Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

Μνημόσυνο για τον Ψάλτη

 
Επειδή πολλοί κάνουνε χιουμοράκι που λυπηθήκαμε για τον θάνατο του Στάθη Ψάλτη, με παραλληλισμούς μέχρι και με τον Σεφερλή, θεμουσχώραμε:

Τη δεκαετία του '80 στην Αθήνα έκανε ζέστη το καλοκαίρι. Πολλή ζέστη. Δεν είχαμε κλιματική αλλαγή ακόμα όμως είχαμε ζέστη. Δεν είχε πουθενά δροσιά στο κέντρο, στο κέντρο δεν ήταν πουθενά "άλλος θεός", όπως στα μακρινά μαρούσια και τις κηφισιές, ενώ αυτό που λέτε Αγία Παρασκευή ήταν ακόμη (και είναι) μια μαλακία για νεόπλουτους· πιο έξω υπήρχανε κάτι χωριά, αυθαίρετα και καταπατημένα, και τα καμένα της Πεντέλης.

Επίσης, ακόμα και επί ΠΑΣΟΚάρας (που νοσταλγείτε) δεν έπαιρναν οι εργαζόμενοι άδεια πάνω από 21 μέρες (10 με 14 έπαιρναν, τεσπά). Κι έκανε ζέστη το καλοκαίρι. Πολλη ζέστη. Και την ημέρα η οικοκυρά έπαιρνε τα κουτσούβελα και τα πήγαινε με τον Θύαμις Τουρς στο Αυλάκι για κανα μπάνιο (διότι στο Ζούμπερι και στη Βουλιαγμένη τότε ήτανε βρώμικα και στο Πόρτο Ράφτη γινότανε χαμός). Και το βράδυ μάς πήγαιναν μπαμπάς και μαμά στην Άρπα και στη Δήμητρα να δούμε κανα θερινό, μήπως και φυσήξει κι ανασάνουμε. Ναι, δεν είχε τότε κλιματιστικά.

Και στα θερινά έπαιζε περσινά μπλοκμπάστερ αμερικάνικα, ιταλικές σεξοκωμωδίες με έναν βλάκα που γούρλωνε τα μάτια του όταν έβλεπε βυζιά (άρα ακατάλληλες) καθώς και ύστερες ελληνικές ταινίες: πεπτωκότα Δαλιανίδη, παρακμασμένο Βέγγο, Μιχαλόπουλο-Γαρδέλη-Ψάλτη. Όλες σχηματικές με άθλιο ήχο, χάλια χιούμορ, μαλακία σενάρια, υπερφωτισμένες από το ζαβλακωτικό ελληνικό φως, γυρισμένες κυρίως εξωτερικά μέσα σε μια Αθήνα της ανοικοδόμησης και συνοικιών που δεν ήξερα καν ότι υπάρχουν ως Αθηναίος του καράκεντρου. Οι καημοί που ανακυκλώνονταν θεματικώς ήτανε καημοί μπανάλ και λαϊκοί στην αγροτοποιμενική προέλευσή τους αλλά μπρουτάλ σπαταλήματα μέσα στη σαφήνειά τους -- καμμιά σχέση με τα "τα θέλω μου", "τι εικόνα θα δώσω", τα "ίσως" και τις κτητικές προεγκρίσεις και εγγυήσεις που απαιτούν σήμερα οι ανθρώπινες σχέσεις: σε αυτές τις φάρσες της συμφοράς είχε άγριες ματιές και γούστα που μακελεύονταν στην αρένα του μικροαστικού γάμου ως έπαθλου και ως τρόπου ζωής...

Και μέσα από αυτές τις μαλακίες ταινίες, που βλέπαμε για να δροσιστούμε στα θερινά που ήδη υπονόμευε το βίντεο, αναδύονταν κάποτε ένας "συνδυασμός επιπολαιότητας και υπόκωφης πίκρας" στις ερμηνείες καθώς και μια ματιά πάνω στον κόσμο "χθαμαλή αλλά τρυφερή και θαρραλέα". Και είναι κάτι που μας εντυπώθηκε. Ναι και ο Ψάλτης, αυτή η ευγενής μορφή με το λωλό τζιμκεϊρικό ταλέντο που κατάντησε να ντύνεται γριά και να σπαταλιέται σε σκουπίδια, που δεν είχε την τύχη του Τσάκωνα να τον αποθεώσει ο πρωτοχιψτερισμός. Του ανθρώπου που σε έκανε να γελάς επειδή έκλαιγε σαν ζαβός αλλά μετά σε πίκραινε πολύ το ότι γέλασες μαζί του.

GatheRate

Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

Το κοινό


Είχα προχτές την τύχη να μου συμβεί μια μικρή αποκάλυψη, από αυτές που σπάνια σου συμβαίνουν μετά τα 30 στον δικτυωμένο κόσμο: έμαθα για τη Fran Lebowitz βλέποντας αυτό το ντοκυμαντέρ του Σκορσέζε. Δεν θέλω να πω τίποτα γι' αυτήν, πέρα από όσα λέει (σ)το ντοκυμαντέρ. Εντυπωσιάστηκα και από την καθαρότητα και οξύτητα του πνεύματός της και από την προσωπικότητά της (ναι, πάντοτε με γοητεύουν οι γενναίοι άνθρωποι).

Η Λίμποβιτς απαντάει λοιπόν, ανάμεσα σε πολλά άλλα, και στην εξής απορία που έχω εδώ και χρόνια: γιατί είναι τόσο άνευρη και αδιάφορη και ασ' τα να πάνε η τέχνη εδώ και δυο-τρεις δεκαετίες, αν και το ντοκυμαντέρ είναι του 2010. Η απάντησή της είναι διττή: είναι ζήτημα δημοκρατίας και είναι ζήτημα κοινού.

Το πρώτο ζήτημα το αντιλαμβάνεται ως εξής: υπάρχει πλεόνασμα δημοκρατίας στον χώρο της τέχνης και έλλειμμα δημοκρατίας στην κοινωνία. Με αυτό εννοεί ότι ταλέντα από μη προνομιούχες ομάδες δεν καταφέρνουνε να κάνουν τέχνη, ενώ παράλληλα αυτή η ευκαιρία δίνεται σε πλήθος ατάλαντων. Συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς, είναι ενδιαφέρουσα προσέγγιση.

Το δεύτερο ζήτημα, το ζήτημα κοινού, είναι ακόμα πιο ενδιαφέρον, εγώ το βρήκα αποκαλυπτικό: για να γίνει μεγάλη τέχνη χρειάζεται απαιτητικό και εκπαιδευμένο κοινό· χρειάζεται κοινό που να βλέπει τη λεπτομέρεια και να την εκτιμά, που να είναι αρκούντως πεπαιδευμένο ώστε να μπορεί να ξεχωρίζει τον ακκισμό από την πρωτοτυπία, που να είναι υποψιασμένο σε θέματα τεχνικής και να τη διακρίνει από τα τρικ και τις ταχυδακτυλουργίες. Η Λίμποβιτς το λέει καθαρά: το απαιτητικό κοινό που γνωρίζει και νιώθει αναγκάζει τον καλλιτέχνη να βάλει τα δυνατά του, αποθαρρύνει τον δημιουργό από το να ενδώσει στον πειρασμό της μπλόφας και δεν τον αφήνει να επαναπαυθεί στο πρόχειρο και στο αέρα-πατέρα.

Το παράδειγμα που χρησιμοποιεί η Λίμποβιτς είναι το Μπαλέτο της Νέας Υόρκης: ισχυρίζεται ότι με τον εκβαρβαρισμό του κοινού του άρχισε να παίρνει και το ίδιο την κάτω βόλτα. Δεν γνωρίζω τίποτα για την περίπτωση NYCB, ξέρω όμως ότι το αθηναϊκό θέατρο είναι από τα καλύτερα στον κόσμο, ακόμα και σε σύγκριση με τα ξακουστά και πολυδιαφημισμένα λονδρέζικο και νεοϋορκέζικο, γιατί ακριβώς το θεατρικό κοινό ξέρει πάρα πολύ καλά τι του γίνεται και δεν χαρίζει κάστανα (αντίθετα π.χ. με το νεοϋορκέζικο, ιδίως στο Μπρόντγουεϊ). Απεναντίας, αν λ.χ. σκεφτεί κανένας τη λογοτεχνική παραγωγή και κίνηση στην Ελλάδα, αμέσως βλέπει κάποιον συσχετισμό μεταξύ της παιδείας του αναγνωστικού κοινού και της ποιότητας των έργων, ιδίως στην ποίηση...

GatheRate