Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

Ορθοδοξίες κτλ.

Λοιπον αρκετά με την Ορθοδοξία μας και και την Ορθοδοξία σας. Αρκετά.

Η Ορθοδοξία χρηματοδοτείται από τον φορολογούμενο. Η Ορθοδοξία είναι αδρανές, άκαμπτο και κακοποιητικό δόγμα. Το μόνο που έχει πια να συνεισφέρει στη ζωή αυτού του τόπου είναι όμορφο και οργανωμένο φολκλόρ, καθώς και το παραμύθι της για το τι ωραία που ήτανε τότε που, και καλά, επιστήμη και τέχνη ήταν οι λήροι αντιγραφέων και οι φρεναπάτες ασκητάδων, τότε που κυβερνάγαν αιμοβόροι θεοστεπτοι βασιλείς ενώ όλοι καλλιεργούσαμε ρεβύθια και κριθάρι. Μόνο που ποτέ δεν καλλιεργούσαμε όλοι ρεβύθια και κριθάρι.

Η Ορθοδοξία ντύνει στο χρυσαφικό τον άγαμο κλήρο της και στα μάρμαρα και τα μαλάματα τους ναούς της για να αντανακλά τη δόξα της Βασιλείας λες και είμαστε τίποτε μαλάκες και δεν έχουμε πάρει πρέφα ότι η Βασιλεία εντός ημών εστί κτλ. Η Ορθοδοξία κουμαντάρει τις ζωές μας ήσυχα και ταπεινά, εκτός όταν δεν μπορεί και αναγκάζεται, η τάλαινα, να δείξει τους κυνόδοντές της και να σείσει τη βαρειά της ράβδο με τα φίδια.

Αρκετά λοιπόν με τη μέριμνα για "το καλό της Εκκλησίας" και για την απήχησή της ή τον ρόλο "που καλείται να παίξει" στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Ο ρόλος της Εκκλησίας επιτελείται επιτυχώς και στο ακέραιο, και τώρα και πάντοτε: αντίδραση, συντήρηση, ηθικός πανικός, φοβικότητα -- είτε πρόκειται για το θέατρο, είτε για τους νερόμυλους, είτε για τις φυσικές επιστήμες, είτε για την προστασία αδύναμων μειονότητων. Μην προσπαθείτε να την αναμορφώσετε: ούτε το χρειάζεται, ούτε το μπορούμε.

Βεβαίως, το πρόβλημα πάει πολύ πιο μακριά από τη μοχθηρή μα ψευτοαφελή Ορθοδοξία, πέρα απότον δεσποτικό Καθολικισμό, πέρα από τους κουτοπόνηρους Αγγλικανούς και τους άτεγκτους λοιπούς Προτεστάντες. Πάει πέρα από το ασυνάρτητο και αντιδραστικό Ισλάμ και τον ψυχαναγκαστικό αρτηριοσκληρωμένο Ιουδαϊσμό. Όπως λέει ο Γκορ Βιντάλ, το πρόβλημά μας είναι ο ίδιος ο μονοθεϊσμός, αυτό το ανομολόγητο έγκλημα στην καρδιά του πολιτισμού μας. Η λύση λοιπόν είναι άλλη, και είναι δύσκολη:

Κατεδαφίστε το στερέωμα του Ενός Λογιστή Θεού. Του Θεού που κλαδεύει το καυλί σου και μισεί το μουνί σου· που τσεκάρει αν φας τσιζμπέργκερ ή αν ανάψεις φωτιά το Σάββατο· που πικάρεται αν δεν δεσμεύεσαι να τον προσκυνάς εδαφιαίως πεντάκις κάθε μέρα· που αγκαλιάζει τη δυστυχία και τη στέρηση φτωχών με την επαγγελία μελλόντων αγαθών όπως αγκαλιάζει στοργικά τους μεγάλους δωρητές των υπαλλήλων Του· που τάζει κόλαση στους αδύναμους και αγιότητα ή πιλάφια σε όσους δολοφονούν στο Όνομά Του· που ευνουχίζει και εκβαρβαρώνει· που από παιδιά μάς ντρεσάρει στο ψέμα, στην αυταπάτη, στο να νιώθουμε εκλεκτοί και καλύτεροι γεμίζοντάς μας ταυτόχρονα ενοχές και νεύρωση· που μισεί την ομορφιά που δεν ελέγχει και στραγγαλίζει χαρά και τέχνη.

Α σιχτίρι Ορθοδοξία κι εσύ μονοθεϊσμέ. Ναι, είσαι μέρος του πολιτισμού μου αλλά μέρος του πολιτισμού μου είναι και οι βιασμοί κι οι πλεκτάνες ανύπαρκτων αρχαίων θεών και των μπάσταρδων  ηρώων τους. Α σιχτίρ λοιπόν.

Δεν αναμορφώνεστε, δεν εξανθρωπίζεστε, δεν εκσυγχρονίζεστε: μόνο παραγκωνίζεστε.

Η εικόνα είναι ο 'Ίκαρος' του Dan Hillier. 

GatheRate

Κυριακή, 8 Οκτωβρίου 2017

Η επικράτηση της λύπης

Ο Μπόρχες λέει (αν θυμάμαι καλά) ότι το θέμα αυτού που γράφεις δεν πρέπει να ονομάζεται ούτε στον τίτλο ούτε πουθενά μέσα στο κείμενό σου.

Με τον ίδιο τρόπο η επικράτηση της λύπης πλεόν ανιχνεύεται από το ότι έχει σχεδόν εκλείψει ως έννοια από το πώς συζητάμε και περιγράφουμε διάθεση και συναισθήματα.

Πρώτον, γινόμαστε παντού και συνεχώς μάρτυρες του ευτελισμού της κατάθλιψης. Αν πιστέψεις φίλους και γνωστούς, φωνές τηλεοπτικές ή σοσιαλμηντιακές, όλοι έχουνε κατά καιρούς κατάθλιψη, κατάθλα ή και καταθλιψάρα. Συνεπώς οι καταθλιπτικοί δεν είναι ασθενείς που, αν το κρίνει γιατρός, θα γλυτώσουνε με φάρμακα παρά μελαγχολικοί, κακομαθημένοι, αμύητοι στη θετική σκέψη, στερημένοι από βόλτες στην φύση κ.ο.κ. Όπως σε κάθε περίπτωση που ευτελίζεται κάτι σοβαρό, όποιος υποφέρει από αυτό αρνείται να παραδεχτεί ότι υποφέρει για να μη γίνει ρεζίλι ενώ η επίκλησή του από κάθε λογής άσχετους δίνει μια δραματική εσάνς στη δική τους κατάσταση και στους δικούς τους σκοπούς (λ.χ. "ρε μωρό, έχω πάθει κατάθλιψη από τότε που χωρίσαμε"). Πιο απλά: αν όλα τα λουλούδια είναι κόκκινα, τότε δεν μας νοιάζει το χρώμα των λουλουδιών.

Μα και η μελαγχολία δεν πάει πίσω. Υπάρχουν άνθρωποι από την φτιαξιά τους μελαγχολικοί, ενώ άλλοι ζούνε τη μελαγχολία ως πρόσκαιρη διάθεση για λόγους εξωγενείς ή και όχι. Οι μελαγχολικοί λοιπόν στην εποχή τη δική μας είτε θα διαγνωστούν από καλοθελητές ως καταθλιπτικοί είτε θα μπουν κι αυτοί στο κουτάκι "get a life / σκέψου θετικά / το γαμήσι σώζει".

Συνεπώς η λύπη είναι πλέον αόρατη και άρρητη. Κανείς δεν νιώθει λύπη, κανείς δεν είναι πια λυπημένος. Από κατάσταση και συναίσθημα, η θλίψη έχει καταστεί "θέμα", στρες ή και κατάθλιψη για την οποία θα πάρεις φάρμακα στα κουτουρού. Επαναλαμβάνω ότι η αναγωγή παντού και πάντοτε στην κατάθλιψη την ευτελίζει και δεν συντελεί στη διάγνωση και στην αντιμετώπισή της· αυτό είναι το ένα ζήτημα.

Το άλλο ζήτημα έγκειται στο ότι το δάγκωμα της λύπης, η "καρδιοσπαράχτρα" θλίψη, πρέπει να αναχθεί οπωσδήποτε σε κάτι άλλο. Η λύπη δεν είναι πια όπως η πείνα, όπως η καύλα, όπως η απογοήτευση, όπως η οργή κτλ. Δεν είναι πια συναίσθημα και σίγουρα δεν μπορεί να είναι προσωρινή. Η λύπη, ή ό,τι την αντικατέστησε, είναι πια είτε νόσος είτε αποτυχία δική σου· με άλλα λόγια, δεν είσαι λυπημένος, είσαι λούζερ· δεν είσαι μελαγχολικός, έχεις κατάθλιψη. Παραδόξως, ταυτόχρονα χιλιάδες καταθλιπτικοί παραμένουν αδιάγνωστοι ή πείθονται πως πρέπει να "το παλέψουνε" μόνοι και με τη δύναμη της θέλησης...

Κι έτσι ακριβώς, σε έναν κόσμο που μας ζορίζει να χαιρόμαστε και να είμαστε διαρκώς χαρούμενοι αλλά και ευτυχισμένοι, η βουβή κι ακατονόμαστη λύπη ξεφυτρώνει παντού.

Πίνακας του Philip Pearlstein.

GatheRate

Κυριακή, 1 Οκτωβρίου 2017

Ταυτότητες ξανά: από την ταυτότητα φύλου μέχρι την Καταλωνία

Υπάρχουνε τουλάχιστον δύο εκδοχές της ταυτότητας στον κόσμο μας, πείτε τον μετανεωτερικό κόσμο ή ό,τι άλλο θέλετε. Ακριβέστερα, υπάρχουνε δύο τρόποι προσδιορισμού της ταυτότητας.

Σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή, την ταυτότητά μας τη φτιάχνουμε μόνοι μας: είτε πρόκειται για μια επινόηση δική μας είτε για κάτι που εμείς οι ίδιοι χτίζουμε. Από αυτήν την άποψη, η ταυτότητα είναι προϊόν επιλογών, επινοήσεων ή και συνειδητών αποφάσεων πολλές φορές. Συνεπώς, κατά την εκδοχή αυτή, η ταυτότητα είναι σύνθετη κατασκευή: και σύνθετη και κατασκευή.

Υπάρχει και μια δεύτερη εκδοχή της ταυτότητας, κατά την οποία η ταυτότητα είναι προϊόν των εξωτερικών συνθηκών: γενετικών, βιολογικών, κλιματολογικών, πολιτισμικών, κοινωνικών κτλ. Η ταυτότητά μας είναι κάτι που μας παραδίδεται, που προέρχεται από "κάπου" έξω από τη βούλησή μας. Σύμφωνα με αυτή τη δεύτερη εκδοχή, η ταυτότητά μας είναι ιστορικό, βιολογικό και περιβαλλοντικό προϊόν.

Από τη μια λοιπόν η ταυτότητα ως οι επιλογές μας, από την άλλη ως το πώς είμαστε καμωμένοι.

Συνήθως επικαλούμαστε την ταυτότητα ως επιλογές, ως αυτοπροσδιορισμό του κατά Θουκυδίδη αυτοκράτορος ανθρώπου που αυτενεργεί, όταν συζητάμε την ταυτότητα σε προσωπικό επίπεδο. Για παράδειγμα, όταν διαπραγματευόμαστε ζητήματα τρόπου ζωής, κάθε είδους προσανατολισμού, την ταυτότητα φύλου κ.ο.κ.

Παράλληλα, η ταυτότητα γίνεται κατανοητή ως καθορισμός έξωθεν, έξω από τη βούλησή μας δηλαδή, όταν προσπαθούμε να την ορίσουμε σε συλλογικό επίπεδο. Εκεί δεν μας αρκεί ο αυτοπροσδιορισμός των υποκειμένων, να πούνε δηλαδή "είμαι Πατησιώτης, Λαρισαίος, Κρητικός, Έλληνας, Ευρωπαίος κ.ο.κ.", και αναζητούμε εξωτερικά αντικειμενικά κριτήρια: καταγωγή, γλώσσα, παρεπιδημία, θρήσκευμα κτλ.

Και σε προσωπικό και σε συλλογικό επίπεδο δεν πρέπει ωστόσο να μας διαφεύγει ο ρόλος που ασκεί η εξουσία και ο καταναγκασμός που επιβάλλει -- άμεσα ή έμμεσα -- κάθε ιεραρχική δομή, ξεκινώντας από την οικογένεια, περνώντας από την επιτήρηση των μικρών κοινωνιών στο κράτος και ανεβαίνοντας μέχρι τον μεγάλης κλίμακας πειθαναγκασμό ή ψυχαναγκασμό των θρησκειών.

GatheRate