισμένα καθήκια, όσους αντάλλαξαν αγάπες και χαρές με αυτό που θεωρούν εξουσία. Δε γαμιούνται κι αυτοί; Δε γαμιούνται. Κι αν γαμιούνται, δεν το χαίρονται. Οπότε, στην υγειά μας και εβίβα στην ουτοπία μας.

GatheRate

Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

Η ΚΝΕ, τα κατηχητικά κι ο Λειβαδίτης


Από τα κατηχητικά και τις χριστιανικές ομάδες έφυγα στα 16 παρά. Όπως τους εξήγησα αναλυτικά, γιατί πάντοτε ήμουνα της ξήγας, αυτό εγινε για τέσσερις λόγους:
  • Δεν άντεχα άλλο την αισθητική τύπου Μορμόνων και Μαρτύρων του Ιεχωβά ή τα αντάρτικα τραγούδια με χριστιανικούς στίχους -- σήμερα συμπληρώνω: από κομμουνιστή καταγόμουν, θα μπορούσα να είχα γίνει κνίτης κατευθείαν,
  • Το κλίμα εκεί μέσα ήταν αποπνικτικό, αποστειρωμένο, κοντόφθαλμο: αυτά έχουνε χιλιοειπωθεί,
  • Επρόκειτο για αγρίως κρυπτοδεξιό περιβάλλον -- για μένα ήταν αδιανόητη τότε η χριστιανική πίστη διαζευγμένη από την ευθύνη για τον άλλο, πάντοτε ήμουνα της ευθύνης, μέχρι νεύρωσης,
  • Τα πάντα (βιβλία, ταινίες, μουσική, σπορ, δημόσια πρόσωπα) κοσκινίζονταν με βάση το δικό τους χριστιανόμετρο. Αυτό το τελευταίο μού φαινόταν παράλογο και ασφυκτικό: μπορεί να ήμουνα (πολύ) χαζός έφηβος, αλλά μού έκοβε ότι αυτή η πλεχανοφική (όπως έμαθα αργότερα) στάση απέναντι στην τέχνη, στον πολιτισμό και στην ανθρώπινη εμπειρία είναι είτε προϊόν αναπηρίας είτε εγγύηση αναπηρίας.
Βεβαίως, τον παλιό εκείνο τον καιρό, υπήρχε η ΚΝΕ και την παίρναμε στα σοβαρά, Είχε τότε (και έχει) και το Κόμμα τα αριστερόμετρά του, ενώ οι παπανδρεϊκοί πασοκάνθρωποι τους μιμούνταν. Παλιοημερολογιτισμός επικρατούσε και μεταξύ μερικών αναρχικών, που έψαχναν καθαρότητα κι αυτοί, και με τρέλαινε: κόφτε το ρεύμα, μην τρώτε κρέας, μην καταναλώνετε, κάφτε τα σχολεία, κάφτε τις πόλεις, κάφτε τα όλα κάφτε τα. Από την άλλη, τω καιρώ εκείνω, είχα και τον πατέρα μου, έναν αφελώς φροϋδιστή, που πίσω από τα πάντα έβλεπε απωθημένα (μετά γνώρισα κι άλλους τέτοιους, και τα απωθημένα ήταν πάντοτε και μόνο δικά μου, βεβαίως).

Ε, μ' αυτά και μ' αυτά αποφάσισα τελικά ότι ο κόσμος είναι πολύ πιο πολύπλοκος από οποιαδήποτε ερμηνεία του, πολλώ δε μάλλον από μια ερμηνεία άτεγκτα αιτιοκρατική στα πάντα της. Ένας κόσμος όπου τα πάντα είναι τακτοποιημένα και όπου τα πάντα σημαίνουν κάτι δεν είναι ο κόσμος, είναι είδωλο, ένα κείμενο που παριστάνει τον κόσμο. Όσο για το πώς θα αλλάξει ο κόσμος, έχω ξαναπεί τι πρέσβευα τότε.

Έκτοτε πέρασαν πολλά, πάρα πολλά, χρόνια.

Τα τελευταία έξι χρόνια, κατάλαβα κι εγώ ο (πολύ) χαζός άντρας ότι ο καπιταλισμός είναι ασυμβίβαστος με την ανθρώπινη ελευθερία, αξιοπρέπεια και (πιθανότατα) επιβίωση. Αλλά, εντάξει, ξύπνησα κι εγώ, ασούμε.

Εντωμεταξύ, στον κόσμο του 2014 η σχηματικότητα δίνει και παίρνει, βρίσκεται παντού. Δεν έφυγε. Δεν πήγε πουθενά. Εδώ είναι. Δε μιλάω για τους δεξιούς, απαξιώ: αυτοί δεν μπορούν αλλιώς, ο συντηρητισμός είναι είτε βαθιά αφελής είτε δόλιος ("να διατηρήσουμε τα συμφέροντα των ελίτ").

 Έχω όμως στον νου μου άνθρωπο που εκτιμώ βαθύτατα, και γι' αυτό δεν ονομάζω, ο οποίος μάς εξηγεί γιατί δεν πρέπει να ακολουθούμε τας ποιητικάς διδαχάς του Τάσου Λειβαδίτη: ο Λειβαδίτης είναι ποιητής της ήττας και αντικινηματικός, δοσμένος και παραδομένος στα μικροαστικά ιδεώδη. Το είπε κι ο Κατσαρός σε ποίημά του, άλλωστε. Τα διάβασα αυτά κι απότομα μού ήρθε η μυρωδιά φρεσκοσφουγγαρισμένης κλεισούρας των οργανώσεων, μου ήρθε και η βοή τηλεβόα από τα "καθαρά λόγια" που ευαγγελιζόταν ο ΣΒ ο κνίτης συμμαθητής.

Και μελαγχόλησα: εγώ το πολιτικό ζώον, που έχω πάει σε μόλις 10-12 πορείες στη ζωή μου και ήμουν από αυτούς που έτρεχαν για να μη φάνε ξύλο από τα ΜΑΤ, εγώ, που έχω διαβάσει τσάτρα-πάτρα και πασαλείμματα και περιλήψεις από τα μεγάλα έργα της Αριστεράς και του Αναρχισμού, έχω μια πιο σαφή εικόνα για την τέχνη μέσα στην κοινωνία από σοβαρούς, αγωνιζόμενους και διαβασμένους ανθρώπους του ελευθεριακού χώρου. Και συγγνώμη κιόλας, γιατί από τον Λειβαδίτη αγάπησα μόνο τον 'Τυφλό με τον λύχνο' στην εφηβεία μου, ενώ μου τη σπάνε φρικτά τα σοσιαλμηντιακά τσιτάτα με τους πεθαμένους που τρέχουνε μέσα στη νυχτιά, οι μεταμέλειές του και κάτι χύδην λυρισμοί. Αλλά στο κάτω κάτω, τα ποιήματα είναι ποιήματα, όχι μπροσούρες.

GatheRate

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

Ελοΐζα


Χτες έφαγα ολόκληρη τη μέρα μου τακτοποιώντας λογαριασμούς και χαρτιά. Είχα χαρτιά χύμα από το 2012, για δύο χρόνια τα πέταγα απλώς μες στο συρτάρι όπως έρχονταν. Γύρω στις δέκα το βράδυ, που τελείωσα, ήταν όλα μαζεμένα πια: ένα ντοσιέ ταυτότητες και πιστοποιητικά, ένα ντοσιέ απολυτήρια και πτυχία, ένα τα φορολογικά και τα ασφαλιστικά, ένα τα ιατρικά, ένα οι λογαριασμοί.

Βρήκα μέσα στα χαρτιά της Αγγλίας (φορολογικά, λογαριασμός τηλεφώνου για να αποδεικνύω διεύθυνση κατοικίας, αποχαιρετιστήριες κάρτες) ένα άλμπουμ. Δε θυμόμουν καλά καλά την ύπαρξή του. Περιέχει φωτογραφίες τραβηγμενες 1992 με 1997. Τις κοίταζα με απορία: δεκαετίες μετά, σχεδόν τα ίδια πράγματα τραβάω, περίπου με τον ίδιο τρόπο: μια συγκριτική ματιά στο άλμπουμ μου ονλάιν με έπεισε. Μόλις πρόσφατα, μετά το 2008, άρχισε να εμπλουτίζεται η θεματολογία μου. Επίσης με προβλημάτισε που κιτρινίζουν σιγά σιγά οι χαρτονένιες σελίδες του άλμπουμ και που μου αρέσουν ακόμη εκείνες οι προς το παρόν άθικτες φωτογραφίες -- κάποιες από τις ασπρόμαυρες τις είχα τυπώσει ο ίδιος στον αυτοσχέδιο σκοτεινό θάλαμο του Tόλη, άλλες στην εστία που έμενα στο Λονδίνο.

Βρήκα επίσης κάτι φωτογραφίες από το Παρίσι το '98, είχαμε πάει ένα πούλμαν φοιτητές με πακέτο ταξιδιωτικού πρακτορείου: οδικώς από την Αγγλία και διαμονή σε γαμιστρώνα στην Πιγκάλ. Είχα πάει στο Περ Λασαίζ όχι για τον Μόρρισον αλλά γιατί "έπρεπε": όλη η Γαλλία, λέει, ήτανε θαμμένη εκεί. Βεβαίως χάθηκα αλλά όχι προτού δω έναν να τρώει σάντουιτς καθισμένος στον τάφο του Αβελάρδου, που τον έχουνε δίπλα στην Ελοΐζα. Αναστατώθηκα και συγκινήθηκα, "κοίτα ρε συ", της έλεγα της αλληνής, "δίπλα δίπλα τους έχουν οχτακόσια χρόνια μετά". Ήξερα και το άσμα των Damned και φανταζόμουν έκνομα και καταδικασμένα πάθη μεταξύ μοναχού και μοναχής κατά τον κακό Μεσαίωνα. Αφού χάθηκα κανονικά μέσα στο νεκροταφείο και κατέληξα να βρω μόνον τον οιονεί συλημένο τάφο του Τζιμ του Μόρρισον, φεύγοντας τελικά είδα ένα ζευγάρι να φιλιέται καθισμένο πάνω στον τάφο της Ελοΐζας. Ε, μεταρσιώθηκα. Ήθελα να τους φωτογραφίσω κιόλας αλλά ντράπηκα να βεβηλώσω τη στιγμή, αυτή τη μεταφορά για τον αιώνιο έρωτα.

Πέρσι διάβασα την αλληλογραφία τους. Η εισαγωγή ήτανε σοκαριστική: ο Αβελάρδος, ένας Ζίζεκ του σχολαστικισμού, διανοητής όλο λιλιά και χάντρες, αλλά και αποφασισμένος να γίνει φωστήρας και σχολάρχης λιμπίστηκε την Ελοΐζα. Τη γλέντησε, επίτηδες το λέω έτσι, της έκανε κι έναν γιο, τον Αστρολάβο, και την παντρεύτηκε, αλλά κρυφά για να μη χαλάσει την καριέρα του. Το σόι της Ελοΐζας άρχισε να διαδίδει τα του γάμου, ο Αβελάρδος την έκλεισε σε μοναστήρι, το σόι της τον ευνούχισε. Κάθε άλλο παρά καταδικασμένο και απελπισμένο λαβ στόρυ δυο αστροκαμμένων εραστών, τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας κιετς, δηλαδή. Απομυθοποίηση. Αλλά θέλω πολύ να το δω αυτό, που έτσι κι αλλιώς βασισμένο στα γράμματα της Ελοΐζας μοιάζει.

Διαβάζοντας την αλληλογραφία Αβελάρδου κι Ελοΐζας, τις επιστολές μετά τον ευνουχισμό του Αβελάρδου, σοκαρίστηκα. Όχι από το πόσο μαλάκας, αν και κυριολεκτικώς άμπαλος, ήταν ο θεολόγος: οι άνδρες ανέκαθεν υπήρξαμε μαλάκες ή, στην καλύτερη περίπτωση, ζωάδια περιδεή και χαϊδεμένα, πεπεισμένα ότι ο κόσμος μάς ανήκει: όσο πιο μαλάκια, τόσο πιο πεπεισμένα και χταποδοπερήφανα (έχετε δει swag που έχουν τα χταπόδια;).

Απεναντίας, με άγγιξε και με καταεντυπωσίασε η ρώμη του χαρακτήρα και το σθένος της προσωπικότητας της Ελοΐζας. Γυναίκα τρυφερή και απαλή, αλλά ακομπλεξάριστη και με παρρησία, χωρίς μεταμέλειες και παπαριές. Της γράφει ο Αβελάρδος για τον Κύριο που τους έχει κάνει αδέρφια εις τους αιώνας, του τα χώνει δεόντως. Όταν τον ρωτάει περίπου αν την αγάπησε ποτέ, ο χαντούμης λέει ότι τη θεωρεί φίλη, amica. Κι εκείνη του απαντάει I don't wanna be friends έτσι: Carius mihi et dignius videretur tua dici meretrix quam illius (= Augusti) imperatrix: Προσφιλέστερο και πιο αξιοπρεπές θα μου φαινόταν να με λένε πόρνη δική σου, παρά αυτοκράτειρα με τον Αύγουστο. Κι ο (τέως) παπάρας συνεχίζει τον χαβά του.

Και τόλμησαν να τη θάψουνε δίπλα του. Γυναίκα ακομπλεξάριστη και ευφυέστατη, που γράφει απροσδόκητα ελευθέρια κι ελευθεριακά και οξύτατα κριτικά, ενώ ο άλλος της αραδιάζει τσιτάτα, παραθέματα και επικλήσεις σε αυθεντίες. Γυναίκα βαθιά πρακτική και ισορροπημένη αλλά και γενναία, που ούτε λίγο ούτε πολύ λέει στον ευνούχο ότι δεν υπάρχει λόγος το μοναστήρι να τους εμποδίσει να είναι εραστές.

Αχ ρε Ελοΐζα!

GatheRate

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

Στο φως


Πριν πάρα πολλά χρόνια, σχεδόν είκοσι, ο φίλος μου ο Καλιφορνέζος μού έδειξε με συστολή και αρκετό πόνο μια ασπρόμαυρη φωτογραφία δική του. Ήξερε να τραβάει καλές φωτογραφίες, να τις εμφανίζει και να τις εκτυπώνει μόνος του. Ασπρόμαυρο φιλμ, Ilford. Η φωτογραφία έδειχνε την Περσίδα κοπέλα του, αυτή για την οποία είχε κουβαληθεί να σπουδάσει στην Αγγλία, όπου και τον γνώρισα και μεθάγαμε μαζί για να πνίγουμε τον πόνο μας συνεχόμενα. Γιατί η Περσίδα, αφού έμεινε μαζί του τον πρώτο μήνα μετά τον ερχομό του στην Αγγλία, τον άφησε. Είχε βρει κάποιον άλλο και η αποκλειστική διάζευξη ήτανε και τότε, όπως και τώρα, αυτονόητη. Ιδίως στις δικές μας τρυφερές ηλικίες κάτω των 35.

Η φωτογραφία δείχνει την Περσίδα όρθια σε ένα ψηλοτάβανο δωμάτιο ξενοδοχείου, σε κάποιο σαββατοκύριακό τους κάπου στη Βρετανία, δε θυμάμαι πού αν και μου είχε πει ο φίλος μου. Είναι γυρισμένη προς ένα παράθυρο με βαρειές κουρτίνες, το κεφάλι της όμως είναι στραμμένο προς τον φακό και η έκφρασή της άξια νταβιντσικής αμφισημίας: και συγκαταβατική, για τον γκόμενο που τραβάει αβέρτα φωτογραφίες, αλλά και ξαφνιασμένη κάπως. Εκ των υστέρων, διότι εκ των υστέρων ολα βγάζουνε νόημα, διέκρινα και την ψύχραιμη παραίτηση και τον αντανακλαστικό οίκτο εκείνης που ξέρει ή που νομίζει ότι θα σε παρατήσει -- αλλά αυτά μάλλον από το μυαλό μου τα έβγαλα. Η φωτογραφία είναι ιδανικά ασπρόμαυρη, με σωστό κοντράστ. Η Περσίδα φοράει ένα κοντό μπέιμπι ντολ και έχει μακριά μαύρα μαλλιά και αυτά τα σχετικά κοντά, χυτά αλλά δυνατά πόδια από αυτά που με γοητεύουν. Δε θυμάμαι πια το όνομά της, άλλωστε ήτανε κορίτσι του Καλιφορνέζου, όχι δικό μου. Εγώ μόνο στη φωτογραφία πρόλαβα να τη γνωρίσω.

Ακόμα πιο ποθεινό από την Περσίδα είναι το ίδιο το φως της φωτογραφίας. Αποτυπωμένο με κόκκο, διάχυτο και λοξό, αναβρύζει ήσυχα από τη φαρδειά ρωγμή ανάμεσα στις βαρειές κουρτίνες. Το φως εκείνο διέρρευσε μέσα σε ένα δωμάτιο που δεν ξέρω πού είναι, φώτισε πλάγια μια κοπέλα που δε γνώρισα ποτέ κι έναν φίλο που στη φωτογραφία υπάρχει μόνον ως μάτι, ως φακός, ως φωτογράφος. Όταν είδα τη φωτογραφία αυτή, το φως το λοξό και διάχυτο έγινε η μετωνυμία της ερωτικής μακαριότητας για μένα. Το ίδιο το φως το ψάχνω σε βουβά μοναχικά δωμάτια ξενοδοχείων που ξανά και ξανά με ρίχνει η δουλειά, σε σοφίτες όπου παρεπιδημώ κάτω από καμπαναριά και μουντούς ουρανούς, σε ευφρόσυνα όνειρα όταν δροσίζει κάπως το καλοκαίρι και καταλήγω να ονειρεύομαι χειμώνες και χαλιά πάνω σε ξύλινα πατώματα και κάτω από κουβέρτες. Ίσως όχι το ίδιο το φως, παρά το άυλο πια ίχνος που αφήνει σε κάποια ψηφιακή φωτογραφία -- όπως από μακρινά αστέρια, κοτζάμ αστέρια όλο φωτιά και φως, φτάνουνε στις φωτογραφικές πλάκες μόνο μια χούφτα φωτόνια όπου αποτυπώνουνε θολές κηλίδες.

Κάποιους ανθρώπους, ανθρώπους που θαυμάζω, για να είμαι ειλικρινής, τους ανέβασε η παλίρροια της ζωής μέχρι τη γραφή. Εγώ πάλι είμαι από αυτούς που από τις εικόνες και από τον βατήρα της γραφής ορμάω κα βουτάω στη ζωή. Μια ζωή που το πρωί σε ξυπνάει η ελαφριά ψύχρα του δωματίου κι ένα φως λοξό και διάχυτο που αγκαλιάζει και θρέφει το τοπικό χρώμα.

GatheRate

Παλιά νέα: ένα ατύχημα, πολλά δελφίνια και δύο περιστέρια


Τις προάλλες πήγα στον κλειδαρά. Ο κλειδαράς μου είναι Αρμένης κι είναι φοβερός τύπος. Του είπα να μου κόψει ένα αντίγραφο του κλειδιού του αμαξιού, το οποίο όμως δε γύρναγε μέσα στη μηχανή. Για να μπορούμε να δοκιμάσουμε το αντίγραφο στο επιτόπου, μου είπε να παρκάρω στο πεζοδρόμιο μπροστά στο μαγαζί του, που είναι πάνω σε έναν πολυσύχναστο δρόμο, την ώρα που σχολάνε τα σχολεία. Πάρκαρα μισός πάνω στο πεζοδρόμιο, πράγμα που σιχαίνομαι.

Παλέψαμε με το κλειδί κανά τέταρτο και τελικά ο κλειδαράς αποφάνθηκε ότι πρέπει να κόψει καινούργιο κλειδί σε άλλο πρότυπο, που δεν είχε. Στο μεταξύ εγώ είχα στήσει τη Ζ., πείναγα και έπρεπε να επιστρέψω κατόπιν στη δουλειά. Μπήκα στο αυτοκίνητο κι έβαλα μπρος. Περίμενα κανα 4λεπτο να βγω στον δρόμο από το πεζοδρόμιο που είχα καβαλήσει, αφού ήμουνα στο αντίθετο ρεύμα και έπρεπε να κόψω μια κίνηση φίσκα στα σχολικά λεωφορεία και τέτοια. Κατεβαίνω απαλά από το πεζοδρόμιο και ακούω τον γνώριμό μου ήχο: λαμαρίνες να ζουπιούνται.

Τραβάω χειρόφρενο κι αρχίσω να βρίζω τον πούστη που βρίζουμε όλοι τέτοιες στιγμές. Μου ήρθε ταμπλάς: εδώ οδηγώ αναγκαστικά γιατί δεν έχει συγκοινωνίες και την οδήγηση τη σιχαίνομαι γιατί δε με αφήνει να χαζέψω έξω, να διαβάζω κτλ. Άσε που έχω πουληθεί στους φαναρτζήδες: έχω λ.χ. καταφέρει να γδάρω το αμάξι και από τις δυο πλευρές στο γκαράζ του παλιού σπιτιού, ενώ το έχω γδάρει και στην είσοδο του γκαράζ του καινούργιου σπιτιού.

Έτοιμος να ακούσω μπινελίκια σε μια γλωσσική ποικιλία που δεν πολυκαταλαβαίνω, βγαίνω από το αυτοκίνητο: είχα βρει στη γωνία του προφυλακτήρα ενός επαγγελματικού. Κατεβαίνει και ο άλλος οδηγός. Με πλησιάζει. Με χαιρετάει διά χειραψίας. Εξηγούμε ο ένας στον άλλο ότι βιαζόμαστε. Ανταλλάσσουμε ονόματα και κινητά. Φωτογραφίζουμε τις ζημιές μας (η δική μου μεγαλύτερη, έκανα την πόρτα μου ριγέ). Μου λέει μετά ο άλλος οδηγός "Ελπίζω να είσαι συνεσταλμένος και να ξηγηθείς σωστά" (άκουσε ότι είμαι Καλαμαράς και είπε να πετάξει καμμιά καλλιέπεια, συμβαίνει). Απάντησα ότι είμαι σωστός -- ή κάτι τέτοιο -- και μάρτυς μου ο κλειδαράς, ο οποίος κοίταγε με τον προσήκοντα οίκτο.

Πήγα σπίτι, η Ζ. άκουσε τα νέα στωικά, με τάισε δύο τάκο, που είχα φτιάξει από την προηγούμενη μέρα, και ένα σουβλάκι με πίτα, που είχε παραγγείλει πριν λίγο. Τηλεφώνησα στην ασφάλεια και στον οδηγό, ο οποίος ευχήθηκε να έχει πάντα ατυχήματα με ανθρώπους σαν κι εμένα. Πήγα στη δουλειά.

Όταν επέστρεψα σπίτι ήπια τσάι γιατί είχα πάρει μαζι μου ένα θερμός καφέ συνεχώς στη δουλειά και έπινα λίγο λίγο, για να κρατιέμαι σε εγρήγορση. Εκεί με το τσάι, ανοίγουμε τηλεόραση και είχε ντοκυμαντέρ για τη σεξουαλική ζωή των ζώων. Φυσικά ήταν από τα φτηνά στο National Geographic, οπότε υπήρχε ηθικοπλαστικό μήνυμα για αμερικανάκια.

 Είδαμε λοιπόν τα δελφίνια, που κάνουνε σεξ χωρίς να έχουνε σκοπό την αναπαραγωγή. Γνωστό αυτό, είχαμε και βιβλία με τον Θαυμαστό Κόσμο των Ζώων μικροί. Μαθαίνουμε επίσης ότι τα θηλυκά δελφίνια είναι λεβεντιές και εντελώς πολυγαμικά, ενώ τα αρσενικά δελφίνια ζηλεύουνε καμμιά φορά -- αυτό μάλλον το έλεγε ο αφηγητής επειδή τα αρσενικά τσακώνονται μεταξύ τους, δε νομίζω να τα ρώτησαν. Βλέπαμε ταυτόχρονα δελφίνια να το κάνουν, που βασικά είναι ότι ο δελφίνος μπαίνει στη δελφίνα, δεν κουνιούνται ποσώς αλλά κολυμπάνε μαζί. Είδαμε και δελφινόπουτσες, που δεν τις ήξερα από τον Θαυμαστό Κόσμο των Ζώων: μεγάλες αλλά κομματάκι μελάτες -- θα έφταιγε το κρύο το νερό.

Πάνω λοιπόν που πας να πεις "κοίτα ρε παιδί μου! υπόδειγμα τα δελφίνια: πολυγαμικά, ψαγμένα, περπατησιάρικα", έρχεται ο παιδονόμος και σου λέει ότι
  1. ενήλικα αρσενικά ενίοτε ξεμοναχιάζουν ανήλικα, θηλυκά και αρσενικά, και τα πηδάνε
  2. πολλές φορές δύο μαζί (μέχρι και δώδεκα μαζί) αρσενικά στριμώχνουν θηλυκά και τα παίρνουν νουμεράδα.
Παγώνεις κι εσύ ο ηθικός ο άνθρωπος, που προβάλλεις τις αξίες των ανθρώπων πάνω στη ζωή των ζώων. Μετά όμως βλέπεις πού το πάει: ελευθεριότητα = σεξουαλική βία. Δηλαδή: μην ξεθαρρεύετε κιόλας, και γίνουμε δελφίνια, γιατί όπου τα θηλυκά είναι πολυγαμικά έχουμε βιασμούς και παιδεραστίες. Τις διαλυμένες οικογένειες δεν κατάφερε να τις εντάξει, μάλλον γιατί τα δελφίνια είναι χίππικα και της κοινοκτημοσύνης.

Από όλα όσα αφηγιόταν ο τύπος, με την απαραίτητη δόση κολλεγιακού χάχανου, είδαμε δύο αρσενικά με ένα θηλυκό (ή αρσενικό σε χάλαση) να τρίβονται στα ρηχά και κάτι αρσενικά (δώδεκα; εφτά νάνους στο SS Keryneia; δεν ξέρω) να γυροφέρνουν ένα θηλυκό.

Θα μου πείτε τώρα ότι έγώ είμαι προκατειλημμένος, αλλά δε μου διέφυγε πάντως ότι μετά μας έδειξαν πώς το κάνουνε τα περιστέρια, που είναι εντελώς μονογαμικά και χηρεύουνε σεμνά κι ενάρετα. Τότε έμαθα και τι είναι του πουλιού το γάλα. Διότι τα περιστέρια είναι καλοί γονείς. Όχι σαν τα δελφίνια.

GatheRate

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

Η απελευθέρωση

Κάποτε ήταν αυτό:
ήμουν ηττημένος και μόνος, [...] είχα μια ακατανόητη λύπη να μου πλακώνει το στήθος, τότε [...] υπήρχαν πόρτες τις οποίες ήμουν αποφασισμένος να μην ανοίξω.
Τη μελαγχολία τη σπούδασα χρόνια: να ξυπνάς το πρωί και να αισθάνεσαι μια γρανιτόπλακα να σου πλακώνει το στήθος, να κοιτάζεις μια οθόνη άπρακτος για 20 λεπτά, να νιώθεις τη ζωή σου σπαταλημένη. Κι αν καταφέρεις να αποφοιτήσεις από εκεί, δε θες με τίποτα να ξαναγυρίσεις πίσω στα θρανία της. Πάνε χρόνια που αποφοίτησα, όχι πολλά, αλλά φαίνονται τόσο γεμάτα όσο εκείνο το καλοκαίρι μετά την Γ' Λυκείου. Και περισσότερο.

Και τι έμεινε όταν σηκώθηκε η πλάκα, όταν αποφοίτησα από τη μελαγχολία; Σφαίρες εμπύρειες, κόσμοι κι ουρανοί κλεισμένοι μέσα στο καρυδότσουφλο της ψυχής. Κλεισμένοι μέσα σε ένα κέλυφος σκληρό, συμπαγές, αδιαπέραστο, στιλπνό. Κάπως όπως στα έργα επιστημονικής φαντασίας έχεις κάτι ασπίδες που αποκρούουν ή απορροφούν τα εχθρικά πυρά.

Βέβαια το δικό μου ψυχρό κέλυφος δεν ήταν αόρατο, δεν ήταν αχλύ ενέργειας που λαμπυρίζει. Το δικό μου κέλυφος ήτανε φτιαγμένο από ένα σπάνιο κράμα: από τις ανασφάλειες, τις ματαιώσεις και τους φόβους των άλλων, των κοντινών, των δικών μου, από τα άγχη που τους δημιουργούσα: ερχόντουσαν όλα αυτά σε επαφή με τις σφαίρες τις εμπύρειες και, μέσω κάποιας αντίδρασης ψυχοαλχημικής, έφτιαχναν κρυστάλλους. Κι αυτοί σχημάτιζαν ένα συμπαγές σκληρό κέλυφος που κράταγε εμένα παγιδευμένο μέσα, ακινητοποιημένο σαν σε νάρθηκα, και όλη τη ζωή απ' έξω.

Αλλά ήρθε η ώρα της απελευθέρωσης: θρυμματίστηκε το κέλυφος και έπεσαν σα λέπια ψιλά τα κομμάτια του. Εκσφενδονίστηκαν όπως σκάνε και εκρήγνυνται σταγόνες πάνω στα μάρμαρα των πάγκων. Σχεδόν σαν από θαύμα. Ή έτσι λέμε, τέλος πάντων.

GatheRate

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Σωπαίνοντας


Αναρωτιέμαι πώς να πω αυτό που θα πω, από το πρωί το βασανίζω. Εδώ και χρόνια θέλω να το πω.

Έστω λοιπόν ότι ο Α λέει στον Β κουβέντες βαρειές ή τον προσβάλλει ή παραφέρεται γιατί δεν μπορεί να μαζέψει τα κουβάρια του: όταν τρέχουν πολλά κουβάρια μαζί, το αποτέλεσμα είναι, όπως αναμένεται, μαλλιά κουβάρια.

Ο Β δε λέει τίποτε στον Α. Αυτό μπορεί να οφείλεται στο ότι ο Β δεν έχει τι να πει. Μπορεί και να οφείλεται, όπως θα έλπιζε και ο Α, στο ότι αποδέχεται τις βαρειές κουβέντες, ότι αναγνωρίζει την εγκυρότητα των προσβολών ή ότι παραδέχεται ότι η πηγή του παραλογισμού του Α είναι ο ίδιος, ο Β δηλαδή.

Αν όμως ο Β είναι από αυτούς που αποδεδειγμένα έχουνε το θάρρος και τον τρόπο να λένε "έχεις δίκιο", "υπήρξα μαλάκας", "με συγχωρείς", "οι φίλοι είναι για να μας τραβάν από το μανίκι", και τα παρόμοια, τότε γιατί ο Β σωπαίνει;

Ενδεχομένως γιατί δε θέλει ο Β να πει κι αυτός στον Α κουβέντες βαρειές, έστω και αν δεν είναι προϊόν παραλογισμού, έστω και αν δεν είναι προσβολές. Ίσως γιατί, σωπαίνοντας, ο Β θα ωφελήσει τον Α περισσότερο από το αν του πει τη γνώμη του. Τουλάχιστον, έτσι νομίζει ο Β.

GatheRate

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

Ο εκμυστηρευτής, ο εκμυστηρευόμενος

Από δεκαπέντε χρονών ακούω εκμυστηρεύσεις των άλλων. Όχι πάντοτε αγνώστων. Τα έχω ξαναπεί αυτά. Έχω υπάρξει εκμυστηρευτής, μερικές φορές μυστικών που δεν μπορούσα να σηκώσω με τίποτα, που δε θα έπρεπε να φανερώνονται σ' εμένα αλλά σε κάποιον επαγγελματία. Σχεδόν ποτέ δεν κάνω ερωτήσεις, αλλά περιμένω να έρθουνε τα μυστικά σ' εμένα, όποια μυστικά προαιρείται ο εκμυστηρευόμενος, όπως επιθυμεί. Αδιάκριτος δε γίνομαι: ό,τι δεν επιλέγει να μας πει άλλος, δε μας αφορά.

Η ψευδωνυμία των κοινωνικών μέσων είναι μεγάλο καλό: κοινωνικοποίησε τη γραφή και απελευθέρωσε τη θεματολογία της γραφής. Επίσης μετέτρεψε τη γραφή σε προνομιακή έκφραση της προσωπικότητας, περισσότερο και από την όψη μας (αν και πάντα παίζει καμμιά φωτό) ή από τη συμπεριφορά μας (αν και η γαϊδουριά, η θρασυδειλία, νεύρωση ή η πηγαία καλοσύνη εξακολουθούν να μην κρύβονται).

Επίσης, η ψευδωνυμία διευκόλυνε την ανταλλαγή εκμυστηρεύσεων, και οι εκμυστηρεύσεις μάς φέρνουν πιο κοντά στους άλλους, αφού απαιτούν και επιβάλλουν δημιουργία σχέσεων εμπιστοσύνης ή συνενοχής, ενώ στη συνέχεια συνήθως μας κάνουν υπό το βάρος τους να αποξενωνόμαστε από τους άλλους. Αλλά έτσι είναι η ζωή: δε θέλουν όλοι να γνωρίζουν ότι, στις κατάλληλες συνθήκες, όλοι γινόμαστε ημιδιαφανείς.

Εγώ πάλι, όσο περνούν τα χρόνια, όλο και λιγότερα θέλω να εκμυστηρεύομαι και σε όλο και λιγότερους -- μια χούφτα άνθρωποι έχουνε μείνει πια να τους λέω τα σώψυχά μου, με σπάνιες προσθήκες στο ρόστερ αυτό των έμπιστων . Επίσης, όσο περνούν τα χρόνια, προτιμώ να κρατάω τα μείζονα για τον εαυτό μου και να μοιράζομαι τα πιο μικρά, ιδίως με τους κάπως παραέξω.

Γενικά, η ανάγκη μου για εκμυστήρευση όλο και μειώνεται: την αγάπη, τις ηδονές, τη χαρά και την ομορφιά τις αφήνω πια να με ποτίσουν στάγδην και ήσυχα και να με δυναμώνουν για να ανθίζω: δε χρειάζεται να μετατρέπονται σε ρεπορτάζ ακατανόητα και αφηγήσεις όλο περιστατικά κι εντυπώσεις. Παράλληλα, τα δύσκολα κάθομαι και τα ξεκοκκαλίζω μόνος μου και τα καταγράφω πριν τα ξεχάσω, γιατί είμαι δεξιοτέχνης της λήθης και σεφ της απώθησης, ώστε αν αναδυθούν σαν φόβοι πρωινοί (για μένα το πρωί είναι η ώρα του φόβου) ή τρόμοι νυχτερινοί, να ξέρω από πού εκπορεύονται. Για τα υπόλοιπα, υπάρχει και το μπλογκ, όπου θα περάσουν εν ετέρα μορφή και σε χρόνο ανύποπτο, σαν υπαινιγμοί συνήθως. Ή δε χρειάζεται να είναι μυστικά.

Δε θα έλεγα ακριβώς ότι κλείνομαι στον εαυτό μου, παρά ότι έχω μάθει πια να αντέχω τον εαυτό μου και, χάρη σε τύχες αγαθές και μεγαλόψυχες, να αρχίσει να μου αρέσει κιόλας.

GatheRate

Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2014

Ξένοι

Και ας τσαντίζονται πολλοί: η στάση μας απέναντι στους μετανάστες, στους θαλασσοπνιγμένους και γενικότερα στους ξένους είναι άξενη και κινούμενη από μίσος και βαθειά σιχασιά και περιφρόνηση. Διαχρονικά και με συνέπεια. Δεν ξέρω τι συνέβαινε στα Αμπελάκια, στη Μολδοβλαχία, στης Μαργαρίτας τ' αλωνάκι και σε τα χαρούμενα χωριά Ταϋγέτου, Κυκλάδων και Πίσω Κουτσούφιανης επί Βαυαροκρατίας, αλλά τουλάχιστον τα τελευταία 100 χρόνια ο  Έλληνας μισεί τους ξένους: μισοξενία κι όχι "ξενοφοβία".

Ο ξένος για τον Έλληνα δεν ορίζεται ως ο αλλόδοξος (Φράγκος, Τούρκος κτλ.), αλλόγλωσσος (ποιοι μίλαγαν ελληνικά στην ελληνική επικράτεια το 1914 ή και το 1924; σιγά), αλλόφυλος, αλλογενής, αλλοδαπός κτλ. Ξένος ήταν και είναι ο φτωχός που δε γνωρίζω (ή ο Εβραίος, ανεξαρτήτως εισοδημάτων).

Το είχε γράψει ο Θεοδωρίδης κάπου ωραιότατα, αλλά πού να ψάχνω τώρα: μια χαρά είναι ο Έλληνας με τον πλούσιο τουρίστα, τον Σαουδάραβα κροίσο (κι ας τουρλώνει και αυτός τον κώλο του για να προσευχηθεί), την τέως αμερικανική αποικία της Γλυφάδας με τις ασχημονίες των γιάνκηδων.

Εκεί λοιπόν εξαντλείται παραδοσιακά η αλληλεγγύη και το κοινοτικό πνεύμα του Έλληνα, με λαμπρές εξαιρέσεις που κυρίως εντοπίζονται στην Κρήτη, στα Επτάνησα αλλά και αλλού και που πάντως δεν αρκούν για να απαλλάξουν τον νεοελληνικό πολιτισμό από το άγος του: εξαντλείται στον φτωχό και στον ανήμπορο που γνωρίζω.

Αυτό δεν ήτανε μόνο χαρακτηριστικό όσων λ.χ. υποδέχτηκαν τους Μικρασιάτες. Και οι ίδιοι οι Μικρασιάτες είχανε την πεποίθηση ότι στερημένοι από τους Τούρκους κολλίγους, τις λίρες, τα βούτυρα, τα ζώα και τη γη (μιλάω με γνώμονα τους προγόνους μου που ήταν κτηματίες, κι όχι τους Σταμπουλιώτες, που έτσι κι αλλιώς τους είχαν όλους γραμμένους και στο φτύσιμο μέχρι και τον 21ο αιώνα) ήτανε ζώα πια, απανθρωποποιημένοι κι αποκτηνωμένοι. Διάβασα κάπου τη βαθειά περιφρόνηση μιας γιαγιάς που την έστειλαν στην Ελλάδα, όπου μαγειρεύουνε με λάδι κι όχι βούτυρο, λες και το φαΐ είναι σαλάτα. Τα έχω ακούσει με τα αυτιά μου αυτά.

Μην πέφτετε από τα σύννεφα για τη μεταχείριση των ξένων. Η φτώχεια μάς βρωμάει στην Ελλάδα, αλλά του ξένου βρωμάει δυο και τρεις φορές.

GatheRate

Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2014

Για μια τυπολογία του πέφτουλα

Στην προσπάθειά μου να μορφώσω κι εγώ τη νεολαία και να αναβιώσω, έστω κι ατελώς, τη Μεγάλη Χαρακτηρογραφία της Οδού Φραγκοκκλησιάς, είπα να μοιραστώ την πείρα μου μαζί σας.

Έχουμε και λέμε λοιπόν για σήμερα: οι τέσσερις βασικές κατηγορίες άντρα πέφτουλα.

Πρώτος είναι ο Κάπρος. Απαραίτητη διευκρίνιση: ο Κάπρος δεν είναι απαραίτητο να μοιάζει με κάπρο. Ενδεχομένως να είναι και συμπαθητικός, όπως είναι ο Πούμπα (ξέρω ότι ο Πούμπα είναι τάπιρος, μην κολλάτε σ' αυτά). Ενδεχομένως ο Κάπρος να μην έχει καν προκοίλι 360 μοιρών. Πλην όμως, είναι κάπρος: εφορμά με ποδοβολητό ντουγρού πάνω στην άτυχη γυναίκα. Ευθεία. Και πάλι, βάλτε λίγη φαντασία: δεν ορμάει ντε και καλά να πέσει πάνω της και να την καβαλήσει, όπως όταν παίζουμε μακριά γαϊδούρα. Αλλά λ.χ. θα φύγει από τη μια μεριά του μπαρ, στην Πανόρμου κάπου, και ζμπρώχνοντας και λέγοντας 'σ'γνώμη' θα φτάσει στην απέναντι μεριά, κάτω από το καντήλι-άποψη που καίει εντοιχισμένο. Εκεί θα σταθεί, μπροστά στην ξανθή αγαπημένη παναγιά, και θα αρχίσει να της μιλάει. Ή θα κολλήσει πάνω της, τόσο όσο να της ζέχνει το χέιγκ στην καπρική ανάσα του. Ή θα της πει "να κεράσω τίποτα κοπελιάαα;" Τέτοια πράγματα, το αντίστοιχο του κάπρου που ορμά να ξεκοιλιάσει με τους χαυλιόδοντές του. Έτσι κι εδώ ο Κάπρος, με τον χαυλιόδοντα σε έπαρση κι ελπιδοφόρο. Ο Κάπρος, όταν είναι με άλλους αρσενικούς Κάπρους και βόσκει φραπέ στην Νέα Σμύρνη ή ανεβοκατεβαίνει εποχούμενος τις ωραίες μεγάλες λεωφόρους της πόλης μας, είναι αυτός που θα φωνάξει "τι μανάρα είσαι εσύ, μουνάρα μου;" (ή και "τι μουνάρα είσαι εσύ, μανάρα μου;"), "πώπωπωπωπωπωπω μια κωλάρα", "θα-στ-σκισ-στα-δύο", "τ' είσαι συ μωρό μου;", "τούμπανοοοοοοο" κτλ. Όχι στα πλαίσια μιας μάτσο αγελαίας δεν ξέρω τι συμπεριφοράς ή ενός χομοσόσιαλ βαρβατέ μπρο κατιτίς. Όχι. Θα τα φωνάξει αυτά στη διερχόμενη που προκαλεί με το κολάν, το μίνι, το φορεματάκι το καλοκαιρινό, το μπουστάκι, το ινδικό μάξι, το τζην, το σακί λιπάσματος, την κελεμπία επειδή στ' αλήθεια πιστεύει ότι αυτό είναι πέσιμο, ότι το αντικείμενο του στιγμιαίου και εφήμερου πόθου του θα σταματήσει ό,τι κάνει και θα έρθει να καθήσει στα γόνατά του να του τριφτεί, σαν γατί σε χέρι σαρδελόφορο. Ή ότι θα ρίξει ένα γερό σπριντ να κυνηγήσει το καγκουρομομπίλ στο οποίο επιβαίνει ο επιβήτορας κάπρος μέχρι να τον πιάσει ("στάσου, μύγδαλα!", αλλά αντεστραμμένο). Ναι, το πιστεύει. Ότι έτσι βγάζεις γκόμενα. Γι' αυτό είναι Κάπρος, porcus syagris, ή πώς τον έλεγε ο Οβελίξ.

Ακολουθεί ο Κυνηγός. Ο Κυνηγός είναι κυνηγός. Δηλαδή, αντίθετα με τον Κάπρο, ξέρει ότι υπάρχει κι άλλη προσέγγιση πέραν της κατά μέτωπον εφόρμησης και του κατά πάνω. Υπάρχει λ.χ. η παγάνα (αν και ο Κυνηγός είναι μοναχικός). Υπάρχει το καραούλι. Υπάρχει και το "βγαίνω στο χωράφι κι όποιον πάρουνε τα σκάγια" (σκάγια, όχι φλόκια, όχι ακόμα). Υπάρχει η ενέδρα με καμουφλάζ. Υπάρχουνε τέλος τα δόκανα, αλλά ο σωστός ο Κυνηγός είναι γυμναστηρίου, παίρνει και βοηθήματα, κάτι ματζούνια σφιχτικά ή έστω αυτές τις πρωτεϊνούχες σοκολάτες που έχουνε γεύση συκωτάκια-κοτομπουκιά. Ο Κυνηγός είναι με τισέρτ και φανελάκια τόσο όσο (γιατί άμα θες τέλειο σώμα, κοπελιά, υπάρχουνε και οι γκέιδες -- χαχά). Άρα περιφρονεί εκ φύσεως ανδρικής το δόκανο και είναι της ενεργού δράσης: κυκλοφορεί, περιπολεί, ψάχνει. Κατοπτεύει τον χώρο, ο Κυνηγός δουλεύει με βάση το τεραίν: μαγαζί στο οποίο θα μπορεί να εξασκήσει το άθλημα, παραλία χωρίς πολλές οικογένειες αλλά όχι και ζευγαροχαρά, μπαρ για ψυχές απελπισμένες. Εκεί γραδάρει για θήραμα, επιλέγει κάποια όχι πολύ πάνω από τα κυβικά του αλλά όχι και σπουργίτι, μετά σημαδεύει και κάνει την κίνηση. Ο Κυνηγός, είπαμε, είναι πάνω απ' όλα άντρας. Δηλαδή ξέρει. Δηλαδή έχει πολλές εμπειρίες και πολλές ιστορίες, όλες από το κυνήγι. Διαθέτει βεβαίως και κράχτες -- γυαλί μαύρο μέσα στη νύχτα της παραλιακής, ducati δανεικιά, ρολόι ωραιότατο 3 χιλιάρικα, απαραίτητο για την αγαπημένη του ιστιοπλοΐα. Και ως Κυνηγός ξέρει: "του κυνηγού και του ψαρά το πιάτο, δέκα φορές είν' αδειανό και μια φορά γεμάτο". Οπότε, καλού κακού, όπως ο κυνηγός ξέρει τον καλό τον εχέμυθο χασάπη με ορτύκια εκτροφής και φασιανό καλαμποκοθρεμμένο, έτσι ξέρει και αυτός 4-5 καλά μαγαζά στη Συγγρού που σερβίρουν φραπέ και παίζουνε κλαρίνο. Ο Κυνηγός πάντως έχει αυτό που έχει και ο Κάπρος: θάρρος. Ο Κυνηγός όμως έχει κι επιμονή -- δεν τον τρομάζει η περιπλάνηση με το όπλο στο χέρι. Έχει πολλή επιμονή ο Κυνηγός. Πολλή. Υπομονή κι επιμονή.

Ιδανικά, ο Αρμάνης θα ζούσε σε έναν ασπρόμαυρο κόσμο, άντε, να πούμε σέπια. Έτσι θα τονιζόταν το γυαλί του, το μαλλί του το τίμιο και περιποιημένο, η επιμελώς ατημέλητη νάιντιζ αξυρισιά του ή το απαστράπτον ξύρισμα κόντρα και -- πάνω απ' όλα -- η κουστουμιά. Η κομψότητα η ίδια. Το στυλ το σωστό το αντρικό. Κουστούμι ρε σεις. Διότι ο άντρας είναι κουστούμι (που τη λέει 'κοστούμι', γιατί ο Αρμάνης δεν είναι κανας κλαρινογαμπρός) και παπούτσια. Και το άσπρο το πουκάμισο από κάτω, που το σιδέρωνε η μάνα του μέχρι τελευταία στιγμή. Ο Αρμάνης συνήθως ξέρει ότι la veste met bas (και πού να το αφήσει άλλωστε, τρεις μισθούς τού κόστισε), γνωρίζει και ότι a gentleman will walk but never run, αναπόφευκτα με το σκαρπίνι-φέρετρο που φοράει. Κινείται αργά ο υπέρκομψος, αποφεύγει να μιλάει (το πολύ να πει κανα "καλησπέρα" χαμηλά στο κλειδί του φα) και δεν ακολουθεί ποτέ τον στόχο του, απλώς πλέει μέσα σε ένα σύννεφο κουλιάς και Dior, παραμένοντας μέσα στο οπτικό πεδίο της ύπαρξης που έχει βάλει στο μάτι. Αν υπάρξουν καθυστερήσεις κι άρχισει να γουργουρίζει ο στόμαχος, κοιτάει με νόημα προς την ύπαρξη, αφού βγάλει το γυαλί με το αριστερό χέρι, για να φανεί το ρολόι το σωστό, με λουρί πέτσινο και καντράν απροσδιόριστα κυριλέ. Κοιτάει με νόημα αλλά δεν κοιτάει ποτέ εκεί που την πέφτει, παρά πάντοτε δύο κλικ πιο αριστερά, να περνιέται για στραβισμός απολλώνιος ή για βλέμμα απλανές μοντέλου του Campari. Γιατί βεβαίως ο Αρμάνης πίνει negroni και δεν ιδρώνει. Ποτέ. Κι αν υπάρχει μπαλκόνι, κι εκεί negroni. Ή κάτι αντίστοιχα κουλ και ψαγμένο. Αν και χαρακτηρίσαμε πέφτουλα τον Αρμάνη, ο ίδιος δε θα το παραδεχτεί ποτέ: είναι απλώς ο κουλ και προσεκτικά συγκεκαλυμμένα αρτιστίκ εαυτός του. Είναι αυτός που είναι. Αν του κάτσει η ύπαρξη, φταίει η ακατάσχετη γοητεία του, το είναι του. Αν όχι, κύριος ήρθε και κύριος φεύγει.

Τέλος, ο Γκουρούς. Ο Γκουρούς είναι φαλακρός ή ασπρομάλλης, πολλές φορές και τα δύο. Ο Γκουρούς μιλάει αργά, με φωνή όλο άρθρωση σωστή -- ή ψευδίζει καίρια. Ο Γκουρούς έχει μεγάλο κεφάλαιο, συνήθως μόνο πνευματικό, ντύνεται όπως να 'ναι, γιατί έχει κεφάλαιο πνευματικό και ελεεινό γούστο, ενώ περιβάλλεται από αυλή μαθητριών του: τη Μάρθα, τη Μαρία και το Κακό Συναπάντημα -- αυτή η τελευταία είναι κάποια με τσιριχτή φωνή και με αποστολή να αντιφωνεί τα μεγάλα και βαθιά και ευφυή χαριτολογήματα του Γκουρού, ώστε οι άλλες να τον κοιτάζουν απερίσπαστες με μάτια γουρλωμένα, παραπονεμένα. Ο Γκουρούς ξέρει τη ζωή, ξέρει και τα βιβλία. Ξέρει και τις γυναίκες, α, ναι! Ο Γκουρούς ξέρει. Ο Γκουρούς είναι ο Παλιός που μας έλεγαν στον Στρατό, ο αρχετυπικός. Όταν δεν χαριτολογεί, μιλάει για θέματα βαριά και σοβαρά, αλλά για λίγο και με τέμπο και με τέλειο κοντρόλ στη φωνή, τόσο όσο χρειάζεται για να φανεί το μέγεθος του μυαλού του. Ο Γκουρούς δεν κοιτάζει λιγούρικα, βοηθάει κι η πρεσβυωπία, ενώ αγαπάει το αλκοόλ και φροντίζει να το μοιράζεται απλόχερα ιδίως με αυτές τις 3-4 που έχει σταμπάρει. Γιατί, από όλους τους πέφτουλες, ο Γκουρούς είναι ο σοφότερος: δε βάζει ποτέ όλα τα αυγά του σε ένα καλάθι. Επίσης, προτιμάει τις παντρεμένες, αφού εκτός απροόπτου δεν έχουν απαιτήσεις ή τη δυνατότητα να γίνουν περισπάσεις. Άλλωστε ο Γκουρούς έχει πνευματικό κεφάλαιο: εξέδωσε μια ποιητική συλλογή στα 23 (είχε αφήσει έντονες εντυπώσεις), κάνει το διδακτορικό του από τον καιρό που ήταν υπουργός ο Κοντογιαννόπουλος, ενδεχομένως δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Κολωνίας, έχει παίξει στο θέατρο δίπλα στον Κιμούλη, γράφει σε σοβαρή αθηναϊκή εφημερίδα, μετέφρασε τα άπαντα του Λοκ αλλά δεν τα εξέδωσε γιατί δεν τον ικανοποιεί τελικά η μετάφρασή του. Στα νιάτα του ο Γκουρούς έλιωσε στο χερογλύκανο και στο φέιμους με πάγο, και τώρα αναπληρώνει όσο μπορεί: το μπόι που του λείπει το 'χει σε μυαλό. Ή έτσι ακούγεται τουλάχιστον.

GatheRate

Χωρίς επανάληψη

 
καὶ πικρανεῖ σου τὴν κοιλίαν, ἀλλ᾿ ἐν τῷ στόματί σου ἔσται γλυκὺ ὡς μέλι

Απόψε έκανα την ίδια διαδρομή που έκανα πριν εφτά χρόνια. Νύχτα και πάλι. Αυτή τη φορά άκουγα πολύ δυνατά το Thirteen Tales from Urban Bohemia. Τό 2007 έβλεπα να κλείνει μπροστά μου ο κόσμος όπως κλείνει μπροστά σε μάτια πεθαμένα το φερμουάρ σάκκου βινυλίου, από αυτούς που συσκευάζουν τους νεκρούς, και προσπαθούσα να το δεχτώ όσο πιο στωικά άντεχα. Απόψε, με το παραπέτασμα σκισμένο από άνωθεν έως κάτω εδώ και χρόνια, μπορούσα να δω μπροστά μου άστρα και ουρανούς πασπαλισμένους φως, επίσης μπορούσα να τραγουδήσω φάλτσα μαζί με τον Τέιλορ-Τέιλορ.

Σχεδίαζα με κάθε λεπτομέρεια, με προσοχή στην έκφραση και σε κάθε μικρό υπαινιγμό μια ανάρτηση εδώ, μια ανάρτηση
  • που λέει τι χρειαζόμουν και πώς το βρήκα και από ποιον, όπως στα παραμύθια, όπου χρειάζεσαι ένα πράγμα να πας να βρεις, κι αυτό είναι φυλαγμένο μέσα σε ένα κάστρο ή μέσα σε μια καρδιά ή μέσα σε μια όλο ενθουσιασμό παιδική αφήγηση,
  • που λέει ότι δεν έχασα ποτέ ούτε όταν αγάπησα ούτε όποιους αγάπησα,
  • που έχει για άξονα ένα πονηρό λογοπαίγνιο -- μεταφρασμένο από την αλληλογραφία του θεού της Βόννης,  
  • που μιλάει για τη διαδρομή την ώρα που σχεδίαζα την ανάρτηση αυτή και που θα τέλειωνε μαζί με το Urban Bohemia λίγο πριν φτάσω στον προορισμό μου.
Μόνο που πίσω από τον προορισμό μου, όπως είπα, μπορούσα πια να δω μπροστά μου άστρα και ουρανούς πασπαλισμένους φως, φως λοξό κι ευγενικό που μπαίνει από παράθυρα και παραβιάζοντας κουρτίνες και φωτίζει πατώματα και έπιπλα και δυο αθόρυβες φιγούρες.

Φτάνοντας σπίτι, είδα το όνομά μου μέσα σε σελίδες βιβλίων. Και είπα "είναι καλό αυτό, αλλά καλύτερο είναι που δεν είμαι πια εξόριστος."

Και έτσι, την ανάρτηση που συνέθεσα στη διαδρομή την κατάπια μαζί με ένα τζιν με σόδα. Και ήτανε γλυκειά στο στόμα μου κι ας μου ανέβασε μια πίκρα μικρή. Και έτσι, την ανάρτηση δεν την έγραψα ποτέ.

GatheRate

Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2014

2014


Όταν επιτέλους μεγαλώσω και γίνω 50 ή 60 χρονών, θα γράψω ένα λαμπρό και όλο πτυχώσεις μυθιστόρημα που θα λέγεται 2014, ή 2011 ή 2010. Θα είναι όλο στίλβη, όχι σαν το ταπεινό το άλλο, το χωμένο. Θα έχει για τίτλο μια χρονολογία λοιπόν, από αυτές τις ζαβές με το μηδενικό μετά το δύο, χρονιές που θα βρίσκονται βαθιά μέσα στο παρελθόν όταν θα γραφτεί το λαμπρό αυτό μυθιστόρημα, αλλά όταν ήμασταν παιδιά βρισκόντουσαν πέρα και από το μέλλον. Γιατί όταν ήμασταν παιδιά, το μέλλον ήτανε το 2000, το 2001 -- άντε το 2010, όταν θα έκανε ο Μονόλιθος τα δικά του τα τσαλίμια.

Γιατί τα λέω αυτά. Γιατί είδα προχτές το Only lovers left alive του Τζαρμούς. Δεν μπορούσε να έρθει σε καλύτερη στιγμή η ταινία. Τη χάρηκα και την καταφχαριστήθηκα. Πρώτον, είναι Τζαρμούς. Δεύτερον, έχει βρυκόλακες, με τους οποίος ταυτίζομαι. Τρίτον, παίζει η Τίλντα Σουίντον. Τέταρτον, μαθαίνουμε τι απέγινε ο Κρίστοφερ Μάρλοου. Πέμπτον, είναι του Τζαρμούς. Έκτον, έχει μπόλικο hero worship για εμάς τους λάγνους νέρντουλες. Έβδομον, είναι του Τζαρμούς. Κι ας λέει η Ζ. ότι της θύμισε επεισόδιο των Friends με βρυκόλακες -- τι να ξέρει κι αυτή για εμάς τα βαμπίρια.

Ο Τζαρμούς έπιασε επιτέλους το νόημα: οι βρυκόλακες είμαστε ταυτόχρονα πολύ γέροι, από τον εργώδη και ακατάπαυστο βίο του νου, άρα πολύ κουρασμένοι και εντελώς μπλαζέ αφού τα έχουμε ξαναδεί όλα, είμαστε και παγιδευμένοι μέσα σε μια νιότη που στέκεται και δεν προχωρά, που δε λέει να πάει πιο κείθε, να φέρει ωριμότητα. Αλλά, όπως λέει κι η ταινία, τι να την κάνεις την ωριμότητα; Για να αποκτήσεις περιουσιακά και σπίτι; Τα είδαμε κι αυτά.

Οπότε και το μυθιστόρημα που θα γράψω θα είναι σαν Bildungsroman. Και δε θα είναι. Θα μιλάει για την αφροσύνη της νιότης. Και για τη νιρβάνα της αρχής των Μέσων Χρόνων. Θα έχει λίγη δράση και πολλή δραστηριότητα, στιγμές σπαρακτικές κι ακατανόητες. Και μπόλικη πρόζα κάπως εξεζητημένη και ψωνίστικη, που αρμόζει σε βρυκόλακες.

Στην υγειά σας λοιπόν: love never dies, for better or worse.

GatheRate