Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

Αποσπάσματα


Τα παρακάτω είναι σώσματα από αναρτήσεις στο φέισμπουκ ή συνόψεις αναρτήσεων εδώ που δεν πρόκειται να αναπτύξω, γιατί ο καιρός περνάει, η ζωή κυλάει κτλ.

Και πάλι για τα σοσιαλμήντια


Τα σοσιαλμήντια είναι μέσο. Άλλοι τα χρησιμοποιούν για να απομονωθούνε περισσότερο, άλλοι για να κοινωνικοποιηθούν έξω από το ίντερνετ, άλλοι για να πουλήσουν το προϊόν τους, κτλ. Όσο πιο γρήγορα συμφιλιωθούμε με αυτό το αυτονόητο, τόσο πιο γρήγορα θα κατανοήσουμε τους πραγματικούς κινδύνους που δημιουργεί η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, που είναι κυρίως ζητήματα ασφαλείας προσωπικών δεδομένων και πρόσβασης σε αυτά κτλ.

Παράλληλα, κάθε μέσο μάς παροτρύνει να το αξιοποιήσουμε, να το εξυπηρετήσουμε ενδεχομένως: τo ίνστα μάς προκαλεί έπειξη να φωτογραφηθούμε παντού, σε κάθε περίσταση, με όλους και με όλα (ζώα, φαγιά, έπιπλα κτλ.)· το φέις δημιουργεί οικειότητα εκ του μηδενός και συχνά λ.χ. μάς παραμυθιάζει ότι μπορούμε να πηδηχτούμε με όποιον ή όποια ανταλλάσσουμε δυο κουβέντες· το τουίτερ αποθεώνει την εξυπνάδα, το επικαιρικό, το κλάσιμο και την επιγραμματικότητα.

Το μέσο, γενικά


Όποιος κάνει κάτι, όποιος σκαλίζει ξύλα ή γράφει ποιήματα ή μαγειρεύει ή σχεδιάζει ιστοσελίδες ή πήζει μαρμελάδες διαλέγει τα εργαλεία και τα υλικά του. Η Κολέτ λ.χ. απεχθανόταν το υπερβολικά λευκό χαρτί, οι μάγειρες θέλουνε τα μαχαίρια τους κι ο Καρτιέ-Μπρεσόν τους 35άρηδες φακούς του -- και ούτω καθεξής. Ο μάστορας ξέρει ακριβώς τι υλικά και ποια εργαλεία χρειάζεται, ταπεινά ή εξεζητημένα. Απεναντίας, γκατζετάκιας είναι εκείνος που νομίζει ότι δεν μπορεί να κάνει αυτό που θέλει να κάνει εάν το εργαλείο του ή το υλικό του, δεν είναι φουλ στις δυνατότητες αιχμής και στα υπεργουάου τεχνικά χαρακτηριστικά.

Μελαγχολικές υπάρξεις


Για να αποτραβηχτείς από τη ζωή και να αφεθείς να σε πνίξει γλυκά η μελαγχολία σου, το spleen ή το taedium vitae, ε, πρέπει να έχεις πέντε φράγκα στην άκρη κι ένα σπίτι ήσυχο. Και τρόπο και χρήμα κάπως να τρέφεσαι, τουλάχιστον αυτό.

Πολιτική ορθότητα


Πάμε με λίστα αριθμημένη:
  1. Η ελευθερία του λόγου είναι απεριόριστη, εκτός από όταν παρακινεί σε βία κατά των αδύναμων.
  2. Χρησιμοποιείται εξουσιαστικά ο λόγος; Αν ναι, υπάρχει πρόβλημα πολιτικό.
  3. Χρησιμοποιώντας τον λόγο καταγγελτικά ή σατιρικά βάζω στο στόχαστρο
    • είτε αυτό που κάνει ή λέει κάποιος (διάβασα Μαρξ, τραγουδάω το Φίδι, συντρίβω την Ελλάδα με λιτότητα)
    • είτε αυτό που είναι (γυναίκα, φτωχός, μαύρος, κοντός).
Εάν βάζω στο στόχαστρο αυτό που κάνει ή λέει κάποιος, μας καλύπτει το 1. Τέλος. Εάν βάζω στο στόχαστρο αυτό που είναι, τότε πιθανότατα χρησιμοποιώ εξουσιαστικά τον λόγο, άρα πάμε στο 2.

Humani generis decus


Με αφορμή τον θρίαμβο του εντοπισμού βαρυτικών κυμάτων σκέφτηκα ότι μετά το 1945 όλη η τιμή και δόξα του ανθρώπινου γένους προέρχεται από μερικούς επιστήμονες, μηχανικούς, αθλητές, γιατρούς, καλλιτέχνες και ανθρώπους της αλληλεγγύης. Οι υπόλοιποι είτε αδρανούν είτε μας σπρώχνουν λίγο πιο μέσα στα σκατά με κάθε ευκαιρία.

Μωρανθέν άλας


Σύμφωνα με την Εκκλησία της Ελλάδος, τα προβλήματά μας εδώ και έξι-εφτά χρόνια είναι:
  • Τα τζαμιά.
  • Το μάθημα των θρησκευτικών.
  • Το σύμφωνο συμβίωσης.
  • Το θρήσκευμα των προσφύγων.
  • Η καύση των νεκρών.
  • Οι πολεμικές τέχνες κι η γιόγκα.
  • Το μποζόνιο του Χιγκς.
Δεν είμαι εγώ αντίχριστος, αυτοί χρειάζονται φλιτ κι αγιασμό.

GatheRate

Δευτέρα, 25 Ιουλίου 2016

Η πλάνη της καψούρας

Κατά τον Theodore Zeldin, ο εξιδανικευμένος έρωτας επινοείται από τους Άραβες και τους Πέρσες και μεταλαμπαδεύεται μέσω αραβικής Ισπανίας στους τροβαδούρους της Προβηγκίας. Με το πέρασμα των αιώνων έφτασε σχεδόν κάθε μορφή έρωτα να ταυτιστεί στανικώς κι εκ των υστέρων με τον ρομαντικό έρωτα· μόνον ο έρωτας των άκρως αισθητών αντιστέκεται ακόμα. Ο ρομαντικός έρωτας για τους θιασώτες και τους αρχιερείς του υπερβαίνει περιγραφές κι ορισμούς: όντας τα πάντα, ταυτόχρονα ο ρομαντικός έρωτας δεν είναι τίποτα.

Η καψούρα ως όρος επινοείται μάλλον από τους Έλληνες της δεκαετίας του 1960, ενώ στις αρχές του 21ου αιώνα έφτασε σχεδόν κάθε μορφή έρωτα μέσα στον ελληνοφωνο κόσμο να ταυτιστεί εκ των υστέρων με την καψούρα, ιδίως αν αφορά έρωτα των άκρως αισθητών. Η καψούρα για τους αφιερωμένους σε αυτή και για τους κήρυκές της υπερβαίνει περιγραφές κι ορισμούς: όντας σχεδόν τα πάντα (υπάρχει άλλωστε και η αγάπη), ταυτόχρονα δεν είναι τίποτα.

Αλλά να επιμείνουμε. Τι είναι καψούρα; Δεν είναι πάντως η καθαρτική φωτιά του πόθου που καίει σκοτάδια και κάνει τους ατμούς να κινούν πιστόνια και φτερωτές. Δεν είναι καν η τυφλή έπειξη της επιθυμίας, κάτι που λεγόταν τύφλα και τυφλοβδομάδα και πια λέγεται καύλα.

Καψούρα είναι η διαβρωτική εκδοχή της φωτιάς του πόθου, που καίει σκοτάδια και αφήνει στάχτες και καπνιά. Η καψούρα είναι φλόγα που τελικά αναλίσκεται και ξεψυχάει.

Το χρονολόγιο, η ιστορία, της καψούρας περιλαμβάνει ενδεχομένως την απόρριψη (τη χυλόπιτα) και το ανεκπλήρωτο, και αν δεν υπάρξει απόρριψη οπωσδήποτε την αποστέρηση (ιδανικά λόγω του ότι υπάρχει και τρίτος ή και τέταρτος ή και πέμπτος άνθρωπος). Καψούρα πάντως δεν νοείται δίχως εγκατάλειψη και κακό χωρισμό. Από αυτήν την άποψη η καψούρα αποτελεί μια επιμέρους και πολύ πλατωνική εκδοχή του έρωτα: ο έρωτας είναι κάτι που θα μας βγει σε κακό κι άτεγκτος δυνάστης, είναι αυτοκαταστροφική μανία.

Στην καψούρα δεν ασχολούμαστε με τις άγριες χαρές της λαγνουργίας, ούτε με τη μη αλκοολική μέθη του πόθου (άλλωστε η καψούρα συνοδεύεται από φτηνά ουίσκια). Η καψούρα παραγκωνίζει ή σνομπάρει την χαρά της συντροφιάς, το παιχνίδι με τα βλέμματα, χαμουρέματα και κρυφές κινήσεις, αφοσίωση ή το μειδίαμα του χορτασμού και τη ραστώνη της χάλασης. Η καψούρα πραγματώνει την επιθυμία και θριαμβεύει με την απόρριψη ("δεν σε θέλει η γκόμενα")· η καψούρα πλαισιώνει τις ερωτοπραξίες ως στέρηση και πόνος (ώστε οι ερωτοπραξίες, τα γαμήσια, να είναι απλώς διαλείμματα κι ανάπαυλες στην καψούρα)· η καψούρα δικαιώνεται και θριαμβεύει με τον χωρισμό ("σε παράτησε η γκόμενα").

Η καψούρα δεν ξέρει από ζευγάρια (της μισής ώρας, του μισού μήνα, του μισού χρόνου...) μόνον από άντρες μονάχους, που είναι επιρρεπείς στο να προδίδονται. Η καψούρα παραγνωρίζει και αγνοεί την όποια ερωτική χαρά. Οι γυναίκες που οι άντρες καψουρεύονται είναι ανάξιες, άπιστες και αναξιόπιστες -- σπανίως όμως "πουτάνες": επειδή η καψούρα είναι υποκατάστατο και της οργής, οπότε δεν φτάνουνε μέχρι τα κόκκινα οι βελόνες της, αρκείται στο να υπάρχει θόρυβος, έκο και γρέζι στον "πόνο".

Η καψούρα, πλατωνική και στωική, απεχθάνεται τελικά τον έρωτα, αφού τον ταυτίζει με την απουσία ή με τον θάνατό του. Η καψούρα είναι αρσενική (όπως υπαινίχθηκα πριν), αρσενική και στο ότι ψάχνει να εκτονωθεί: σε ξύδια, με συμβολικούς αυτοχειριασμούς, παρέα με αδερφοποιτούς, ξεστομίζοντας μεγάλα κούφια λόγια ή και μαχαιρώνοντας καναπέδες και στερεοφωνικά. Η καψούρα τελικά πασχίζει να υποκαταστήσει το σεξουαλικό πάθος ως "τον πυρήνα της βούλησης για ζωή", αν και η ίδια αποτελεί ενός είδους συμβολικό Todestrieb. Πάντως εικάζω πως όταν οι γυναίκες λένε ότι "καψουρεύονται" είτε ποθούν άγρια κι αμείωτα, είτε φουρτουνιάζουν από οργή και μανία, είτε μαραίνονται σιγοβράζοντας μέσα σε καθαρή θλίψη· μπορεί απλώς να ακυρολεκτούν.

GatheRate

Η πλάνη του πολιτικού βιγκανισμού

Η χορτοφαγία ως αποχή από το κρέας και από την προαπαιτούμενη σφαγή έχει καταγωγή σύμφυτη με του homo sapiens. Οι όποιες επιπτώσεις της χορτοφαγίας στην υγεία λόγω της έλλειψης εκείνων των δύο αμινοξέων που δεν υπάρχουν στα αυγά και στα γαλακτομικά δεν είναι ενδεχομένως πολύ διαφορετικές από τις συνέπειες της μακροχρόνιας αποχής από το σεξ. Βεβαίως, η χορτοφαγία έχει σαφώς ευγενέστερα κίνητρα από τη μακροχρόνια αποχή από το σεξ, αν και συχνά εκφυλίζεται και η χορτοφαγία σε υπόθεση "καθαρότητας" και αποφυγής μιάσματος.

Η απόλυτη εκδοχή της χορτοφαγίας είναι ο βιγκανισμός, δηλαδή η αποχή από οποιοδήποτε διατροφικό ή άλλο προϊόν ζωικής προέλευσης. Την πρώτη μου βίγκαν τη γνώρισα στα 24, αν και η αυστηρή νηστεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας επιβάλλει τον βιγκανισμό για καμποσες μέρες τον χρόνο. Η φίλη μου η Σάρα Λ. δεν τρώει τίποτε ζωικής προέλευσης, δεν φοράει τίποτε δερμάτινο, αφού είναι προϊόν σφαγής, και δεν τρώει μέλι, γιατί το κλέβουμε από τις μέλισσες.

Σύντομα κατάλαβα ότι ο συνεπής και απαρέκκλιτος βιγκανισμος, σε αντίθεση με τη χορτοφαγία, αποτελεί δυνατότητα που μας προσφέρει ο τεχνικός πολιτισμός και οι σύγχρονες μέθοδοι στην τεχνολογία τροφίμων, κάτι που η Σάρα Λ. παραδέχτηκε ευθύς. Σέβομαι ωστόσο τον βιγκανισμό ως προσωπική επιλογή, και για εμένα το ζήτημα έληξε εκεί, όταν ήμουν 24 χρονών.

Την τελευταία δεκαετία ο βιγκανισμός προβάλλεται ως πολιτική επιλογή, ως ένα κίνημα ομόλογο του φεμινισμού, του αντιρατσισμού ή του αντιφασισμού. Φρονώ πως αυτή η εκδοχή του βιγκανισμού αποτελεί σοβαρή πλάνη.

Πρώτον, ο βιγκανισμός ως γενικευμένος τρόπος ζωής προϋποθέτει και εκτενή τεχνολογική υποδομή αλλά και ευμάρεια. Σε έναν κόσμο στον οποίο η κρίση επισιτισμού είναι διαρκής και κατά καιρούς σκοτώνει με γενοκτονικούς ρυθμούς, ο βιγκανισμός δεν μπορεί να συνιστά σοβαρή πολιτική επιλογή. Ωστόσο, στον βαθμό που πλασάρεται ως σοβαρή πολιτική επιλογή αφορά μόνον κάποιους προνομιούχους ή και πλουσιότερους κατοίκους του ανεπτυγμένου κόσμου, με πρόσβαση λ.χ. σε λαχανικά, φρούτα και ζαρζαβατικά 365 μέρες τον χρόνο. Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν πρόκειται για πολιτική επιλογή που συντελεί στην απελευθέρωση και στην ευημερία της ανθρωπότητας στο σύνολό της: πελώριο μέρος της Νότιας Αμερικής, της Αφρικής αλλά και της Ασίας εξαρτάται από τα γαλακτοκομικά, τα θαλασσινά και τα αυγά για την επιβίωσή της -- χωρίς καν να μιλήσει κανείς π.χ. για το κοτόπουλο ως πηγή "εύκολης" πρωτεΐνης.

Αντιλαμβάνομαι βεβαίως τη στυγερή βαρβαρότητα αλλά και τον ανθυγιεινό χαρακτήρα τής μαζικής βιομηχανίας κρέατος και αυτονόητα αναγνωρίζω την επιτακτική ανάγκη να ρυθμιστεί. Κατανοώ και ότι η βοδινομανία του δυτικού κόσμου αποστερεί από τον Τρίτο Κόσμο τη δυνατότητα να παράγει περισσότερο ρύζι, σιτάρι, πατάτες, κασάβα, καλαμπόκι κτλ. Δυστυχώς όμως, η ιδέα ότι η λύση στη λαχτάρα για μπέργκερ βρίσκεται στην αποστέρηση της ανθρωπότητας από τα ζωικά προϊόντα, έστω και ως όραμα, είναι εξίσου ταξικά μη ρεαλιστική, ανάλγητη και (αν ποτέ εφαρμοζόταν) καταστροφικη.

GatheRate

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

Η πλάνη της θρησκευτικότητας

Διαβάσαμε τη δήλωση του Τούρκου ιμάμη: "ο Αλλάχ ας μας προστατεύει απ την κακία των μορφωμένων".

Στην πραγματικότητα, η αντίθεση δεν βρίσκεται μεταξύ θρησκείας και επιστήμης ή μόρφωσης: οι μορφωμένοι που θρησκεύουν ανεξαιρέτως θα σπεύσουν να δηλώσουν ότι το αντικείμενο της πίστης τους, είτε είναι μονοθεϊστές είτε βουδιστές είτε ό,τι άλλο, βρίσκεται εκτός της σφαίρας του επιστητού. Υπάρχουν πάρα πολύ σοβαρές αντιρρήσεις για το κατά πόσον ένας τέτοιος διαχωρισμός μεταξύ του αντικειμένου της πίστης και αυτού της επιστήμης είναι εφικτός ή κατά πόσον έχει νόημα. Αλλά, επιμένω, δεν είναι αυτό το πρόβλημά μας.

Το πρόβλημά μας, φρονώ, έχει να κάνει με την πλάνη της θρησκευτικότητας.

Ο ανθρώπινος πολιτισμός έχει αφοσιωθεί στο να οικοδομήσει την ιδέα αλλά και τη διάθεση ενός σύμπαντος που νοιάζεται για εμάς. Θέλουμε να πιστέψουμε ότι υπάρχει έλεος και παρηγοριά κάπου στον φυσικό κόσμο ή έξω από αυτόν, μακριά από τους άλλους ανθρώπους. Δεν έχει σημασία αν είναι το ίδιο το σύμπαν που συνωμοτεί ή αν ελεήμονες θεοί και δυνάμεις μέσα στο σύμπαν ή έξω από αυτό νοιάζονται για εμάς και μας προσέχουν. Σημασία έχει ότι πνευματικές δυνάμεις, ανθρώπινη δημιουργικότητα και ανθρωποαιώνες στοχασμού έχουν αφιερωθεί στην κατασκευή ενός σύμπαντος (ή θεών) που ενδιαφέρονται για τη μοίρα μας και που νοιάζονται για το ριζικό μας. Αυτό από μόνο του ίσως είναι στοιχείο της φύσης μας, με τη βιολογικότερη ερμηνεία του όρου, ίσως είναι κάτι αναπόδραστο.

Η πλάνη της θρησκευτικότητας συνίσταται στο ότι έχουμε αφοσιωθεί στο να επινοήσουμε θεούς που νοιάζονται για εμάς και μας προσέχουν εις βάρος της οικοδόμησης κοινωνιών που νοιάζονται για τα πιο αδύναμα μέλη τους ή και για όσους δεν ανήκουνε σε αυτές. Ψάχνουμε να σωθούμε από θεούς και να παρηγορηθούμε από αυτούς, ενώ -- δυστυχώς, ενδεχομένως -- η μόνη πηγή παρηγοριάς και το μόνο πρόθεμα πνευματικότητας είναι οι άλλοι άνθρωποι.

Πιο απλά: αντί να στρέψουμε τον πνευματικό πολιτισμό μας στην επινόηση (άρα και οικοδόμηση) κοινωνιών συναλληλίας και αλληλεγγύης, εδώ και αιώνες κάνουμε τέχνη και παράγουμε στοχασμό που θα μας ανακουφίζουν με την ιδέα της Θείας Πρόνοιας (και ας ζούμε συντριπτικές αναιρέσεις αυτής της ιδέας ξανά και ξανά και ξανά και ξανά) και που θα μας τάζουν ζωή μετά θάνατον. Στην πείνα αντιτάσσουμε θεούς που δεν θα επιστρέψουν να "ελαττωθούμε παντός αγαθού", στην αδικία καταριόμαστε και επικαλούμαστε τον κάθε αλάστορα, στον άκαιρο και σπαραχτικό θάνατο προσφεύγουμε σε είδωλα, εικονίσματα ή τους προγόνους μας μέσα σε δέντρα ή ανάμεσα στα άστρα.

Δείτε λ.χ. πώς αποτυπώνεται αυτή η μονομέρεια, συνέπεια της πλάνης της θρησκευτικότητας, στην ιστορία της τέχνης: αντί να δώσει διάθεση και λαχτάρα για συνοχή, δικαισούνη, συντροφικότητα και ανεκτικότητα, παράγει εικόνες μεταθανάτιας δόξας και αυταπάτες αποτελεσματικών προσευχών και θαυματουργών παρεμβάσεων· αντί να παράσχει παρηγοριά μέσα από τους ανθρώπους, αφού τίποτε άλλο δεν έχουμε, πασχίζει να κατασκευάσει ένα σύμπαν που θα σκεπάσει και θα παρηγορήσει εκείνο.

Φωτογραφία: Boris Dmitriev

GatheRate

Η πλάνη της ουτοπίας ως μομφής


Σε μια πολιτική συζήτηση, η αντίρρηση "μα αυτά είναι ουτοπίες" είναι συνήθης. Αποτελεί κάτι παραπάνω από αντίρρηση: πρόκειται για υπόρρητο αντεπιχείρημα σε κάθε είδους μεγαλεπήβολο όραμα, με στήριξη μάλλον θετικιστική: ας μείνουμε στα γεγονότα, ας ασχοληθούμε με το εφικτό.

Βεβαίως,  η ουτοπία για την πολιτική είναι ό,τι η θεωρία για την επιστήμη: και απαραίτητη προϋπόθεσή της, αφού διαχωρίζει την πολιτική από τη διαχείριση, και απώτερος στόχος της.

Πράγματι, σε μια επιστημονική συζήτηση,  η αντίρρηση "μα αυτά είναι θεωρίες" είναι κενή και άτοπη. Όποιος έχει αντίληψη του πώς λειτουργεί η επιστήμη, γνωρίζει ότι από "θεωρίες" ξεκινάει κάθε επιστημονική αναζήτηση: "ο αέρας επιταχύνει την κίνηση", "υπάρχει μια vis vitalis που ζωοποιεί τα έμβια όντα", "το λευκό φως δεν είναι απλοειδές". Η υπόθεση ή η αρχική θεωρία ενδεχομένως να είναι λανθασμένη, ωστόσο κινητοποιεί την έρευνα, προσφέρει κάτι προς διάψευση ή επίρρωση, εξαναγκάζει στην παρατήρηση και στο πείραμα. Αντίστοιχα, το αρχικό ουτοπικό όραμα (π.χ. οικοδόμηση μιας κοινωνίας με βάση τα ιδεώδη των κουάκερων) μπορεί να είναι ανέφικτο ή ανεπιθύμητο, όμως κινητοποιεί και προκαλεί ζυμώσεις και εξελίξεις (π.χ. κατάργηση της δουλείας) που αλλάζουν τη ζωή ή σώζουν τη ζωή εκατομυρίων ανθρώπων.

Αντίστοιχα, κάθε επιστημονική αναζήτηση, η επιστημονική έρευνα, αποσκοπεί στη διατύπωση μιας θεωρίας που ερμηνεύει και (αν επιτρέπει το αντίκειμενο προς εξέταση) προβλέπει. Και πάλι, η αντιστοιχία με την ουτοπία στην πολιτική είναι διαυγής: το όραμα οδηγεί την πράξη, χωρίς όραμα η πράξη παραπαίει ή περιορίζεται στη λογιστική.

GatheRate

Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2016

Ξενοδοχεία

Σε δωμάτιο ξενοδοχείου πρωτοκοιμήθηκα όταν ήμουν 25 χρονών, σε ένα δίκλινο γαμιστρώνα στο Βαρδάρι με τον πατέρα μου. Ο άνθρωπος ντρεπότανε πάρα πολύ στην αρχή που με κουβάλησε εκεί μέσα (το ξενοδοχείο το θυμότανε, λέει, από το 1961). Μετά χαλάρωσε κάπως και ήρθε σε επίγνωση της ηλικίας μου και του ότι, ε, θα είχα ξαναπάει σε γαμιστρώνα: είχε σχεδόν δίκιο και εκείνος ήτανε σαφώς πιο κυριλέ. Αλλά δεν βαριέσαι, από κάπου αρχίζουμε όλοι.

Έκτοτε κοιμάμαι σε ξενοδοχεία τουλάχιστον 5-6 φορές τον χρόνο· δεν λέω λοιπόν για τις πανσιόν των θερινών διακοπών, γιατί αυτές είναι άλλη διάθεση και άλλος θεός και τις τιμώ παιδιόθεν μέχρι και τις αδέξιες σχέσεις της ύστερης μετεφηβείας: θυμάμαι λ.χ. την πανσιόν με το καθόλου λεοναρντκοενικό όνομα Θόδωρος στην Ύδρα. Κοιμάμαι σε ξενοδοχεία λόγω δουλειάς. Καμμιά φορά λέω ότι δεν ξέρω ποια ακριβώς είναι η ειδίκευσή μου στη δουλειά που κάνω, εντάξει, με διάθεση ακκισμού, αλλά ότι στα ξενοδοχεία είμαι εξπέρ.

Τρεις με τέσσερις φορές τα τελευταία 18 χρόνια έχω σκεφτεί να ξεκινήσω ημερολόγιο ξενοδοχείων: αριθμός δωματίου, αίσθηση, διάθεση, ειδοποιός διαφορά. Βεβαίως και δεν ευοδώθηκε η ιδέα: είμαι τεμπέλης. Σε κάποια δωμάτια, φουλ ερωτόπληκτος, βλαστήμησα που ήμουν εκεί μόνος. Σε άλλα δεν ήμουνα μόνος και αυτό ήτανε καλό, πολύ καλό. Κάποια δωμάτια (θυμάμαι λ.χ. ένα πανάκριβο στις Βρυξέλλες, στο Radisson Blu, που μου το έδωσαν κοψοχρονιά) θα ήθελα να τα υιοθετήσω, να είναι η βάση μου όταν και αν θα επέστρεφα στην πόλη. Κάποια δωμάτια επιστρέφουν στα όνειρά μου σαν μεταφορές για εναλλακτικά παρόντα μου: εκεί θα κοιμόμουν μαζί της τώρα αν...

Αν και αφηρημένος δεν ξεχνάω πράγματα ποτέ. Δεν αφήνω τίποτε πίσω μου. Το δωμάτιο ξενοδοχείου, αντίθετα με το σπίτι μου (όσο μικρό κι αν είναι το σπίτι), είναι ένας χώρος πεπερασμένος: οι χώροι του είναι μετρημένοι, καταλογογραφημένοι και σαφείς. Κατά κάποιον τρόπο, τα δωμάτια ξενοδοχείων είναι για μένα υποκατάστατα της αρπαχτής: για λίγο μόνο. Στις αρπαχτές άλλωστε δεν καθόλου είμαι εξπέρ: αν πάει καλά η ερωτοπραξία, γιατί να μην ξαναγίνει; και αν πάει χάλια, σίγουρα μπορούμε να το ξανακάνουμε καλύτερα. Ρεβιζιονιστής, δηλαδή.

Αυτό που πάντως με γοητεύει στα δωμάτια των ξενοδοχείων είναι η ησυχία: πάντοτε ζητάω ήσυχα δωμάτια μακριά από κλιμακοστάσια και (εννοείται) ασανσέρ. Είναι και η πόρτα που κλείνει και κλειδώνει πίσω μου. Μου αρέσει που κοιτάω τον κόσμο μέσα από ξένα παράθυρα και που σοκάρω τους καθωσπρέπει απέναντι, απέναντι για λίγες μέρες μόνο, κυκλοφορώντας τσίτσιδος. Για μένα δωμάτια ξενοδοχείων είναι η στανική καθαριότητα που με κάνει να χαλαρώσω και να κοιμηθώ σαν να είμαι στο κρεβάτι μου, μέχρι να ξυπνήσω τη νύχτα για να κατουρήσω π.χ. και να κουτουλήσω σε κακοχαρτογραφημένο εμπόδιο.

GatheRate

Κυριακή, 17 Ιουλίου 2016

Tordesillas

Το καλό με τα λοξά κείμενα, τα κάπως ζαβά, είναι ότι δίνουν την αίσθηση ότι πάνε πολύ βαθιά. Το λιγότερο καλό είναι ότι δεν ξέρεις αν πάντοτε βρίσκουνε τον στόχο τους. Εκτός και αν ο στόχος τους δεν είναι ρητός και συγκεκριμένος, παρά ένα πεδίο που πρέπει να καλυφθεί, έστω και σποραδικά.

Όταν άνοιξα τουίτερ το 2011, έβαλα για μότο το "I chose not to choose: I chose something else", παραφράζοντας τον Ρέντον του Trainspotting.

Ξέρω βεβαίως καλά πως οι αποφάσεις δεν είναι για τους ανώριμους, γνωρίζω πολύ καλά πως η αμλέτεια αναποφασιστικότητα είναι εξίσου γοητευτική με την ανεμελιά και την ανευθυνότητα: λογοτεχνικώς και μόνο. Επίσης ξέρω πως λίγες αποφάσεις είναι υπόθεση του λέω ένα ναι ή ένα όχι: προσωπικά τουλάχιστον, τα ναι έχω αναγκαστεί να τα στηρίξω ξανά και ξανά, από κατάφαση σε κατάφαση. Τα όχι, άπαξ και τα είπα, δεν γυρίζω να τα ξανακοιτάξω -- αλλά αυτό είναι άλλη κουβέντα.

Από την άλλη, πόση πλάνη και πόσος ακκισμός κρύβεται πίσω από την ανάγκη μας για καθαρές λύσεις διαρκείας, πίσω από κάθε Τορδεσίγιας. Πόσο αρματωμένος με λέπια, πόσο χωμένος μέσα στο πώς λειτουργούν οι αφηγήσεις αλλά όχι η ζωή πρέπει να είσαι για να πιστεύεις ότι οι αποφάσεις είναι διακόπτης που γυρίζεις, το μπλε χάπι ή το κόκκινο χάπι.

Εντάξει, ναι: γνωρίζω από την καλή και από την ανάποδη, ότι πάντοτε σχεδόν οι ωραίες αποφάσεις είναι οι δύσκολες αποφάσεις. Έμαθα καλά επίσης ότι εσύ πρέπει να αποφασίσεις, όχι κάποια εξουσία από αλλού, ποιες είναι οι επιλογές σου και ότι συνήθως είναι περισσότερες από δύο: μπορεί να σκεφτόμαστε δυιστικά ή και μανιχαϊστικά κάποτε, αλλά ο κόσμος δεν είναι ψηφιακός. Τέλος, κάθε επιλογή διακλαδίζεται σε άλλες καινούργιες επιλογές, ώστε κάθε μονοπάτι από αλυσιδωτές αποφάσεις βγάζει αλλού γι' αλλού.

Με δυο λόγια, κάθε επιλογή απαρτίζεται από τουλάχιστον δύο αποφάσεις. Η πρώτη απόφαση αφορά το ποιες εναλλακτικές θα θέσουμε αρχικά υπόψη μας, δύο ή περισσότερες· η δεύτερη απόφαση είναι η επιλογή καθεαυτή: ποια από τις εναλλακτικές θα διαλέξουμε και θα διαλέγουμε ξανά και ξανά, μέσα από τις υποεπιλογές που καθεμιά της θα μας ανοίξει.

Αυτοσμιλευόμαστε και αυτοφωτιζόμαστε και αυτοεπινοούμαστε μέσα από τις επιλογές μας. Ίσως πούμε στους εαυτούς μας ότι είμαστε εκεί όπου μας έφερε μια ακολουθία από ναι και όχι, από 1 και 0. Θα επικαλεστούμε και διάφορα Ich kann nicht anders. Όμως είμαστε αυτό που μας έπλασε και μας φώτισε και μας επινόησε κάθε χτύπημα με τη σμίλη που λέγεται επιλογή κι απόφαση.

GatheRate

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

Πολιτική

Φασισμός

Υπάρχει ένα στοιχείο γνησιότητας στη λεγόμενη θεωρία των άκρων: ο φασισμός και ο ναζισμός αποτελούν τα αντιφάρμακα στα λαϊκά κινήματα: εμφανίζονται ως κατασταλτικά της επαναστατικής διάθεσης ή και αποφασιστικότητας που κατέλαβε τους μη προνομιούχους μετά τα μέσα του 19ου αιώνα. Δεν θα πω ότι το αντιφάρμακο το χορηγεί η αστική τάξη ή οι κεφαλαιοκράτες στο σύνολό τους, ενδεχομενως γιατί υπάρχουν αστοί που δεν ασπάζονται τον ολοκληρωτισμό. Ο φασισμός είναι για την επανάσταση ό,τι ο Αντίχριστος για τον Χριστό στη χριστιανική εσχατολογία: μοιάζει με Χριστό, κάνει σαν Χριστός αλλά δεν είναι παρά η σκοτεινή και ατελής σκιά Του, η λατρεία του θανάτου.

Ως εδώ μια χαρά. Προχωράμε στο ζουμί: ο φασισμός και του 20ου και του 21ου αιώνα έχουν αναγνωριστεί ως χρήσιμοι αντιπερισπασμοί ή και αντίπαλα δέη, πάλιν και πολλάκις. Επίσης, έχουν αναγνωριστεί ως ο θάνατος της κοινωνίας και ως αφανισμός ανθρώπων. Όσοι δεν τον πολεμάνε τον φασισμό κι όσοι θέλουνε να ανοίξουνε διάλογο μαζί του προφανώς δεν αναγνωρίζουν τη χρήση του (να καθυποτάξει και να αφανίσει) και τις πασίγνωστες μεθόδους του. Οξυδερκείς αναλύσεις υπάρχουνε βεβαίως, το ζήτημα είναι κατά πόσον θέλουμε να τις αγνοούμε. Τέλος, κανονικοποίηση του φασισμού, ισαπεχισμοί και συμμετρίες ακόμα και ο υβριστικός για τη δεξιά ευφημισμός "άκρα δεξιά", παραγνωρίζουν το ότι δεν μπορεί να δίνεται βήμα στους φασίστες και, εν γένει, στους εχθρούς της ελευθερίας (του λόγου).

Η Αριστερά στις ξέρες

Είναι πια επώδυνα γνωστή η συνταγή και υφιστάμεθα πραγματικότατα τις συνέπειές της: άτολμοι αριστεροί που τα βάζουνε με κωλοπετσωμένους δεξιούς, πανίσχυρες ελίτ και πακτωμένους κεφαλαιοκράτες. Στο πρώτο στραβοπάτημα η χώρα βυθίζεται είτε στη χούντα είτε στη φαυλοκρατία.

Κάπως έτσι και η φάση ΣΥΡΙΖΑ: όπως κι αλλού, η Αριστερά το πάει λάου λάου (π.χ. ο Αλλιέντε δεν αποστράτευσε τον Πινοτσέτ όταν έπρεπε) και δεν έχει εναλλακτικά σχέδια συνήθως -- ή έχει αλλά δεν κοτάει, όπως έγινε με τον ΣΥΡΙΖΑ πέρσι. Προσπαθεί δίψυχα να κάνει σοσιαλδημοκρατία μήπως και μετά περάσει σε τίποτε πιο βιτσιόζικο και ψαγμένο, αλλά καταλήγει να τα κάνει σαλάτα. Και σαλάτα σημαίνει δυστυχία, θάνατος και ΔΝΤ (ιδίως στη Λατινική Αμερική).

Και φυσικά οι αριστεροί έχουνε και τα ΜΜΕ εναντίον τους, τα οποία ακολουθούνε σταθερή γραμμή παντού: από τη Βρετανία του Μέρντοκ μέχρι τη Βραζιλία του Globo και από τις ΗΠΑ του Fox News μέχρι την Ελλάδα των εργολάβων. Σύμφωνα με τα ΜΜΕ, όταν οι δεξιοί είναι αδίστακτοι, τολμούν και δείχνουν πυγμή, επειδή δεν λαϊκίζουν και επειδή βλέπουνε τον γκρεμό μπροστά μας (η πορεία προς τον οποίο είναι αυτοεκπληρούμενη προφητεία). Σύμφωνα με τα ΜΜΕ, όταν οι αριστεροί είναι στοχοπροσηλωμένοι και τολμούν, αποτελούν φανατικούς και επικίνδυνους οπαδούς του ολοκληρωτισμού.

Παράδειγμα: Ξήλωμα στο στράτευμα από άνθρωπο των ΗΠΑ (Λατινική Αμερική), ή αστυνομοκρατία από συντηρητικό πρωθυπουργό (Βρετανία, Αυστραλία) ή κατάσταση έκτακτης ανάγκης από δεξιό κυβερνήτη (ΗΠΑ) είναι αναγκαία μέτρα, ενώ από αριστερό ηγέτη είναι σταλινισμός, αυταρχισμός και φίμωση.

 Γιατί είναι τόσο γτπ η Αριστερά;

Αν μπορούσα να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση θα ήμουν ο Γκράμσης κι όχι ο Σραόσας. Αλλά θα ξεκινήσω με μια παραβολή. Πρόσφατα γνώρiσα εντελώς τυχαία το έργο του φωτογράφου Erich Grisar. Μεταξύ 1922 και 1933 ο Grisar φωτογράφιζε την εργατική τάξη της κοιλάδας του Ρουρ. Πρόκειται για φωτογράφο κλάσης των μεγάλων του Magnum, εντελώς σύγχρονό μας στη ματιά του. Πλησιάζει την εργατική τάξη χωρίς συναισθηματισμό, χωρίς πατερναλισμό και χωρίς εξωτικοποίηση. Από το έργο του απουσιάζει η πορνογραφία της φτώχειας αλλά και η εξιδανίκευση. Ο Grisar σαν ματιά πάνω στην εργατική τάξη δεν έχει καμμία σχέση ούτε με τα έπη από μπομπότα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού αλλά ούτε με τη φιλάνθρωπη ματιά του φωτορεπόρτερ για τα γούστα των αστών. Ταυτόχρονα, ο κόσμος που καταγράφει ο Grisar διαθέτει περηφάνεια και δυναμισμό που θα ξαναδούμε μεταξύ 1967 και 1973.

Και αναρωτιέται κανείς: τι πήγε στραβά; Εντάξει, το 1933. Μετά το 1945 όμως; Γιατί η "εργατική τάξη" έγινε μετωνυμία της δυστυχίας και της στέρησης και της κακομοιριάς; Γιατί πήγε η Αριστερά για βρούβες; Ενδεχομένως, πρωτίστως επειδή έπαψε να αναλύει την ταξική πραγματικότητα ανά πάσα στιγμή και σε κάθε συγκυρία ενώ παράλληλα επαναπαύτηκε στη μελέτη κι ερμηνεία των γραφών της και στις μαχμουρλίδικες βεβαιότητες του ντετερμινισμού, του "έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη". Ενδεχομένως επειδή ανέλαβαν να την καθοδηγούν οι ταξικοί αποστάτες, κάποτε φωτεινές εξαιρέσεις, αλλά από το '50 και μετά οι τυπικοί αριστεροί, ιδίως στη gauche caviar: άνθρωποι που τους ενδιαφέρει το ζήτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης όσο οι χορταστικές μερίδες αφορούν έναν σεφ που θέλει να χτυπήσει αστεράκι Μισελέν. Η Αριστερά έπαψε να είναι υπόθεση της εργατικής τάξης και εξελίχθηκε σε κίνημα στοχασμού, ενώ μεταμορφώθηκε σε σύστημα αρχών κυρίως αφηρημένων, όταν δεν είναι ιερατείο και θρήσκευμα, όπως το ΚΚΕ μας.

Ανίερες συμμαχίες

Λένε ότι η επαναστατική Αριστερά χαντακώνεται όταν αρνείται να συνάψει τις σωστες συμμαχίες και βεβαίως μαζί της χαντακώνονται κοινωνίες ολόκληρες. Ακούμε συχνά ατάκες "αν είχε συμμαχήσει το KPD με το SPD" κτλ. Ωστόσο, η έμφαση πρέπει να δοθεί στο "σωστές". Τον 19ο αιώνα οι πρώιμοι σοσιαλιστές στη Βρετανία συμμάχησαν με πρωτογονιστές, λουδίτες και εχθρούς της νεωτερικότητας, ώστε να την πέσουν στους καπιταλιστές: οι μεν γιατί επρόκειντο για τους νέους δουλοκτήτες, οι δε γιατί τους μαγάριζαν την green and pleasant land με τους satanic mills τους. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά: οι τεχνοφοβικοί καπέλωσαν και απορρόφησαν τους οπαδούς της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Το έργο ξαναπαίζεται με τον φεμινισμό και τον πουριτανισμό: προκειμένου να πολεμήσουμε την πατριαρχία ας μείνουνε, ρε αδερφ@, 10 αρσενικά και 15 θηλυκά καυλωμένα ή κι αγάμητα (ναι, τα θηλυκά θα χάνουν πάντα), δεν βαριέσαι. Οι φεμινίστριες και οι φεμινιστές παίζουνε με την φωτιά βεβαίως: η σχεδόν ουσιοκρατική ταύτιση του σεξ με την εξουσία, της συνουσίας με τον βιασμό και του φαλλού με την τυραννία ενδεχομένως να εγκλείσει μελλοντικά την υπόθεση "φεμινισμός" στο κελάκι των δογμάτων μιας φράξιας πολιτικού λεσβιανισμού.

Ο πειρασμός της αθωότητας

Τα περισσότερα κινήματα ενδίδουν τελικά στον πουριτανισμό, τον οποίο αναγκαστικά αντιλαμβάνονται ως αγνότητα ή ως αθωότητα. Ο πουριτανισμός εγγυάται, έστω και ατελώς, ότι τα γυναικεία πάθη θα μείνουν εκτός πολιτικής και εκτός συζήτησης, ότι οι σύντροφοι ή συντρόφισσες και οι αδερφοί ή αδερφές δεν θα διασπάσουν την ενότητα του κινήματος ή της ομάδας λόγω ιμέρων και αμοιβαίων διεκδικήσεων ή ως αποτέλεσμα ατελέσφορων πόθων.

Ας υποκριθούμε λοιπόν όλοι ότι δεν έχουμε κολπικά υγρά, ότι δεν έχουμε κωλοτρυπίδες, ότι καμμιά ψωλή δεν θα σηκωθεί αν δεν γυρίσουν το κλειδί ο ΑΓΕΕΘΑ κι ο πολιτικός προϊστάμενός του, ότι οι γυναίκες καυλώνουμε από θαυμασμό, ότι όλοι καταρχήν το κάνουμε "κανονικά" με όποιον πρέπει και όταν πρέπει και κρυφά. Ακόμα και το παραμύθι της πατριαρχίας ότι οι άντρες είμαστε ζωώδη καυλοράπανα και οι γυναίκες εξαϋλωμένες (εκτός όταν δεν πρέπει) εξασφαλίζει μια κάποια τάξη ώστε να μπορεί εσωτερικά το κίνημα, σε ό,τι και αν αποσκοπεί, να στέκεται. Και τι ωραία που έχει μαδήσει τον πειρασμό της αθωότητας και την τάχα μου καθαρότητα της ανηδονίας η Ούρσουλα Λε Γκεν στο The left hand of darkness.

Γιατί τελικά υποκύπτουμε στον πουριτανικό ιδεασμό επειδή θέλουμε να νομίζουμε ότι το σεξ είναι πρωτίστως εξουσία και ότι, αν το περιχαρακώσεις, κατά κάποιον τρόπο τα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα είτε θα γίνουν απλούστερα είτε θα λυθούν από μόνα τους: στη λεγόμενη αθωότητα πιστεύουν όσοι θέλουν η πολιτική να είναι απλή διαχείριση βάσει απλών αρχών και ο πνευματικός βίος ρητή διατύπωση και όμορφη διακόσμηση. Αλλά η διακόσμηση είναι υποκατάστατο της τέχνης και η ρητή διατύπωση η αρχή και μόνο του λόγου: ο πουριτανισμός μάς μικραίνει και μας περιορίζει τελικά.

Τι να κάνουμε;

Να συνεχίσουμε να προκαλούμε σε όλα τα πεδία, ξεκινώντας από το να προκαλούμε εαυτούς και αλλήλους.

GatheRate

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

Από τα δέντρα

Κάθομαι σε ένα καφέ και πίνω ένα δεύτερο σπριτς. Πριν περίπου μια βδομάδα κάτι συνάδερφοι μού είπαν ότι σπριτς πίνουν οι γκόμενες. Δεν με νοιάζει, ας πιω κι εγώ ό,τι πίνουν οι γκόμενες. Άλλωστε είναι νωρίς για οτιδήποτε άλλο και καφέδες πίνω από τις εφτά.

Κοιτάζω τα δέντρα έξω και χαλαρώνω. Αν δεν μπορώ να βλέπω ό,τι λαχταρώ, και μην πάει ο νους σας αποκλειστικά στα λαγνικά, προτιμώ να βλέπω δέντρα: λίγο για να σκέφτομαι τους πεθαμένους που τα φύτεψαν πριν δεκαετίες, λίγο για να τα καμαρώνω τα ίδια. Κυρίως γιατί είναι όμορφα. Ο κόσμος δεν είναι σύμβολο καμμιάς πραγματικότητας, δεν είναι σκιά του μέλλοντος ούτε λείψανο του παρελθόντος. Ο κόσμος είναι ο κόσμος (ή δάσος).

Σκεφτόμουνα ξανά ότι όσο σου λείπει εκείνο που σε τρώει, δεν μπορείς να χαρείς πολύ τα υπόλοιπα. Ίσως να μην μπορείς να τα χαρείς καθόλου τα υπόλοιπα. Όταν το αποκτήσεις εκείνο που σε τρώει, τότε όλα φωτίζονται. Φυσικά το θέμα είναι αν ξέρεις τι θες: αν είσαι σαν εμένα, και πάντα ξέρεις τι θέλεις, όταν δεν το έχεις ζεις μέσα στην οργή και την καντήφλα ή, χειρότερα, απλώς γυρνάς γύρω γύρω σαν τον διάολα και κακοποιείς τον κοσμάκη. Αν πάλι δεν ξέρεις τι θες, βασανίζεσαι.

Νιώθω τρυφερότητα για ανθρώπους ευγενείς που σπεύδουν να κατηγορήσουν τον εαυτό τους για εγωισμό και ανηθικότητα μόνο και μόνο επειδή δεν αφήνονται να τους συντρίψει ή να τους θάψει ζωντανούς ο κόσμος. Και ναι, γυναίκες είναι συνήθως, αφού εμάς τους άντρες ο κόσμος μάς ενθαρρύνει να ακολουθούμε την ψωλή μας, πραγματική ή συμβολική, και να λέμε ότι we follow our heart. Νιώθω τρυφερότητα για ανθρώπους ευγενείς που σπεύδουν να κατηγορήσουν τον εαυτό τους για εγωισμό και ανηθικότητα μόνο και μόνο επειδή δεν αφήνονται να τους ξεκάνει ο κόσμος· όμως να κοιτάξουνε γρήγορα να απαλλαγούν από αυτόν τον όλο φαρμάκι και ψέμα ιδεασμό τους πριν τους διαβρώσει και τους κουφώσει από μέσα.

Είμαι γενικώς υπέρ της κατανόησης και της υπομονής, άλλωστε τα δέντρα είναι όλο κατανόηση -- ενώ για την υπομονή τους δεν το συζητάμε καν. Όμως καλύτερα να μην ανοίγει κανείς διάλογο με ψυχαναγκαστικούς και χειριστικούς ανθρώπους. Οι ψυχαναγκαστικοί και χειριστικοί άνθρωποι δεν διδάσκονται ποτέ από τα δέντρα: συνεπώς δεν ανέχονται ψεγάδια, ή έστω την υποψία τους, ούτε στους άλλους ούτε στον εαυτό τους. Είναι λοιπόν ικανοί να εξοντώσουν ψυχολογικά τον άλλο και να του φορτώσουν τα μύρια όσα προκειμένου να αυτοδικαιωθούν και να συνεχίσουνε να νιώθουν άμεμπτοι, ή τουλάχιστον σωστοί.

Είμαι δεν είμαι υπέρ της υπομονής και της κατανόησης, σε στιγμές αδυναμίας θέλω να στείλω όλους τους πασιβαγκρέσιβες της ζωής μου, οι πιο πολλοί από τη δουλειά, σε μια έπαυλη μεγάλη στη μέση ειδυλλιακού αλλά απομονωμένου τοπίου (στην Παταγονία π.χ.). Θέλω να ζουν εκεί όλοι μαζί πολυτελώς και να φτάσουνε σε 1-2 βδομάδες να παρακαλάνε να βρεθεί ένας νορμάλ άνθρωπος για να του πρήξουν και να του τσιγαρίσουνε τα τζιέρια· να μην τους βρίσκεται κανείς άνθρωπος νορμάλ κι έτσι να αναγκάζονται να βγάζουν το άχτι τους ο ένας πάνω στον άλλο. Μετά μου περνάει κι αυτή η έπαξη. Δηλαδή σιγά μην ασχολούνται τα δέντρα με κάθε βοριαδάκι.

GatheRate

Σάββατο, 2 Ιουλίου 2016

Hardcore οιωνοσκοπίες

Από τις διατριβές των μπλογκ μέχρι τα επιγράμματα του τουίτερ, η αυτοέκδοση στα σοσιαλμήντια είναι άμεση.

Μια παρενέργεια της αμεσότητας είναι ότι ενθαρρύνει την οιωνοσκοπία. Τα κείμενα γίνονται οιωνοί προς ερμηνεία, αινίγματα για να αποκρυπτογραφηθούν. Πίσω από τα κείμενα-οιωνούς δεν βρίσκεται βεβαίως το μέλλον κανενός αλλά οι προθέσεις αυτού που γράφει: γιατί γράφει αυτά που γράφει; τι υπαινίσσεται; ποιον καρφώνει; τι έπαιξε;

Αρχίζουνε λοιπόν τα μαντέματα: μιλάει για σουτζουκάκια, σουτζουκάκια θα έφαγε· βρίζει τους ταξιτζήδες, σε ταξί θα μπήκε· γιατί γράφει για τον χωρισμό; κρίμα που χώρισε· παινεύει τον Μπάμπη, δουλειά θα ψάχνει.

Κι όσο παλεύουν οι αναγνώστες να διαβάσουν τα κείμενα όπως ο νονός μου ο τσέλιγκας διάβαζε μαντικώς αρνίσιες ωμοπλάτες, τόσο όσοι γράφουμε γινόμαστε όλο και πιο επιδέξιοι τεχνίτες της απόκρυψης. Και τόσο πιο δεινοί και προσεκτικοί γίνονται οι αναγνώστες -- όσοι θέλουν και μπορούν, τέλος πάντων.

Όσο περισσότερο κρυβόμαστε, τόσο πιο καίρια γίνονται όσα έχουμε να πούμε. Όσο περισσότερο αυτό που γράφουμε συστρέφεται γύρω από τον εαυτό του και συναντάει τον εαυτό του περνώντας μέσα από τον εαυτό του, τόσο εξακτινώνεται: το ίδιο το κείμενο γινεται l'hydre-Univers tordant son corps écaillé d'astres (που είπε ο Ουγκώ, όπως μας έμαθε ο Μπόρχες). Όσο περισσότερα νήματα πλέκουμε -- και κάποια νήματα φαίνονται ξεχωριστά αλλά είναι τελικά διαφορετικοί ιριδισμοί της ίδιας παλλόμενης χορδής -- τόσο πιο λεπτός είναι ο δεσμός που προκύπτει και πιο ισχυρός ο καταδεσμός πάνω στον αναγνώστη. Όσο λαξεύουμε το rime τόσο δυναμώνει η raison.

Πιο απλά, όσο περισσότερο κρυβόμαστε και κρύβουμε, τόσο περισσότερα φανερώνουμε: απλώς φανερώνουμε όσα χρειάζεται να δεις, τα ίδια και τα ίδια αλλά από μια γωνία λίγο πιο λοξή. Φανερώνουμε όχι αυτά που εσύ θες να ξέρεις: τι έφαγα, πού πήγα, πώς νιώθω, γιατί μένω, πώς το έκανα, πότε φεύγω, πού δουλεύω, ποια με θέλει και με ποιον θα γράψουμε τραγούδια. Όχι, θα σου φανερώσω όσα δεν ξέρεις ότι θες να δεις. Τέλος, θα σου φανερώσω πολλά και δεν θα ξέρεις ότι σου τα φανερώνω· και δεν θα σε νοιάζει καν.

Άρα από την ανάγνωση ενός κειμένου που πριν λεπτά βγήκε από την κοιλιά του γράφοντος, ελάχιστα πράγματα είναι πιο hardcore. Αφήστε τις οιωνοσκοπίες κι αφεθείτε.

GatheRate

Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

Θάλασσα κι αλμυρό νερό


Ψηνόταν ο τόπος. Αυτός ο τόπος είτε ψήνεται πασπαλισμένος με σκόνη, είτε βράζει σχεδόν αχνίζοντας από υγρασία.

Στεκόμουν απέναντι από το νερό μέσα στο οποίο δροσίζονταν άλλοι. Ξέρω ότι όταν βλέπετε νερό, θάλασσα ή νερό πισίνας, ζηλεύετε. Ξέρω ότι θέλετε να βουτήξετε οπωσδήποτε. Ακούω πως είναι αλληγορία ή πρόγευση απελευθέρωσης να εμβαπτιστείτε στο νερό, ότι η καταβύθιση είναι γέννα μικρή και ξανανιωμός.

Ακόμα και αν δεν ισχύει τίποτε από όλα αυτά, οι περισσότεροι λιμπίζεστε το νερό. Λαχταράτε να μπείτε μέσα του και να σας περιβάλει. Εγώ πάλι, όχι.

Μου αρέσει να το κοιτάζω, όχι πολύ και όχι πάντοτε. Αλλά δεν το λιμπίζομαι.

Για μένα η θάλασσα δεν είναι μεταφορά για τον έρωτα. Δεν με δροσίζει, βγαίνω από μέσα της κολλώντας αλάτια, σαν παστός μπακαλιάρος ισλανδικός. Μου αρέσει να βουτάω βαθιά και να ακούω την ησυχία του βυθού. Όμως το νερό δεν το ζηλεύω.

Ζηλεύω τον ίδιο τον έρωτα, ακόμα κι αν μόλις έχω συνέλθει από τη μετοργασμική σκοτοδίνη.

Ζηλεύω τη δροσιά του κατωσέντονου το καλοκαίρι και τη θαλπωρή κάτω από το πάπλωμα τον χειμώνα.

Ζηλεύω λίγο τα ποτάμια που τρέχουν, αλλά να πιω από αυτά. Κολύμπησα στον Νέστο μια φορά, έβγαινα καθαρός από μέσα του αλλά δεν θέλω να παλεύω για να μείνω εκεί πού είμαι -- αν πρέπει να βουτήξω, θέλω να ησυχάζω.

Ζηλεύω την ησυχία ενός δωματίου μετά από πεζοπορία στην πόλη.

Ζηλεύω το δάσος.

Η λέξη μου για τον κόσμο είναι δάσος. Και οι πόλεις δάση είναι. Όλα τ' άλλα ερημιές: πέτρες, σκόνη, χώματα, αχανείς εκτάσεις σκεπασμένες με χιλιόμετρα άρμη.

GatheRate